Στα μέσα της δεκαετίας του 2010, η σχέση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας άρχισε να αλλάζει με τρόπο δραματικό, δομικό και, καταπώς φαίνεται, μη αναστρέψιμο. Οι πολιτικοί ηγέτες, στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν βήμα στα αναδυόμενα τότε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να γίνουν θελκτικοί σε μεγαλύτερα και νεαρότερα κοινά, απομακρύνθηκαν από τα στυλιζαρισμένα τηλεοπτικά πάνελ και τις παραδοσιακές συνεντεύξεις Τύπου.
Η πολιτική επικοινωνία άρχισε να λειτουργεί με όρους τηλεθέασης, ποπ κουλτούρας και προσωπικού branding, δίνοντας προτεραιότητα στη δημιουργία viral περιεχομένου. Δεν επρόκειτο απλώς για αλλαγή στρατηγικής, αλλά για τη γέννηση μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, με κεντρικό αφήγημα ότι η ικανότητα να διασκεδάζεις το κοινό είναι εξίσου σημαντική – αν όχι σημαντικότερη και πιο κρίσιμη την ώρα της κάλπης – με την ικανότητα να διοικείς.
Η προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα αξιολογείται από πολλούς αναλυτές ως η περίοδος κατά την οποία η εν λόγω τάση σχηματοποιήθηκε και εκφράστηκε απενοχοποιημένα. Η επικοινωνιακή στρατηγική του επιτελείου του ήταν σαφής: η εξουσία έπρεπε να δείχνει πιο προσιτή, πιο καθημερινή, πιο ανθρώπινη.
Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ εμφανίστηκε στην περίφημη σατιρική διαδικτυακή εκπομπή «Between Two Ferns» του Ελληνοαμερικανού Ζακ Γαλιφιανάκης, συμμετείχε στη δημοφιλή στήλη «Mean Tweets» του Τζίμι Κίμελ και συχνά μετέτρεπε το ετήσιο δείπνο της Eνωσης Ανταποκριτών Λευκού Οίκου (WHCA) σε πλατφόρμα υψηλού επιπέδου πολιτικής σάτιρας.
Την εποχή εκείνη, αυτές οι κινήσεις ερμηνεύθηκαν από τον Τύπο ως δείγμα αυτοπεποίθησης και επικοινωνιακού εκσυγχρονισμού. Η ικανότητα ενός ηγέτη να αυτοσαρκάζεται παρουσιαζόταν ως ένα ανθρώπινο στοιχείο που τον έφερνε πιο κοντά στον μέσο ψηφοφόρο. Πού να ξέραμε τι μας ξημέρωνε.

AP Photo/Jacquelyn Martin
Η αναμφίβολα επιτυχημένη επικοινωνιακά αυτή στροφή άνοιξε ταυτόχρονα τον δρόμο (ή την κερκόπορτα) για μια ευρύτερη, αμφιλεγόμενη και ίσως τελικά επικίνδυνη, αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται, εκλαμβάνεται από τον λαό και αξιολογείται ο πολιτικός λόγος.
Οσο περισσότερο η πολιτική δανειζόταν κανόνες από τη βιομηχανία του θεάματος, τόσο η ουσία του πολιτικού λόγου και της διαχείρισης κρίσεων υποχωρούσε μπροστά στη λάμψη (και τη στιγμιαία επιδραστικότητα) της ψηφιακής εικόνας.
Μπορεί το κοινό να έμοιαζε σαν έτοιμο από καιρό για να υποδεχθεί τους πολιτικούς ως σόουμεν, όμως οι ίδιοι οι πολιτικοί ήταν πλήρως απροετοίμαστοι και, όπως αποδεικνύεται ολοένα και πιο συχνά την περίοδο της δεύτερης διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, μοιάζουν όχι απλώς απροετοίμαστοι αλλά χαρακτηριστικά κακοί στον ρόλο τους. Τόσο ως διασκεδαστές όσο και ως πολιτικοί ταγοί.
