Ο Τρίτα Πάρσι, ιρανοσουηδός πολιτικός αναλυτής, είναι συνιδρυτής του Ινστιτούτου Quincy για την Υπεύθυνη Πολιτική Πράξη, μιας δεξαμενής σκέψης στην Ουάσιγκτον που προωθεί τη διπλωματική λύση των γεωπολιτικών διενέξεων, καθώς και του Εθνικού Ιρανικού Αμερικανικού Συμβουλίου (NIAC) που στοχεύει στην καλλιέργεια θετικών ιρανοαμερικανικών σχέσεων. Εχει γράψει το πολυβραβευμένο έργο «Μια επισφαλής συμμαχία: Οι μυστικές συμφωνίες Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν» (2008) που ακολουθήθηκε από δύο βιβλία για την ιρανική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα.

Γεννημένος στην Αχβάζ του Ιράν, σε οικογένεια με ζωροαστρικές καταβολές, είδε τον πανεπιστημιακό πατέρα του να φυλακίζεται δύο φορές, τόσο από τον Ρεζά Παχλαβί όσο και από την ισλαμική επανάσταση, προτού η οικογένειά του διαφύγει στη Σουηδία, όπου άρχισε τη διπλωματική του σταδιοδρομία. Μίλησε στο «Βήμα» για την πιθανότητα μιας διπλωματικής λύσης και τα σημαντικότερα εμπόδια προς αυτήν.

Πόσο πιθανή ήταν μια συμφωνία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν;

«Μια συμφωνία θα απαιτούσε σημαντικές παραχωρήσεις και από τις δύο πλευρές. Σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του Ιράν, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να άρουν ένα μέρος των κυρώσεων. Ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι από θέση αρχής εναντίον της απάλυνσης των κυρώσεων, θα αντιμετώπιζε έντονη διαφωνία από το Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί επιθυμούν τη διατήρηση των κυρώσεων προκειμένου να υποβαθμιστούν οι δυνατότητες του Ιράν και οι απειλές που αυτό πρεσβεύει. Η δυσκολότερη διαπραγμάτευση θα είναι ανάμεσα στον Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Μην ξεχνάμε ότι επί διακυβέρνησης Τραμπ το Ισραήλ διαθέτει τη δυνατότητα απευθείας καθοριστικών συνομιλιών με τον αμερικανό πρόεδρο, παρακάμπτοντας τις θεσμικές διαδικασίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται για μια επίδραση επί του Τραμπ που δεν έχουν ούτε σημαντικοί υπουργοί και αξιωματούχοι, τους οποίους έχει τοποθετήσει ο ίδιος ο πρόεδρος. Η αντίληψη του Ισραήλ είναι ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός του Ιράν αποτελεί κίνηση ματ και ότι είναι άκαιρη μια συμφωνία τώρα, επειδή το Ιράν σύντομα θα χάσει το πλεονέκτημά του και θα οδηγηθεί σε συνθηκολόγηση».

Πόσο εύκολη είναι μια κίνηση ματ στη χώρα από την οποία πήρε η Δύση το σκάκι;

«Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ δεν ακολουθείται με απόλυτη σοβαρότητα, αλλά αποτελεί περισσότερο ένα μέσο διαπραγματευτικής πίεσης. Ο λόγος είναι ότι ένας απόλυτος αποκλεισμός θα έφερνε σύγκρουση με την Κίνα σε μια περίοδο που η επιτυχία της επικείμενης επίσκεψης στο Πεκίνο αποτελεί προτεραιότητα για τον Τραμπ».

Ποιο ήταν, λοιπόν, το κύριο εμπόδιο για την επίτευξη συμφωνίας;

«Ο πόλεμος στον Λίβανο, γιατί οι Ιρανοί θεωρούν ότι μια συμφωνία που δεν θα περιλαμβάνει ειρήνη και στον Λίβανο θα αποτελούσε προδοσία των συμμάχων τους στη χώρα. Για τους Ιρανούς, το σημαντικό είναι να δουν χειροπιαστά ότι η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της στο Ισραήλ. Ο Λίβανος είναι το τεστ. Αν το Ιράν διαπιστώσει ότι οι ΗΠΑ δεν προτίθενται να πιέσουν σοβαρά το Ισραήλ, τότε θα υπάρχει έλλειψη αξιοπιστίας σε οποιαδήποτε συμφωνία. Το Ιράν θέλει να πειστεί ότι οι ΗΠΑ είναι αυτές που λαμβάνουν την τελική και καταληκτική απόφαση».

Βάσει του επιστημονικού σας έργου με θέμα τη διπλωματία των κυβερνήσεων Ομπάμα, πώς θα τη συγκρίνατε με αυτή της κυβέρνησης Τραμπ;

«Η διαφορά είναι ότι ο Ομπάμα σύντομα κατάλαβε ότι μια συνθηκολόγηση του Ιράν δεν είναι εφικτή, ενώ ο Τραμπ οδηγήθηκε στο να πιστέψει στη δυνατότητα της συνθηκολόγησης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ξεκίνησε πόλεμο, εκεί που ο Ομπάμα προχωρούσε με σκληρή διπλωματία. Με τον Τραμπ βεβαίως όλα είναι δυνατά. Οπως από τη διεκδίκηση του Νομπέλ Ειρήνης μετέβη σε φιλοπόλεμη πολιτική, μπορεί αντίστροφα να επιθυμήσει να “ξεπεράσει” τον Ομπάμα ως προς την επίτευξη μιας συμφωνίας. Αυτό που τον αναστέλλει είναι ότι δεν επιθυμεί ένταση με το Ισραήλ».

Και αν έπρεπε να κάνετε προγνωστικά;

«Θα έδινα 25% σε μια συμφωνία, 70% σε μια προσωρινή εκεχειρία και 5% σε μια πλήρη επιστροφή στον πόλεμο».