Στις 8 Μαΐου του 2026 ο Αντώνης Βραδής και δεκαοκτώ ακόμα μέλη της ελληνικής ανθρωπιστικής αποστολής επιβιβάστηκαν από το λιμάνι της Σύρου σε πέντε ιστιοφόρα, μέρος του Στόλου της Ελευθερίας με προορισμό τη Γάζα.
Ως εθελοντής του κινήματος March to Gaza Greece ξεκίνησε ένα ταξίδι που γνώριζε εξαρχής ότι δεν επρόκειτο να φτάσει ποτέ στον τελικό του προορισμό: τη Γάζα. Όμως αυτό δεν ήταν ποτέ το πραγματικό διακύβευμα.
Για τον Βραδή, καθηγητή ανθρωπογεωγραφίας στα πανεπιστήμια St Andrews της Σκωτίας και Όσλο της Νορβηγίας, η συμμετοχή στην αποστολή δεν ήταν συμβολική πράξη αλλά μια απόφαση έμπρακτης, σωματικής αλληλεγγύης. Μια προσπάθεια να βιώσει – έστω και ως ελάχιστο κλάσμα – τις συνθήκες βίας, καταστολής και εξευτελισμού που υφίστανται οι Παλαιστίνιοι εδώ και δεκαετίες, και να μεταφέρει με άμεσο τρόπο στην παγκόσμια κοινή γνώμη τις πρακτικές των ισραηλινών αρχών.

Οι περίπου 50 ώρες εγκλωβισμού σε έναν πλωτό μηχανισμό κράτησης, οι ξυλοδαρμοί, η ψυχολογική εξουθένωση και η μεταγωγή σε ισραηλινές φυλακές, που περιγράφει ο Έλληνας ακτιβιστής, συνθέτουν την εικόνα ενός συστήματος βίας που λειτουργεί πια σε βιομηχανοποιημένη κλίμακα.
Ας τα πάρουμε από την αρχή. Διδάσκετε σε δύο ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και καταλαβαίνω ότι ζείτε στην ασφάλεια του ευρωπαϊκού βορά. Τι σας κινητοποίησε να συμμετάσχετε σε αυτή την αποστολή;
Ναι, διδάσκω σε δύο πανεπιστήμια. Είμαι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο St Andrews της Σκωτίας και στο Πανεπιστήμιο του Όσλο στη Νορβηγία, με αντικείμενο την ανθρωπογεωγραφία. Όσον αφορά την κινητοποίηση, εδώ και χρόνια έχω μια βαθιά πολιτική και ανθρώπινη εγγύτητα με τον παλαιστινιακό αγώνα.
Τον Απρίλιο του 2024 βρέθηκα στη Δυτική Όχθη με τον Ross Domoney, έναν φίλο κινηματογραφιστή. Εκεί καταγράψαμε μια επίθεση του ισραηλινού στρατού σε έναν παλαιστινιακό καταυλισμό και ουσιαστικά την ολοκληρωτική καταστροφή του. Από τότε είχα αποφασίσει ότι έπρεπε να βρω έναν τρόπο να επιστρέψω στην περιοχή.
Όταν λοιπόν δημοσιεύτηκε το κάλεσμα για αυτή την αποστολή, έκανα αμέσως την αίτησή μου.

Στη Δυτική Όχθη είχατε πάει εξαρχής για να καταγράψετε αυτές τις επιθέσεις ή ήταν κάτι που προέκυψε εκεί;
Αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός. Γνωρίζαμε ότι γίνονταν συνεχείς επιθέσεις στην περιοχή – μάλιστα έχει ήδη προκύψει ένα φιλμ και ένα βιβλίο από εκείνη την εμπειρία.
Πήγαμε με στόχο να καταφέρουμε να καταγράψουμε αυτές τις επιχειρήσεις. Και πράγματι συνέβη.