Η πολιτική ως φλύαρο reality show
Εχοντας ήδη κολλήσει ένσημα στη βιομηχανία του θεάματος και διαθέτοντας τηλεοπτική προϋπηρεσία από την πολυετή παρουσία του στο ριάλιτι «The Apprentice», ο Τραμπ δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί στους κανόνες των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης – τους εφάρμοσε άφιλτρα, ασύδοτα και με περίσσευμα άγνοιας κινδύνου στον πυρήνα της διακυβέρνησής του ήδη από την πρώτη εκλογική νίκη του.
Η προεδρία του μετατράπηκε σε ένα non-stop reality show, όπου κάθε ημέρα έφερνε και ένα νέο «επεισόδιο», γεμάτο εντάσεις, ανατροπές, γυμνασιακού τύπου τσακωμούς και ατάκες ζυγισμένες – στοιχισμένες για να κυριαρχήσουν στον αφρό της επικαιρότητας – για σωστούς, μα κυρίως για τους λάθος λόγους.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και ειδικότερα το Twitter/Χ (και αργότερα το ιδιοκτησίας του Truth Social), μετατράπηκαν σε βασικό εργαλείο άσκησης πολιτικής, παρακάμπτοντας τους παραδοσιακούς διαύλους – τους εκπροσώπους Τύπου και τους δημοσιογράφους. Αναρτήσεις όπως το μυστηριώδες και ανολοκλήρωτο «covfefe» το 2017 κατάφεραν να γίνουν κεντρικό θέμα συζήτησης και κυρίως να υποδείξουν πώς ακόμα και ένα φαινομενικό τυπογραφικό σφάλμα μπορεί να κυριαρχήσει στην παγκόσμια ατζέντα.
Ακόμη και τα συνεχή λεκτικά ολισθήματα ή τα faux pas του 47ου προέδρου των ΗΠΑ, όπως το να αποκαλέσει τον διευθύνοντα σύμβουλο της Apple Τιμ Απλ αντί για Τιμ Κουκ, ή να αναφερθεί στη Μέριλιν Χιούσον, πρώην διευθύνουσα σύμβουλο της Lockheed Martin, ως Μέριλιν Λόκχιντ, αντιμετωπίστηκαν με μια παράξενη συγκατάβαση, ενισχύοντας την εικόνα ενός αντισυμβατικού ηγέτη με αρετές τρολ που λειτουργούσε σκόπιμα έξω από τα καθιερωμένα, αρτηριοσκληρωτικά πλαίσια.
Μέχρι που η λαιμαργία του για την απόλυτη επικοινωνιακή κυριαρχία ξεκίνησε να έρχεται σε ευθεία ρήξη με την επιστημονική τεκμηρίωση και την κοινή λογική. Πάρτε για παράδειγμα το Sharpiegate.
Το 2019, ο πρόεδρος Τραμπ παρουσίασε στο Οβάλ Γραφείο έναν μετεωρολογικό χάρτη, πρόχειρα τροποποιημένο με μαύρο μαρκαδόρο, για να συμπεριλάβει την Αλαμπάμα στην πορεία του καταστροφικού τυφώνα Ντόριαν, παρά τις επίσημες διαψεύσεις των ειδικών. Ηταν μια ανάγλυφη απόδειξη του νέου δόγματος και της πολύ προσωπικής θεώρησής του για τα κοινά και τον δημόσιο λόγο: ότι δηλαδή η αφήγηση του ηγέτη είχε μεγαλύτερη βαρύτητα κι από τα ίδια τα αντικειμενικά δεδομένα.
Το μοτίβο επαναλήφθηκε κατ’ εξακολούθηση. Από τις επικίνδυνες δηλώσεις του τον Απρίλιο του 2020 περί ενέσιμης χρήσης απολυμαντικών στο ανθρώπινο σώμα για την αντιμετώπιση της COVID-19, τους ισχυρισμούς του δύο χρόνια νωρίτερα ότι η Φινλανδία αποφεύγει τις δασικές πυρκαγιές επειδή οι πολίτες της «καθαρίζουν τα δάση με τσουγκράνες», μέχρι τα σχόλιά του το 2019 ότι ο θόρυβος από τις ανεμογεννήτριες προκαλεί καρκίνο ή τις αναφορές του την ίδια εποχή σε ιδέες για τη ρίψη πυρηνικών όπλων στο «μάτι» των τυφώνων προκειμένου να ανακοπεί η πορεία τους.
