Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Τι μπορεί να χωρά μέσα σε ένα «αμάν»; Έναν καημό ή αποχωρισμό, μια ανάμνηση ή μια διαδρομή στον δρόμο της προσφυγιάς, ένα τραγούδι που ταξιδεύει από γενιά σε γενιά και από λιμάνι σε λιμάνι;  Μπορεί να χωρά ακόμη και ολόκληρη η ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου, γραμμένη μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που μετακινήθηκαν, ξεριζώθηκαν, συναντήθηκαν και συνυπήρξαν, χωρίς τις επιταγές ενός ενιαίου εθνικού αφηγήματος.

Η ιστορία που διασώζεται μέσα από θραύσματα – έναν αμανέ που πέρασε από γενιά σε γενιά, μια παλιά κασέτα, ένα μοιρολόι, μια συνταγή, μια λέξη που άλλαξε προφορά ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη, μια οικογενειακή αφήγηση γύρω από ένα τραπέζι – είναι η αφετηρία του AMAN AMAN. Πρόκειται για ένα διεθνές πολιτιστικό εγχείρημα που ξεκινά στις 3 Ιουνίου από το Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα και θα αναπτυχθεί έως τον Ιανουάριο του 2027 σε Ελλάδα, Γερμανία και Τουρκία.

Μέσα από εκθέσεις, συναυλίες, προβολές, performances, συζητήσεις και ηχητικές εμπειρίες, το πρόγραμμα επιχειρεί να χαρτογραφήσει κοινές ιστορίες μετανάστευσης, εξορίας, εργασίας, αλληλεγγύης και φιλίας που διατρέχουν την Ανατολική Μεσόγειο και τις διασπορές της.

Πίσω από το εγχείρημα βρίσκονται το Goethe-Institut Athen, το SİNEMA TRANSTOPIA και το TAVROS, σε συνεργασία με πολιτιστικούς οργανισμούς από την Ελλάδα, τη Γερμανία και την Τουρκία (Goethe-Institut Izmir, Goethe-Institut Thessaloniki,  Münchner Kammerspiele, İç İçe – Festival für neue anatolische Musik, Kulturakademie Tarabya, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και DFF–Deutsches Filminstitut & Filmmuseum Frankfurt).

Πώς γεννήθηκε το AMAN AMAN

Το διαπολιτισμικό αυτό πρότζεκτ δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως μια γραμμική αφήγηση γεγονότων. Από τους υποβλητικούς ήχους των αμανέδων και των türküs (τούρκου) μέχρι τις μορφές αλληλεγγύης που αναπτύχθηκαν ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους εργάτες στη Γερμανία, από τα μετα-οθωμανικά μοιρολόγια των Café Amans στη Νέα Υόρκη έως σύγχρονες φωνές από τις ακτές του Αιγαίου και την Ανατολία, το AMAN AMAN κινείται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν και ιχνηλατεί συνδέσεις στον χρόνο και τον χώρο.

BIZ-WIR-EMEIS Mehmet Birinci

Η επιμελήτρια του TAVROS, Ειρήνη Φουντεδάκη, περιγράφει ότι η ιδέα του πρότζεκτ γεννήθηκε οργανικά, μέσα από προσωπικές εμπειρίες και συναντήσεις στο Βερολίνο με κοινότητες της τουρκικής και ευρύτερης νοτιοανατολικής μεσογειακής διασποράς. Εκεί άρχισε να αντιλαμβάνεται πως οι ιστορίες Ελλάδας και Τουρκίας είναι ήδη βαθιά συνδεδεμένες — όχι απαραίτητα μέσα από κρατικές ή εθνικές αφηγήσεις, αλλά μέσα από καθημερινές πολιτισμικές πρακτικές: τη μουσική, τις γεύσεις, τις γλωσσικές εκφράσεις και τις συνήθειες που ταξιδεύουν μαζί με τους ανθρώπους.