Οι επιθέσεις ήταν τόσο συχνές, που το μόνο εύκολο τελικά ήταν να τις δούμε και να τις κινηματογραφήσουμε.
Άρα γνωρίζατε εξαρχής τον κίνδυνο που ενείχε κάτι τέτοιο.
Ναι, φυσικά γνωρίζαμε ότι υπήρχε κίνδυνος. Είχαμε πάει ως διαπιστευμένοι δημοσιογράφοι – έχω και δημοσιογραφική ιδιότητα – αλλά, όπως καταλαβαίνετε, σε τέτοιες συνθήκες αυτό δε σημαίνει απαραίτητα πολλά. Μπορεί ενίοτε να σε βάλει και σε χειρότερη θέση.
Ο στρατός δε γνώριζε ότι είχαμε πάει στο συγκεκριμένο σημείο, οπότε το ρίσκο υπήρχε εξαρχής. Ήταν κάτι που είχαμε αποφασίσει να αποδεχτούμε και να διαχειριστούμε.
Και η εμπειρία εκείνη ήταν που σας οδήγησε τώρα στον Στόλο της Ελευθερίας;
Ακριβώς. Τότε στη Δυτική Όχθη βιώσαμε τα πράγματα από πρώτο χέρι. Ήμασταν αυτόπτες μάρτυρες σε 13 ή 14 δολοφονίες Παλαιστινίων κατοίκων του καταυλισμού. Με τρεις από αυτούς είχαμε μιλήσει on camera.
Φανταστείτε ότι, την επόμενη ημέρα από τη δολοφονία τους, δείχναμε το υλικό στις οικογένειές τους, γιατί ήταν ουσιαστικά τα τελευταία τους λόγια πριν δολοφονηθούν.
Ήταν μια εξαιρετικά επώδυνη εμπειρία. Μας έδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο αυτό που λέμε και σήμερα: ότι όσα περάσαμε εμείς στον Στόλο της Ελευθερίας δεν είναι παρά ένα ελάχιστο κλάσμα της εμπειρίας των Παλαιστινίων, τόσο μέσα όσο και έξω από τις φυλακές.
«Μας πήραν παπούτσια, γυαλιά, προσωπικά αντικείμενα υπό την απειλή όπλων και στη συνέχεια μας μετέφεραν στο πλοίο-φυλακή»
Πολλοί αναρωτιούνται γιατί συμμετείχατε σε μια τέτοια αποστολή, γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες να φτάσετε στη Γάζα ήταν μηδενικές.
Είναι μια πολύ ουσιαστική ερώτηση. Δε συμμετέχεις σε ένα τέτοιο ταξίδι χωρίς να τα έχεις ζυγίσει όλα αυτά. Για μένα το κίνητρο δεν ήταν να φτάσουμε στη Γάζα. Ήταν να προσπαθήσουμε να φτάσουμε. Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο.
Το να αναγκάσουμε τον ισραηλινό στρατό να μας αντιμετωπίσει με τον τρόπο που μας αντιμετώπισε, ξεγυμνώνει το αφήγημα περί «δημοκρατικού στρατού» και «δημοκρατικής ευαισθησίας». Δίνει επίσης ορατότητα στις συνθήκες κράτησης. Τόσο στις δικές μας –μέσα από όσα υποστήκαμε– όσο και, κατ’ επέκταση, σε εκείνες των Παλαιστινίων κρατουμένων.
Είναι ένας αγώνας βαθιά συμβολικός: να καταδείξουμε τις πρακτικές ενός κράτους που πλέον δε λογαριάζει ούτε καν όσους θεωρούνται στενοί σύμμαχοί του. Η στάση απέναντι στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήταν σοκαριστική. Ειλικρινά έχω αρχίσει να πιστεύω ότι το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δε γνώριζε καν πού βρισκόμασταν.
Γι’ αυτό θεωρώ πως το να φέρνουμε στο φως αυτές τις πρακτικές είναι εξίσου σημαντικό –ίσως και σημαντικότερο– από το να έφτανε τελικά μια αποστολή στη Γάζα.