Η διπλωματία του παραλόγου
Η λογική του παραλόγου, η µεγαλοστοµία και το δόγµα του σόου πέρασαν αναπόφευκτα και στη διπλωµατική κονίστρα. Χαρακτηριστικό παράδειγµα η δηµόσια αντιπαράθεση του αµερικανού προέδρου µε τον Κιµ Γιονγκ Ουν, ηγέτη της Βόρειας Κορέας, της πιο αποµονωµένης και απρόβλεπτης χώρας του κόσµου, στις αρχές του 2018.
Τότε η απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων διατυπώθηκε από τον Τραµπ µέσω µιας ανάρτησης αναφορικά µε το ποιος από τους δύο τους έχει το «µεγαλύτερο πυρηνικό κουµπί» στα χέρια του. Τα καινά δαιµόνια της διακυβέρνησης Τραµπ, εκτός του ότι οδήγησαν σε αµήχανες και συχνά επικίνδυνες ατραπούς, προκάλεσαν και ακαλαίσθητες παραβιάσεις του πρωτοκόλλου.
Ποιος µπορεί να ξεχάσει την εικόνα του Ντόναλντ Τραµπ στη διάρκεια της πρώτης επίσηµης επίσκεψής του στο Ηνωµένο Βασίλειο το 2019 να περπατά µπροστά από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’, αναγκάζοντάς τη να κάνει ελιγµούς για να τον αποφύγει (το επανέλαβε µε τον Κάρολο Γ’ το 2025);

Victoria Jones/Pool Photo via AP
Για πολλούς η εν λόγω σκηνή αποτέλεσε το σύµβολο µιας ηγεσίας που αγνοεί επιδεικτικά τις παραδόσεις και τους κανόνες θεσµικής ευγένειας. Πάντως, οφείλει να του αναγνωρίσει κανείς ότι υπήρξε υποδειγµατικός οικοδεσπότης στην πρόσφατη ανεπίσηµη επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους της Ολλανδίας, του βασιλιά Βίλεµ-Αλεξάντερ και της εντυπωσιακής συζύγου του, βασίλισσας Μάξιµα, στον Λευκό Οίκο (που περιλάµβανε δείπνο και διανυκτέρευση στην προεδρική κατοικία), ενώ θα έχει την ευκαιρία να το επαναλάβει στην επικείµενη άφιξη του βασιλικού ζεύγους της Αγγλίας στην Ουάσιγκτον (η τετραήµερη επίσηµη επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου Γ’ και της βασίλισσας Καµίλα στις ΗΠΑ αναµένεται να ξεκινήσει στις 27 Απριλίου).
Σε κάθε περίπτωση, η πιο ενδεικτική κλιµάκωση της συγκρουσιακής τραµπικής ρητορικής αφορά τις σχέσεις του Λευκού Οίκου µε το Βατικανό,οι οποίες βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό. Απαντώντας στην κριτική του Πάπα Λέοντα ΙΔ’ σχετικά με τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, ο Τραμπ επέλεξε να εξαπολύσει λεκτική επίθεση και να εκτοξεύσει ειρωνείες κατά του προκαθημένου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Να μεταχειριστεί, με άλλα λόγια, τον Ποντίφικα σαν έναν εσωτερικό πολιτικό αντίπαλο.
Η απάντηση από την πλευρά της Αγίας Εδρας και των αναλυτών του εκκλησιαστικού χώρου υπήρξε ανάλογα (και εύλογα) σκληρή, αναδεικνύοντας το βαθύτερο ιδεολογικό, αξιακό και ηθικό ρήγμα μεταξύ Βατικανού και Ουάσιγκτον.

REUTERS/Kevin Lamarque
«Αρκετά με την ειδωλολατρία του εαυτού και του χρήματος! Αρκετά με την επίδειξη δύναμης! Αρκετά με τον πόλεμο!». Αυτή η αποστροφή του αμερικανού Πάπα συνόψισε με τον πιο ηχηρό και εύληπτο τρόπο την παγκόσμια κριτική προς το μοντέλο διακυβέρνησης του Τραμπ που αντιλαμβάνεται την πολιτική ως απέραντο χρηματιστήριο, όπου η ανθρώπινη ζωή, η διπλωματία και η ειρήνη θυσιάζονται στον βωμό του πρόσκαιρου κέρδους, των εντυπώσεων και της συσσώρευσης ισχύος και γοήτρου.