Όπως λέει η Ειρήνη Φουντεδάκη στο «Β»: «Οι γειτονικές ιστορίες γίνονται συχνά ορατές η μία στην άλλη μόνο όταν απομακρυνθείς από το «σπίτι». Για μένα αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές όσο ζούσα στο Βερολίνο, όπου ανακάλυψα απρόσμενες συγγένειες με διασπορικές κοινότητες από την Τουρκία και την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις άρχισα να αντιλαμβάνομαι πόσο βαθιά διασυνδεδεμένες ήταν ήδη οι ιστορίες μας — όχι απαραίτητα μέσω των επίσημων αφηγήσεων, αλλά μέσα από καθημερινές πολιτισμικές πρακτικές: τη μουσική, τις συνταγές, τις γλωσσικές εκφράσεις που μετακινούνται πέρα από σύνορα, αλλάζοντας ελαφρώς μορφή, προφορά ή σημασία στην πορεία.

«Οι ιδέες ταξιδεύουν μαζί με τους ανθρώπους· μεταφράζονται, παραλλάσσονται, προσαρμόζονται και επανεμφανίζονται σε διαφορετικά συμφραζόμενα», σημειώνει. Και κάτω από αυτές τις μετακινήσεις, όπως λέει, υπάρχει ένας συνεχής διάλογος που συχνά εξαφανίζεται μέσα στις ιστορίες των εθνών-κρατών, οι οποίες δίνουν έμφαση στον διαχωρισμό αντί στις ανταλλαγές που συνέβαιναν επί αιώνες στην περιοχή.

Η ίδια υπογραμμίζει επίσης πως το πρότζεκτ θέλει να αμφισβητήσει την ιδέα ότι η πολιτισμική επιρροή και η γνώση κινούνται μόνο από τον «παγκόσμιο Βορρά» προς τον «παγκόσμιο Νότο». Αντίθετα, επιχειρεί να αναδείξει τις πολυκατευθυντικές ιστορίες αλληλεγγύης, μετακίνησης και πολιτισμικής ώσμωσης που διαμόρφωσαν τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τις διασπορές της.

Η δύναμη της προφορικής ιστορίας

Για τη συν-επιμελήτρια του TAVROS, Μαρία-Θάλεια Καρρά, το AMAN AMAN είναι πολύ κοντά στην καρδιά της και συνδέεται άμεσα με τις οικογενειακές της μνήμες. Οι αφηγήσεις των θείων της από το την Κωνσταντινούπολη — γεμάτες εμπειρίες εκτοπισμού, τεκτονικών πολιτικών ανατροπών αλλά και μικρών καθημερινών χειρονομιών που κρατούσαν ζωντανή την αίσθηση του «σπιτιού» — έγιναν κομμάτι της έρευνας.

«Οι αφηγήσεις τους ήταν διαποτισμένες από ένα βαθύ αίσθημα εκτοπισμού και ξεριζωμού, που απαλυνόταν μόνο μέσα από μικρές χειρονομίες: ένα τραγούδι, ένα συγκεκριμένο φαγητό ή τα λευκά άνθη μιας λεμονιάς», λέει η Μαρία-Θάλεια Καρρά. Και προσθέτει: «Όπως μου έλεγε η μεγάλη θεία μου, το μόνο μέρος που της θύμιζε την παιδική αυλή τους στην Κωνσταντινούπολη ήταν όταν, σε ηλικία πάνω από ογδόντα ετών, καθόταν σε μια παρόμοια σκιερή αυλή στη Λευκωσία — μια πόλη με τη δική της ιστορία βίας, διαίρεσης και ξεριζωμού».

«Οι άνθρωποι πάντα μετακινούνταν, εξορίζονταν, αντάλλασσαν πολιτισμούς ή αναζητούσαν την ελευθερία», μας λέει η ίδια. Και αυτές οι μετακινήσεις συνοδεύονταν σχεδόν πάντα από ένα αίσθημα ετερότητας, αποκλεισμού και αργής αφομοίωσης. Συναισθήματα που, όπως εξηγεί, οι λέξεις συχνά αδυνατούν να περιγράψουν πλήρως και εκφράζονται καλύτερα μέσα από έναν θρήνο: «aman, aman».

Habibi Kiosk (c) Julian Baumann

Ιστορία, μουσική, πολιτισμική συνέχεια

H ιδέα της μουσικής ως άτυπου αρχείου Ιστορίας είναι στο επίκεντρο του πρότζεκτ, κυρίως ως φορέα μνήμης, συναισθήματος και πολιτισμικής συνέχειας.