Περιγράψτε μου το ταξίδι. Από πού ξεκινήσατε και πόσοι ακτιβιστές συμμετείχατε;
Ξεκινήσαμε από τη Σύρο στις 8 Μαΐου. Συνολικά υπήρχαν έξι σκάφη στην ελληνική αποστολή. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες ήμασταν αρχικά περίπου 23 και τελικά μείναμε 19 μετά από κάποιες αποχωρήσεις.
Πλεύσαμε προς τη Μαρμαρίδα της Τουρκίας, όπου έγινε ανεφοδιασμός και συναντήσαμε τα διεθνή πληρώματα. Μετά από μια μικρή στάση στο Καστελόριζο λόγω τεχνικών προβλημάτων, συνεχίσαμε προς τη Γάζα. Η αναχαίτιση έγινε περίπου 60 ναυτικά μίλια νότια της Κύπρου.
Πώς ακριβώς έγινε;
Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί υπάρχει η ισραηλινή αφήγηση ότι υπήρξε προειδοποίηση προς το μέρος μας. Κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ.
Μας προσέγγισε ένα μεγάλο Zodiac του ισραηλινού ναυτικού. Μας ανακοίνωσαν ποιοι είναι και μας είπαν ότι αν δε σηκώσουμε τα χέρια ψηλά θα μας πυροβολήσουν. Όλοι τους φορούσαν full-face μάσκες.
Ανέβηκαν στο σκάφος, μας ανάγκασαν να περπατάμε και να καθόμαστε στην πλώρη με τα χέρια ψηλά, ενώ η κακοκαιρία ήταν έντονη και ο κίνδυνος να πέσει κάποιος στη θάλασσα μεγάλος.
Μας φώναζαν να μην τους κοιτάμε στο πρόσωπο. Μας πήραν παπούτσια, γυαλιά, προσωπικά αντικείμενα υπό την απειλή όπλων και στη συνέχεια μας μετέφεραν σε αυτό που περιγράφω ως πλοίο-φυλακή.
Εγώ έμεινα ξυπόλητος, μόνο με ένα παντελόνι φόρμας και ένα t-shirt για όλο το υπόλοιπο της κράτησης.
«Το να αναγκάσουμε τον ισραηλινό στρατό να μας αντιμετωπίσει με τον τρόπο που μας αντιμετώπισε, ξεγυμνώνει το αφήγημα περί “δημοκρατικής ευαισθησίας”»
Τη στιγμή εκείνη φοβηθήκατε;
Γνωρίζαμε ότι θα υπάρξει αναχαίτιση. Δε γνωρίζαμε όμως αυτή τη βιαιότητα. Η αγριότητα της καταστολής και όσα υποστήκαμε πάνω στο πλοίο ήταν κάτι για το οποίο δεν ήμασταν προετοιμασμένοι. Ακόμη και άνθρωποι που είχαν εμπειρία από προηγούμενες αναχαιτίσεις έλεγαν ότι δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο.
Από τη στιγμή που ανεβήκαμε στο ισραηλινό πλοίο-φυλακή, βρεθήκαμε σε έναν αυτοσχέδιο χώρο που όριζαν έξι κοντέινερ. Το ένα από αυτά ήταν το κοντέινερ των βασανιστηρίων.
Περάσαμε όλοι μας από εκεί. Το πόσο άγρια θα χτυπιόταν κάποιος έμοιαζε να εξαρτάται από την τύχη ή την καταγωγή του. Οι Τούρκοι και οι Άραβες, για παράδειγμα, δέχτηκαν σαφώς μεγαλύτερη βία.
Εγώ ήμουν από τους «τυχερούς». Ξαφνικά δέχτηκα μια γονατιά στο αυτί, εκτοξεύτηκα στον τοίχο και βρέθηκα έξω από το κοντέινερ.