Η γεωπολιτική του real estate
Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά. Προτού το Ιράν μπει στο στόχαστρο του αμερικανού προέδρου, ήταν η Γροιλανδία. Η συζήτηση για πιθανή «αγορά» της από τη Δανία αντιμετωπίστηκε αρχικά από τον διεθνή Τύπο ως ένα κακόγουστο αστείο, ωστόσο ανέδειξε τελικά μια συγκεκριμένη, βαθιά ριζωμένη οπτική που αντιλαμβάνεται τα κυρίαρχα κράτη ως απλά ζητήματα real estate.
Το αυτό συνέβη και με τη Βενεζουέλα, η οποία εργαλειοποιήθηκε για την ικανοποίηση ενός συγκεκριμένου εσωτερικού ακροατηρίου στις ΗΠΑ που δεν χόρταινε να παρακολουθεί σαν σεκάνς από ταινία δράσης τη σύλληψη και μεταγωγή του Νικολάς Μαδούρο.
Χαρακτηριστική αυτής της προσέγγισης του Τραμπ ήταν και η περίφημη ανακοίνωση των σαρωτικών αμερικανικών δασμών τον Απρίλιο του 2025. Σε μια κίνηση που έμοιαζε περισσότερο με φαντασμαγορική τηλεοπτική παραγωγή, ο Τραμπ, με τη συνοδεία του υπουργού Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ, παρουσίασε στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου έναν τεράστιο πίνακα που ανέγραφε ποσοστά δασμών για διάφορες χώρες.
Με ύφος που θύμιζε παρουσιαστή τηλεπαιχνιδιού, ανακοινώθηκαν δασμοί 67% για την Κίνα και 10% για το Ηνωμένο Βασίλειο. Ανεξάρτητα από τον τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο και τον φόβο ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου, η μορφή της ανακοίνωσης υπογράμμισε ότι το διεθνές εμπόριο είχε μετατραπεί σε ένα ακόμη τηλεοπτικό, εύπεπτο προϊόν.
Η αισθητική του ισχυρού
Τίποτα δεν φαίνεται αρκετά δεδομένο ή ιερό για να μείνει ανέγγιχτο από τον «ο,τινανισμό» του Ντόναλντ Τραμπ. Μόλις τον περασμένο Οκτώβριο, η απόφασή του να κατεδαφιστεί η ιστορική Ανατολική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου – η οποία στέγαζε, μεταξύ άλλων, το καταφύγιο του Φράνκλιν Ρούσβελτ – προκειμένου να κατασκευαστεί μια φαραωνικών διαστάσεων, πολυτελής αίθουσα χορού προϋπολογισμού εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ιστορικοί και αρχιτέκτονες μίλησαν για ωμή έλλειψη σεβασμού στην ιστορική κληρονομιά.
Ο σύμβουλος της κυβέρνησης, Στίβεν Μίλερ, υπερασπίστηκε την απόφαση χαρακτηρίζοντας την παλαιά πτέρυγα υποτιμητικά ως «ένα φτηνιάρικο πρόσθετο κτίσμα», επιβεβαιώνοντας πως η αισθητική της χλιδής υπερισχύει της ιστορικής μνήμης.
Παράλληλα, οι διαρκείς φήμες για την πρόθεση του Τραμπ να τοποθετήσει το όνομά του με χρυσά γράμματα στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One (για να μην αναφερθούμε στην κολοσσιαία Independence Arch που οραματίζεται να ανεγείρει στη νήσο Κολούμπια στον ποταμό Ποτόμακ της πρωτεύουσας Ουάσιγκτον) καταδεικνύουν την τάση συγχώνευσης της ιδιωτικής εμπορικής ετικέτας με το ύπατο δημόσιο αξίωμα.
Η γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και ψηφιακής κατασκευής θολώνει ακόμη περισσότερο με τη ραγδαία είσοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI). Στις αρχές του 2025, η δημοσίευση ενός AI-generated βίντεο για το μέλλον της Γάζας προκάλεσε διεθνή αίσθηση και αποτροπιασμό.