Ο Marc-André Schmachtel, επικεφαλής πολιτιστικών προγραμμάτων του Goethe-Institut Athen, σημειώνει ότι ο ήχος και η μουσική λειτουργούν ως φορείς παραδοσιακής γνώσης που διαφορετικά ίσως να χάνονταν. «Η προφορική ιστορία είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο του πρότζεκτ: τελετουργίες, παραδόσεις, πεποιθήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά», αναφέρει.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση του Can Sungu από το SİNEMA TRANSTOPIA, ο οποίος περιγράφει το «Aman Aman» σαν ένα είδος διακρατικού και διαγλωσσικού εσπεράντο της Ανατολικής Μεσογείου. Η ίδια έκφραση εμφανίζεται σε ελληνικά, τουρκικά, αραβικά, αρμενικά και λαντίνο τραγούδια, διασχίζοντας σύνορα και κοινότητες μέσα από κοινές μουσικές μνήμες και συναισθηματικές εμπειρίες.

Για τον ίδιο, αυτή η γεωγραφία υπήρξε πάντα βαθιά διασυνδεδεμένη, ακόμη κι αν ο εθνικισμός και ο σωβινισμός του τελευταίου αιώνα προσπάθησαν να διαρρήξουν αυτές τις σχέσεις. «Σε κάποιο σημείο παύει να έχει σημασία από πού “προέρχεται” ένα τραγούδι», λέει, συγκρίνοντας αυτή τη συζήτηση με τις ατελείωτες διαμάχες γύρω από το αν ο μπακλαβάς ή ο μουσακάς “ανήκουν” σε ένα συγκεκριμένο έθνος.

Sebastian Reier aka Booty Carrell (c) Lidia Monge

«Όπως έχει δείξει η Ιστορία, η πολιτική είναι αυτή που καταφέρνει να μας χωρίζει, ενώ η μουσική λειτουργεί διαθεματικά. Δεν προκύπτει ποτέ από το πουθενά. Αντίθετα, τρέφεται από επιρροές, κοινές μνήμες και μουσικές που αντηχούν βαθιά μέσα μας. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα εναλλακτικό ρεύμα της ανθρώπινης ιστορίας, εξηγεί ο Sebastian Reier, επικεφαλής του Μουσικού Τμήματος και δραματουργός από τα Münchner Kammerspiele, που με το αυριανό «Habibi Kiosk» στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα, μάς προσκαλούν σε μουσικές, ηχητικές συναντήσεις και αφηγήσεις κοινών ιστοριών που διασχίζουν τον ελληνικό, τουρκικό και γερμανικό κόσμο.

Habibi Kiosk (c) Julian Baumann

Τα χαμένα αρχεία της μετανάστευσης

Ταυτόχρονα, οι δημιουργοί του πρότζεκτ αποφεύγουν συνειδητά κάθε εξιδανίκευση της περιοχής. Το AMAN AMAN δεν προσεγγίζει την Ανατολική Μεσόγειο ως μια ρομαντική ουτοπία ειρηνικής συνύπαρξης. Αντίθετα, συμπεριλαμβάνει τις βίαιες πτυχές της Ιστορίας: τις γενοκτονίες, τους ξεριζωμούς, τα τραύματα, τις εθνικές συγκρούσεις και τις σιωπές που συνεχίζουν να μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.

Αυτή η σύνθετη προσέγγιση αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο το πρότζεκτ διαχειρίζεται το ζήτημα των αρχείων και της μεταναστευτικής μνήμης.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι επιμελητές βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα αποκαλυπτικό εύρημα: τεράστιο μέρος του υλικού που αφορά τις εμπειρίες Ελλήνων και Τούρκων μεταναστών δεν έχει ποτέ διασωθεί θεσμικά. Παραμένει διασκορπισμένο σε οικογενειακά σπίτια, ιδιωτικές συλλογές, παλιές φωτογραφίες, γράμματα, κασέτες και φιλμ.