Υπήρχε κόσμος που χτυπήθηκε ακόμα και με τέιζερ. Άνθρωποι με σπασμένα πλευρά, σπασμένες μύτες, τραυματισμένα χέρια. Χτυπούσαν κεφάλια και σώματα πάνω στο μέταλλο του κοντέινερ. Και όλα αυτά χωρίς να έχει υπάρξει η παραμικρή αντίδραση από την πλευρά μας.

Χωρίς καμία ένταση ή αντίσταση από τους ακτιβιστές;
Καμία απολύτως. Δεν υπήρχε περιθώριο για κάτι τέτοιο. Άρχισαν να με χτυπούν από τη στιγμή που πάτησα στο πλοίο, επειδή θεώρησαν ότι δεν κάθισα αρκετά γρήγορα εκεί όπου μου υπέδειξαν.
Μας κρατούσαν συνεχώς σε stress positions – στα γόνατα, με το κεφάλι χαμηλά. Μέσα σε εκείνον τον χώρο ακούγαμε ανήμποροι τον ξυλοδαρμό κάθε ανθρώπου που έμπαινε στο κοντέινερ.
Υπήρχε τρομακτική έλλειψη νερού. Μία κούτα με μικρά μπουκάλια για περίπου 170 ανθρώπους. Εγώ, μαζί με άλλα έξι μέλη της ελληνικής αποστολής, είχαμε ξεκινήσει απεργία πείνας και προσπαθούσαμε παρ’ολα αυτά να αφήνουμε το νερό στους τραυματισμένους.
Επίσης, δεν υπήρχε καμία ιατρική φροντίδα. Γιατροί που ήταν μαζί μας έσκιζαν τις μπλούζες κόσμου που τις προσέφερε για να φτιάξουν γάζες και χρησιμοποιούσαν τα πλαστικά κομμάτια από τα μπουκάλια ως αυτοσχέδιους νάρθηκες. Οι εικόνες ήταν τρομακτικές.
Και όμως, πάνω από τον φόβο κυριάρχησε η αλληλεγγύη. Τα δύο βράδια, μέσα στο κρύο, άγνωστοι άνθρωποι αγκαλιαζόμασταν για να κρατήσουμε τη θερμοκρασία του σώματός μας.
«Η μοναδική επαφή με ελληνικές προξενικές αρχές έγινε στο αεροδρόμιο, λίγο πριν φύγουμε. Οι διπλωμάτες ήταν απομονωμένοι σε μια γωνία και δεν τους επέτρεπαν ούτε να μας πλησιάσουν»
Πόσο χρόνο μείνατε συνολικά πάνω σε αυτό το σκάφος;
Περισσότερες από 50 ώρες. Το αναφέρω σε ώρες γιατί εκεί μέσα κάθε ώρα είχε τεράστιο βάρος. Δεν είχαμε καμία ενημέρωση για το πού βρισκόμαστε ή πού μας πηγαίνουν.
Η μόνη επαφή ήταν όταν μας πετούσαν κομμάτια παγωμένου ψωμιού –στην αρχή κυριολεκτικά μέσα στις λάσπες και στα νερά. Κοιτούσαμε τον ήλιο που ανέτελλε και έδυε ή ψάχναμε πουλιά για να καταλάβουμε αν πλησιάζουμε σε στεριά.
Κάποιοι προσπαθούσαν να δουν προς τη θάλασσα ανάμεσα από τα κοντέινερ, όμως οι φρουροί πυροβολούσαν με πλαστικές σφαίρες όποιον επιχειρούσε να κοιτάξει έξω.
Το πλοίο ήταν εν κινήσει όλο αυτό το διάστημα;
Ναι, από ό,τι καταλάβαμε έκανε κύκλους, πιθανότατα μαζεύοντας κόσμο και από άλλες αναχαιτίσεις. Έμοιαζε με οργανωμένο ψυχολογικό βασανιστήριο.