REUTERS/Evelyn Hockstein
Στο σύντομο κλιπ, η ισοπεδωμένη, αιματοβαμμένη περιοχή της Μέσης Ανατολής παρουσιάστηκε ως ένα λαμπερό, υπερπολυτελές θέρετρο υπό την ονομασία Trump Gaza, με προσωπικότητες όπως ο Ιλον Μασκ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου να απολαμβάνουν τον παραθερισμό τους υπό βροχή χαρτονομισμάτων. Το βίντεο επικρίθηκε σφοδρά ως μια ακραία, σχεδόν μακάβρια αισθητικοποίηση ενός πολέμου και μια πρωτοφανής αποσύνδεση από τη σοβαρότητα της ανθρωπιστικής κρίσης.
Φυσικά, οι επικρίσεις ουδόλως αποθαρρύνουν τον πρόεδρο των ΗΠΑ και το επιτελείο του από το να επιστρατεύουν κάθε τόσο την Τεχνητή Νοημοσύνη κατά το δοκούν. Οπως συνέβη πριν από λίγες ημέρες, με τον ίδιο να εμφανίζεται σε φωτογραφία που δημοσιεύθηκε (και αργότερα αποσύρθηκε υπό το βάρος της γενικής κατακραυγής) από τον επίσημο λογαριασμό του στο Truth Social ως άλλος Ιησούς.
Μετά τις έντονες διαμαρτυρίες ακόμη και από συντηρητικούς κύκλους – που μίλησαν για επαίσχυντη βλασφημία – ο πρόεδρος εξήγησε σε δημοσιογράφους ότι απλώς θεωρούσε πως η επίμαχη σύνθεση τον απεικόνιζε ως γιατρό του Ερυθρού Σταυρού. Το ακόμα πιο σουρεαλιστικό στοιχείο της υπόθεσης ήταν ότι τη δήλωση αυτή την έκανε κρατώντας δύο σακούλες από τα McDonald’s που παρέλαβε αυτοπροσώπως έξω από το Οβάλ Γραφείο.
Ο ανοιχτοχέρης πρόεδρος
Κομίστρια της παραγγελίας του αγαπημένου προεδρικού junk food ήταν η Σάρον Σίμονς, μια 60χρονη διανομέας της πλατφόρμας DoorDash, που συμμετείχε εκούσα άκουσα στον τραμπικό θίασο.
Ο πρόεδρος, παραλαμβάνοντας την παραγγελία του μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες – την ώρα που κατά κυριολεξία ο κόσμος καίγεται – της προσέφερε ως φιλοδώρημα ένα χαρτονόμισμα των 100 δολαρίων, δραττόμενος της ευκαιρίας να προβάλει το νομοσχέδιό του για τη μη φορολόγηση των tips.
Αυτή η συναλλακτική προσέγγιση, η οποία θυμίζει έντονα μια άλλη αλήστου μνήμης στιγμή του, όταν πετούσε ρολά χαρτιού υγείας στους πληγέντες από τυφώνα στο Πουέρτο Ρίκο, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου εγχειριδίου, όπου οι επιδεικτικές χειρονομίες επιχειρούν να αντικαταστήσουν την ουσιαστική κοινωνική πολιτική και την απλή ενσυναίσθηση.
Την ώρα που το διεθνές ενδιαφέρον και τα ραντάρ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δείχνουν να στρέφονται προς περιοχές με εξαιρετικά βαρύ ιστορικό και γεωπολιτικό φορτίο, όπως η Κούβα, οι κίνδυνοι του τραμπικού επικοινωνιακού μοντέλου γίνονται όλο και πιο εμφανείς. Η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική απόφαση και την ψυχαγωγική παράσταση έχει γίνει πιο λεπτή από ποτέ.
Οι ηγέτες εξακολουθούν να λαμβάνουν αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές εκατομμύρια ανθρώπων. Ωστόσο, το γεγονός ότι αυτές οι αποφάσεις ανακοινώνονται και εκτελούνται με τη «λογική», την αισθητική και τους ρυθμούς ενός reality show, καταδεικνύει το τέλος μιας μεγάλης ψευδαίσθησης: το θέαμα στην πολιτική δεν είναι πλέον απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας. Είναι, μάλλον δυστυχώς, η ίδια η πολιτική.







