Για τον Γιώργο Θεοφάνους η μουσική είναι συνώνυμο της ζωής του. Ξεκίνησε παιδί στην Κύπρο. Δεν σταμάτησε ποτέ: Ποπ, λαϊκό, πιο ελαφρύ, μεγάλες φωνές της προηγούμενης γενιάς και της δικής του, νεότεροι.

Γράφει τραγούδια, κάνει επιτυχίες. Φέτος, στη «Μέδουσα», απολαμβάνει τις ζωντανές εμφανίσεις. Και συνεχίζει. Γιατί, όπως λέει, «είμαι εργασιομανής, πάντα ήμουν».

Ποια συμβουλή έχετε κρατήσει;

«Μια από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου ήταν όταν, έφηβος, πρωτογνώρισα τον Μάνο Χατζιδάκι. Δεν μπορούσα να μπω στη συναυλία του και κάποιος με βοήθησε να πάω στα καμαρίνια, να του δώσω μια κασέτα να ακούσει. Ηταν γλυκύτατος, έχω ακόμα σημειώματά του. Η συμβουλή που κράτησα, κι έχουν περάσει σαράντα χρόνια, ήταν “Γιώργο, να κρατάς τη μηχανή αναμμένη, πάντα”. Το κατάλαβα στην πορεία, στην πράξη. Δεν θα ξυπνήσεις μια μέρα και θα γράψεις το μεγάλο τραγούδι, τη μεγάλη επιτυχία. Δεν το ξέρεις ποτέ. Οταν ξανασυνάντησα τον Μάνο μου έκανε εντύπωση ότι είχε προσέξει τη δουλειά μου. Ανθρωπος ανοιχτόκαρδος, καλόκαρδος, μια Ελλάδα ολόκληρος. Και για να πάω λίγο στα δικά μου, θα γράψεις τη μαύρη γραμμή, θα γράψεις την άσπρη, και θα ‘ρθει η ώρα να γράψεις την “Κόκκινη γραμμή”. Είναι και η συγκυρία. Τα τραγούδια έχουν το δικό τους αστέρι, αυτό μου ‘χει δείξει η εμπειρία μου τόσα χρόνια».

Αγαπήσατε από παιδί τη μουσική;

«Δεν έχω κάνει τίποτ’ άλλο στη ζωή μου. Πριν μάθω να διαβάζω ακόμα, είχα μια μεγάλη αγάπη στη μουσική. Είχα ερεθίσματα από το σπίτι – ακούγαμε τα πάντα. Με όλη την οικονομική κατάσταση που (δεν) είχαμε, ξεκίνησα σιγά-σιγά. Το πρώτο μου όργανο ήταν η κιθάρα, απ’ τον πατέρα μου. Στο σχολείο ήμουν το δεξί χέρι των δασκάλων μουσικής. Είχα ένα πολύ καλό αφτί, αλλά δεν φτάνει – κι άλλα παιδιά είχαν. Μετά ήρθε ο πόλεμος στην Κύπρο, ήταν δύσκολα τα πράγματα, αλλά ο πατέρας μου συνέχισε να με στηρίζει. Πήγα σε ωδεία, έκανα κλασικές σπουδές, κιθάρα, αργότερα πιάνο. Τελειώνοντας τον στρατό, έφυγα για την Αμερική, ακολουθώντας πια σοβαρά σύνθεση, ενορχήστρωση, παραγωγή».

Ταλέντο, έμπνευση, υπάρχουν;

«Πιστεύω στον Αίσωπο, στον μύθο της χελώνας και του λαγού. Αν, όπως ο λαγός, καθίσεις στον θρόνο σου δεν θα κάνεις τίποτα. Ενώ, σιγά-σιγά, η πειθαρχημένη χελωνίτσα θα ξεπεράσει τον λαγό. Ταλέντα έχουμε όλοι. Εμπνευση δεν ξέρω τι είναι. Δεν έχω αγωνία, ανασφάλεια ή αβεβαιότητα αν θα ‘χω κι αύριο την ίδια ροή, είναι σαν το κύμα, πάνω-κάτω».