Σας επέτρεπαν τουλάχιστον να χρησιμοποιήσετε τουαλέτα;
Για περίπου 170 άτομα υπήρχαν μόνο δύο χημικές τουαλέτες ανοιχτές. Δεν υπήρχε χαρτί υγείας.
Υπήρξαν άνθρωποι που αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν ακόμη και τα παγωμένα κομμάτια ψωμιού που μας πετούσαν ως χαρτί. Οι συνθήκες ήταν απολύτως απάνθρωπες.
Εκείνες τις προφανώς οριακές στιγμές μετανιώσατε για τη συμμετοχή σας στον Στόλο της Ελευθερίας;
Ούτε στιγμή. Ξέρετε, δεν είμαστε ήρωες. Κανονικοί άνθρωποι είμαστε με φόβους και όρια. Όμως, βλέποντας το αποτέλεσμα, ότι δηλαδή εκτέθηκαν διεθνώς οι πρακτικές του Ισραήλ και οι συνθήκες κράτησης, θεωρώ ότι ο στόχος επετεύχθη.
Δε θα έπρεπε να χρειάζεται να βασανιστεί κάποιος για να αποδείξει τι συμβαίνει. Όμως αυτό που ζήσαμε έδειξε ότι πλέον δεν υπάρχει κανένα όριο, ακόμη και απέναντι σε δυτικούς πολίτες. Υπήρχαν στιγμές που πραγματικά δεν ξέραμε πού μπορεί να καταλήξει όλο αυτό.
Καθώς πέρναγαν οι ώρες, η κατάσταση αγρίευε. Έριχναν κρότου-λάμψης μέσα στον χώρο κράτησης για να δημιουργήσουν πανικό και αργότερα χρησιμοποιούσαν πλαστικές σφαίρες. Ένας από τους συντρόφους μας τραυματίστηκε σοβαρά στον αστράγαλο από πλαστική σφαίρα.
Κάθε φορά που νόμιζες ότι η κατάσταση δεν μπορεί να γίνει χειρότερη, συνέβαινε κάτι νέο.
«Υπήρχε κόσμος που χτυπήθηκε ακόμα και με τέιζερ. Άνθρωποι με σπασμένα πλευρά, σπασμένες μύτες, τραυματισμένα χέρια»
Υποθέτω ότι σας είχαν κατασχέσει και τα κινητά τηλέφωνα;
Όχι, η δική μας πολιτική ήταν να τα πετάξουμε στη θάλασσα λίγο πριν από τη σύλληψη, ώστε να μην αποκτήσουν πρόσβαση σε επαφές και προσωπικά δεδομένα. Δεν υπήρχε καμία επικοινωνία με τον έξω κόσμο.
Η πρώτη πληροφορία ήρθε τη δεύτερη μέρα, όταν έφεραν κόσμο από άλλη αναχαίτιση. Τότε μάθαμε ότι μας πήγαιναν στο Ισραήλ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ελπίζαμε ότι θα μας μετέφεραν στην Κύπρο, στην Κρήτη ή στην Αίγυπτο.
Και τελικά φτάνετε στο Ισραήλ.
Φτάνοντας στο λιμάνι της Ασντόντ, μας έβαλαν όλους στη γνωστή στάση, στα γόνατα με τα κεφάλια σκυμμένα. Έβαζαν δυνατά εθνικιστικά τραγούδια για ώρα, προφανώς για εκφοβισμό και αποπροσανατολισμό.
Βγαίνοντας από το πλοίο ξεκίνησε ένας νέος γύρος ξυλοδαρμών. Είναι ακριβώς η σκηνή που εμφανίζεται στο επίμαχο βίντεο του Ιταμάρ Μπεν Γκβίρ.
