Μέσα από τα δικά μου μάτια, έχοντας αισθανθεί κομμάτι του «Χριστουγεννιάτικου Χωριού» καθώς συμμετείχα σε αυτό ως εθελόντρια, ξεδιπλώθηκε μια αλήθεια. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου κάθε φορά που γίνεται λόγος για εθελοντική δράση η στάση που εισπράττεται από το κοινωνικό σύνολο είναι είτε αυτή της αδιαφορίας είτε αυτή της απορίας, υπάρχει ακόμα και σε μικρές πόλεις, όπως η Κατερίνη, μια μερίδα ανθρώπων που ενδιαφέρεται.

Αυτή η μερίδα ενδιαφέρεται όχι από ανάγκη επιβεβαίωσης για την προσφορά της ούτε αποσκοπεί σε προσωπικό όφελος, αλλά ενδιαφέρεται να ανακαλύψει τη βαθύτερη ουσία, που στην προκειμένη περίπτωση των Χριστουγέννων δεν είναι άλλη παρά η ανάγκη να μοιράσει χαρά στον συνάνθρωπο. Αν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ως μέλος αυτής της μερίδας, καθ’ όλη τη διάρκεια της συμμετοχής μου ήρθα αντιμέτωπη με ερωτήματα όπως: «Γιατί να χάσεις τις διακοπές σου;» ή «Για ποιον λόγο σπαταλάς τον χρόνο σου, αφού δεν πληρώνεσαι;».

Και η αλήθεια είναι ότι μπροστά σε αυτές τις νοοτροπίες αρχικά ένιωσα έντονη οργή, λόγω της αδυναμίας αντίληψης – ιδιαίτερα των μεγαλύτερων ηλικιακά – του εθελοντικού πνεύματος. Επειτα, όμως, μπροστά στην εικόνα τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων να διασκεδάζουν, να περνάνε μαζί τις γιορτές παίζοντας απλοϊκά παιχνίδια, τρώγοντας δίπλα δίπλα κοντά σε φωτιές και να απολαμβάνουν την κάθε οικογενειακή στιγμή, γέμισα τόση χαρά, που έσβησα κάθε προκατάληψη απέναντι την εθελοντική δράση.

Η μόνη σκέψη που με κυρίευε ήταν ότι χάρη στο «Χριστουγεννιάτικο Χωριό» της πόλης μας, καθώς και σε παρόμοιες εθελοντικές δράσεις, ο κόσμος μπορεί να ανακαλύψει τη βαθύτερη ουσία. Βρίσκεται σε θέση να αντιληφθεί ότι τα Χριστούγεννα τα φτιάχνουν οι άνθρωποί μας και δεν αποτελούν γιορτή καταναλωτισμού, εμπορευματοποίησης ή μια μάζωξη στην οποία πρέπει να επικρατεί ένα «τέλειο» κλίμα, όπως αυτό παρουσιάζεται από διαφημίσεις και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Αν μου έμεινε κάτι από τη συνεργασία μου με άλλους εθελοντές και την εμπειρία της εθελοντικής δράσης είναι ότι υπάρχει ελπίδα. Υπάρχει ελπίδα ότι μια ζωή με στόχο την ανιδιοτελή προσφορά είναι εφικτή. Σήμερα, που ο μέσος άνθρωπος μεγαλώνει με καιροσκοπικές διαθέσεις και έτσι προτάσσει – συχνά ασυνείδητα − το προσωπικό του όφελος, επειδή έτσι έμαθε να πορεύεται στη ζωή του και έχει διδαχθεί ότι μόνο αφού «πάρεις» από τον άλλο, θα του «δώσεις» πίσω, υπάρχει ανάγκη για αυτή την ελπίδα περισσότερο από ποτέ. Και εκεί βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα γιατί να γίνεις εθελοντής. Γιατί μόνο ο εθελοντισμός σού προσφέρει τη δυνατότητα να σπάσεις τα δεσμά μιας τέτοιας νοοτροπίας και να απολαύσεις – ίσως για πρώτη φορά στη ζωή σου – τα οφέλη του να δίνεις χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα, τίμημα ή παράσημο. Να δίνεις και να δίνεσαι στη βοήθεια των συνανθρώπων σου, γιατί η ίδια η πράξη σε γεμίζει και όχι η επιβράβευση.

Με αυτόν τον διαφορετικό τρόπο δημιουργικής απασχόλησης, που μου προσέφεραν οι άνθρωποι του τόπου μου, πέρασα τις διακοπές των Χριστουγέννων, όπου κατάλαβα ότι την ευτυχία μας τη φτιάχνουμε εμείς και πως στο χέρι μας είναι, επίσης, η ευτυχία του διπλανού μας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημερίδα TO BHMA της Κατερίνης που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 22 Φεβρουαρίου 2026.