Πιστεύατε στον εαυτό σας;

«Και στα τέσσερα παιδιά μου λέω να μάθουν να κάνουν μεγάλα όνειρα. Να οραματιζόμαστε μεγάλα πράγματα, κι ας μη γίνουν. Θυμάμαι, φαντάρος στα 17, μεσάνυχτα στη σκοπιά, κρατώντας το όπλο, έκανα απονομή σ’ εμένα – βραβεία, δίσκους χρυσούς, Οσκαρ. Πιστεύω στη μόρφωση, στο τι εικόνες έχουμε για μας, τι εμπιστοσύνη έχουμε στον εαυτό μας. Αλίμονο αν μείνεις στο “είμαι παιδί-θαύμα”. Η δουλειά μας είναι κάθε μέρα εξετάσεις. Στα κάτω μου θυμάμαι τη Μαρινέλλα: “Σου ‘πε κανείς ότι είναι εύκολα;” μου έλεγε. Είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ μ’ όλους τους μεγάλους της προηγούμενης γενιάς, από τη Νάνα Μούσχουρη και τον Νταλάρα, τη Χαρούλα, τον Πάριο, τον Μητσιά, τον Τερζή, τη Γλυκερία, τη Βιτάλη, την Πίτσα Παπαδοπούλου. Μετά, με τους καλούς της γενιάς μου, Ρέμο, Θεοδωρίδου, και με την επόμενη, Αργυρό, Πάολα. Κάθε μέρα την αντιμετωπίζω σαν καινούργια. Πριν από κάθε παράσταση έχω πάντα την ίδια αγωνία, δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο».

Σας καθόρισε κάποια συνεργασία;

«Πολλές. Η πρώτη μου σπουδαία γνωριμία ήταν ο κύπριος ποιητής Λεωνίδας Μαλένης – μέντοράς μου. Με πίστεψε, μου έδωσε τραγούδια του κι έτσι έκανα την πρώτη μου επιτυχία στην Ελλάδα – “Το μόνο που θυμάμαι” με την Ευρυδίκη. Ηταν ο άνθρωπος που έφερε τα demo μας στις εταιρείες. Yπηρέτησα την ποπ τα πρώτα χρόνια, με τους μεγάλους – Δάντης, Ρουβάς, Μαντώ, Πασχάλης, Ευρυδίκη φυσικά, φτιάξαμε τους One. Μετά θέλησα να πατήσω και στο λαϊκό, κι ας ήμουν δυτικοτραφής, λόγω σπουδών. Πρώτο τραγούδι ο “Παλιόκαιρος”. Επεσα πάνω στη μεγαλειώδη φωνή του Πασχάλη Τερζή και του απίθανου στίχου της Εύης Δρούτσα. Ξεκίνησα πια να γράφω λαϊκά σε εμπορικούς τραγουδιστές – Καρράς, Δημητρίου κ.ά. Μέχρι τον επόμενο κόμβο, αμέσως μετά το “Σ’ αγαπώ” (Πρωτοψάλτη – Ρέμος): Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο κι άκουσα μια φωνή, “Γιώργο, είμαι η Χαρούλα”. Η Χαρούλα μας, η μάνα μας. Στον δίσκο “Ως την άκρη του ουρανού σου” έβαλα κάποια τραγούδια, ξεχώρισε “Το κύμα”. Μου ‘δωσε το εισιτήριο, την ευλογία, ότι πατάς κι απ’ την εμπορική πλευρά κι απ’ την άλλη, αν και δεν μ’ αρέσουν οι ταμπέλες. Εκανα πράγματα που δεν φανταζόμουν».