ככה אנחנו מקבלים את תומכי הטרור
Welcome to Israel 🇮🇱 pic.twitter.com/7Hf8cAg7fC
— איתמר בן גביר (@itamarbengvir) May 20, 2026
Στη συνέχεια περάσαμε από διαδικασία ταυτοποίησης και αργότερα μεταφερθήκαμε στις φυλακές. Εκεί, δύο φύλακες με οδήγησαν πίσω από ένα παραβάν, με έπιασαν από τον λαιμό και άρχισαν να με χτυπούν.
Κάποια στιγμή ο ένας έβγαλε έναν σουγιά και επιχείρησε να με τραυματίσει. Κατάφερα να αποφύγω το χτύπημα και τελικά τραυματίστηκα μόνο στο χέρι.
Το πιο σοκαριστικό στοιχείο ήταν ότι όλα έμοιαζαν οργανωμένα. Όχι σαν μεμονωμένο περιστατικό, αλλά σαν ένας μηχανισμός βίας που λειτουργεί συστηματικά.
Πότε νιώσατε ότι υπήρξε ενδιαφέρον από την ελληνική πλευρά;
Ειλικρινά; Δεν το νιώσαμε ποτέ. Η πρώτη πραγματική ενημέρωση ήρθε από την Adalah, μια οργάνωση Παλαιστινίων δικηγόρων μέσα στο Ισραήλ.
Η μοναδική επαφή με ελληνικές προξενικές αρχές έγινε στο αεροδρόμιο, λίγο πριν φύγουμε. Οι διπλωμάτες ήταν απομονωμένοι σε μια γωνία και δεν τους επέτρεπαν ούτε να μας πλησιάσουν.
Μια γυναίκα κρατούσε μια μικρή ελληνική σημαία. Της φώναξα ότι είμαι Έλληνας και πρόλαβε μόνο να μου πει ότι θα μας περιμένει το προξενείο στην Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα ήταν εξευτελιστική ακόμη και για τις ίδιες τις ευρωπαϊκές διπλωματικές αποστολές.

Ποιο ήταν τελικά το πιο συγκλονιστικό κομμάτι αυτής της εμπειρίας;
Ότι βρεθήκαμε στους ίδιους χώρους όπου κρατούνται εδώ και δεκαετίες Παλαιστίνιοι. Φόρεσα τη φόρμα της φυλακής και σκέφτηκα: αν αυτά συμβαίνουν σε εμάς τους Ευρωπαίους, τι συμβαίνει στους χιλιάδες Παλαιστίνιους κρατούμενους;
Αυτό από μόνο του δίνει νόημα σε όσα περάσαμε. Δεν μπορείς μετά να συνεχίσεις τη ζωή σου σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
«Η πραγματική ερώτηση είναι ποια είναι η εναλλακτική που έχουμε. Μια ζωή όπου απλώς συνεχίζουμε κανονικά ενώ γύρω μας συμβαίνουν όλα αυτά;»
Έχουν πρακτικό, ίσως συναισθηματικό αντίκτυπο αυτές οι αποστολές στους ανθρώπους της Γάζας;
Τους δίνουν τεράστιο κουράγιο. Οι οικογένειες με τις οποίες μίλησα, είχαν ενθουσιαστεί. Σκεφτείτε είχα τρία καλέσματα για φαγητό στην περίπτωση που καταφέρναμε να φτάσουμε. Τους δίνει την ελπίδα ότι μπορούν ξανά να συνδεθούν με τον έξω κόσμο.
Προφανώς, μια μικρή αποστολή δεν μπορεί να καλύψει την ανθρωπιστική καταστροφή μιας γενοκτονίας. Όμως, το να δουν ότι υπάρχει κόσμος που ρισκάρει για να φτάσει κοντά τους, είναι ένα ανεκτίμητο συμβολικό δώρο αλληλεγγύης.
Το πιο απίστευτο ήταν ότι οι Παλαιστίνιοι της Γάζας αγωνιούσαν για εμάς. Μας έστελναν μηνύματα ανησυχώντας αν είμαστε ασφαλείς. Αυτό δείχνει μεγαλείο ψυχής.













