Η έλευση του Νέου Χρόνου είναι γεμάτη ευχές και προβλέψεις. Καλά να είμαστε, δεν τα έχουμε πάει και άσχημα έως τώρα.

Θα έλεγα ψέματα όμως αν δεν σημείωνα πως το μεγάλο ερωτηματικό για το 2026 δεν είναι το μπλόκο στη Νίκαια ή στα Μάλγαρα αλλά οι σχέσεις μας με την Τουρκία.

Και ούτε θα ήμουν ειλικρινής αν δεν πρόσθετα ότι το ερωτηματικό γίνεται ακόμη πιο ασαφές σε ένα αδιαμόρφωτο και απρόβλεπτο διεθνές περιβάλλον.

Τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις με την Τουρκία πέρασαν από όλες σχεδόν τις φάσεις. Από την πολεμική ατμόσφαιρα του 2020 έως τη Διακήρυξη των Αθηνών της 7ης Δεκεμβρίου 2023.

Στην έλευση του 2026 έχουν δημιουργήσει μια αναμφισβήτητη κανονικότητα αλλά αναζητούν και ένα νέο φεγγάρι.

Υποτίθεται πως μέσα στο πρώτο τρίμηνο του νέου έτους ο Μητσοτάκης θα συναντήσει τον Ερντογάν στην Αγκυρα όπου θα συνεδριάσει (με καθυστέρηση) το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας. Μακάρι να γίνει, είναι κι αυτό μέρος κάποιας κανονικότητας.

Εως τότε όμως έχουμε ορισμένα δεδομένα.

Πρώτον, οι ορέξεις της Τουρκίας δεν έχουν μεταβληθεί, ούτε καν περιοριστεί. Το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του Ερντογάν θα πρέπει να προσγείωσε πολλούς καλοθελητές.

Δεύτερον, η Τουρκία αισθάνεται ότι έχει αποκτήσει ένα αυξημένο μέγεθος και έναν διευρυμένο ρόλο στο νέο διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον. Οι προσδοκίες της είναι ίσως υπερβολικές αλλά βάσιμες.

Τρίτον, η σημερινή Ελλάδα δεν έχει σχέση με εκείνη του 2020. Οικονομικά ισχυρότερη, προωθεί ένα διευρυμένο σχέδιο εξοπλισμών και έχει εδραιώσει τις συμμαχίες της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Τουρκία συνεπώς δεν έγινε υπερδύναμη αλλά ούτε και η Ελλάδα είναι ζήτουλας. Θεωρητικά θα μπορούσαν να συναντηθούν σε μια κοινή βάση διαλόγου, ακόμη και συνεννόησης, αν οι αβάσιμοι φόβοι και οι υπερφίαλες μεγαλομανίες της Τουρκίας δεν το δυσκόλευαν.

Από την άλλη πλευρά, ούτε οι ευρωτουρκικές σχέσεις παρουσιάζουν κάποια πραγματική εξέλιξη. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αντιλαμβάνονται τη χρησιμότητα μιας Τουρκίας στη δυτική παρέα αλλά αναγνωρίζουν επίσης πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις.

Αυτό εξηγεί και τις (υπαρκτές ή διογκωμένες) επιφυλάξεις κάποιων μετά την ανάληψη της προεδρίας της Ενωσης από την Κύπρο για το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Το βέβαιο είναι ότι οι σχέσεις με την Τουρκία ποτέ δεν ήταν εύκολες ή απλές. Διεκδικεί έναν ρόλο, τον οποίο ουδείς ενδιαφέρεται να της αναγνωρίσει, και μια επιβολή, την οποία ουδείς δείχνει διατεθειμένος να υποστεί.

Μόνο αν μετριαστούν αυτές οι φιλοδοξίες μπορεί να βρεθεί πραγματικό πεδίο συνεννόησης. Κι αν πειστούν φυσικά οι άλλοι πως δεν τις συντηρεί πια.