Εχει σημασία για ποιον γράφετε;

«Τους αντιμετωπίζω όλους με τον ίδιο τρόπο, το ίδιο κέφι, την ίδια αγωνία. Δεν εξαρτάται από μένα η επιτυχία. Εγώ έχω να γράψω ένα τραγούδι. Δεν ξέρω αν θα γίνει επιτυχία, αν θα μείνει στον χρόνο. Σημασία έχουν τα τραγούδια, αυτά μένουν – μου το έλεγε ο δάσκαλός μου, ο μεγάλος Μίμης Πλέσσας. Πολλά τραγούδια ξυπνάνε μετά από κάποια χρόνια. Το έζησα πρόσφατα με μια ωραία ερμηνεία της Ελένης Δήμου στο “Κάτι παραπάνω”. Εμφανίστηκε σαν σημερινό, κι ας κυκλοφόρησε προ 25ετίας».

Γράφετε και στίχους…

«Ναι, γιατί αγαπάω τον λόγο, τις λέξεις. Οταν ήμουν μικρός μελοποιούσα τα ποιήματα των αναγνωστών στην τελευταία σελίδα των περιοδικών “Ρομάντζο”, “Ντομινό”. Μετά άρχισα να γράφω στίχους».

Η επιτυχία πιστώνεται στις φωνές;

«Ναι, αλλά και όχι. Για παράδειγμα, γράφω ένα τραγούδι που θεωρώ, ενστικτωδώς, ωραίο, μεγάλο. Σκεφτείτε το σαν ένα όχημα κούρσας που το ‘χω κλειδωμένο στο γκαράζ. Το βγάζω για μια βόλτα κι εγώ που δεν τραγουδάω καθόλου καλά θα το πάω κάποια χιλιόμετρα. Αν το βγάλει ένας καλός τραγουδιστής θα το πάει 100 χλμ., αν το βγάλει ένας σπουδαίος, θα το τρέξει στο maximum. Θα κερδίσει και ο τραγουδιστής και το τραγούδι. Δεν πιστεύω στην κόντρα τραγουδιστών – δημιουργών. Δεν με απασχολεί η υστεροφημία. Από τη φύση μου προσπαθώ ν’ απολαύσω τη στιγμή, κυρίως της δημιουργίας – η ωραιότερη απ’ όλη τη διαδικασία. Η αμέσως επόμενη είναι όταν το πει ένας τραγουδιστής στο στούντιο, όταν πάρει σάρκα και οστά. Τώρα δουλεύω με τη Γλυκερία και παράλληλα, για πρώτη φορά, με μια λαϊκή φωνή με ιδιαίτερο χρώμα, τη Γιώτα Νέγκα. Αλλά δεν μπορώ ν’ αφήσω και την ποπ πλευρά μου, κάνω και Ελενα Παπαρίζου. Πάντα έτσι ήμουν. Εχω ένα “διπολικό”».

Η «Μέδουσα» είναι…

«Ενας μαγικός χώρος. Γνωριζόμουν με τον Γιώργο Μαρίνο, μας είχε φέρει σε επαφή τότε ένας μεγάλος παραγωγός, ο Γιώργος Μαρκάκης, δεν ζει πια. Ο Μαρίνος ήταν ένας γλυκύτατος, υπέροχος άνθρωπος, με χιούμορ. Τώρα που μπαίνω στη “Μέδουσα” νιώθω ένα περίεργο συναίσθημα. Με καινούργια παιδιά, μεγάλη ορχήστρα, όπως έκανε κι ο Μαρίνος, έφτιαξα ένα πρόγραμμα όχι μόνο με τραγούδια μου αλλά και άλλων, που αγαπάω. Δώσαμε παράταση μετά το Πάσχα. Καλά να ‘μαστε, θα ‘μαστε εδώ και του χρόνου».

Η μουσική είναι…

«Η ίδια μου η ζωή. Ετσι έμαθα, έτσι θα ‘μαι πάντα».