Η Ειρήνη Φουντεδάκη αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το έργο του σκηνοθέτη και ποιητή Λευτέρη Ξανθόπουλου, ο οποίος τη δεκαετία του 1970 δημιούργησε δύο σημαντικές ταινίες γύρω από τις εμπειρίες των Ελλήνων Gastarbeiter στη Γερμανία, στο πλαίσιο της «Τριλογίας της Ρωμιοσύνης». Μία από αυτές, «Η Ελληνική Κοινότητα της Χαϊδελβέργης» (1976), δημιουργήθηκε μέσα από την ίδια την ελληνική κοινότητα της πόλης και χρηματοδοτήθηκε από Έλληνες μετανάστες της περιοχής.

Ύστερα από επαφές με την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, το αρχείο της ΕΡΤ και την οικογένεια Ξανθόπουλου, οι δημιουργοί του AMAN AMAN διαπίστωσαν ότι τα πρωτότυπα αντίγραφα και των τριών ταινιών έχουν πλέον χαθεί.

Η απώλεια αυτή, όπως εξηγεί η Φουντεδάκη, έγινε τελικά εμβληματική για το ίδιο το πρότζεκτ: για το πώς ολόκληρες ιστορίες μετανάστευσης και συλλογικής ζωής μπορούν να παραμένουν δομικά υποτιμημένες, ανεπαρκώς διατηρημένες ή να εξαφανίζονται εντελώς, παρά την τεράστια πολιτισμική και ιστορική τους σημασία.

Υπάρχουν και άλλες ταινίες, για παράδειγμα του Γιώργου Καρυπίδη ή της Sema Poyraz, γυρισμένες στο Κρόισμπεργκ του Βερολίνου, που εστιάζουν στις συνθήκες ζωής, τις ανησυχίες και τις προσδοκίες των Τούρκων και Ελλήνων εργατών-μεταναστών. Αυτές οι ταινίες φέρνουν στο προσκήνιο τη δική τους οπτική για την πόλη, αλλά και τους πολιτικούς αγώνες που ένωσαν Έλληνες και Τούρκους εργάτες μετανάστες. «Μέσα από τη δουλειά μας στο SİNEMA TRANSTOPIA προσπαθούμε να κάνουμε αυτές τις ταινίες — μαζί με πολλές άλλες — ξανά προσβάσιμες και να τις επανασυνδέσουμε με τις κοινότητες στις οποίες ανήκει και αυτή η πολιτιστική κληρονομιά», λέει ο Can Sungu (SİNEMA TRANSTOPIA). Ο ίδιος συνδέει αυτό το κενό με τις πολιτικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τις επίσημες ιστορικές αφηγήσεις. «Ορισμένες φωνές παραμένουν αθέατες ή σιωπούνται σκόπιμα», τονίζει. «Συχνά δεν βρίσκουν θέση μέσα στην επίσημη Ιστορία, παρότι αντιπροσωπεύουν τις μνήμες και τις εμπειρίες πολλών ανθρώπων».

Το προσωπικό ως πολιτική πράξη

Σε αυτό το πλαίσιο, το AMAN AMAN προσπαθεί να κάνει «ορατές άλλες οπτικές της Ιστορίας που συστηματικά παραμερίζονται ή περιθωριοποιούνται».

Χαρακτηριστική είναι και η εικόνα που περιγράφει η Μαρία-Θάλεια Καρρά από ένα αρχειακό βίντεο της μουσικής εθνογράφου και τραγουδίστριας Δόμνας Σαμίου, η οποία δημιούργησε ένα αρχείο μουσικών παραδόσεων που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες από τα μικρασιατικά παράλια το 1922: «Βλέπουμε μια συνάντηση ανθρώπων από τα Αλάτσατα, που πλέον ζουν στη Νέα Ερυθραία της Αθήνας το 1977, να τραγουδούν την «Αλατσατιανή» γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο φαγητό. Στην κεφαλή του τραπεζιού βρίσκεται η Κλεονάκη Τζοανάκη, φορώντας γυαλιά με σκούρο σκελετό, η οποία με μια φωνή γεμάτη χαρούμενη αποφασιστικότητα τραγουδά για τη χαμένη πατρίδα τους, μια λεμονιά και το βουνό Καρα-Νταγ, στο οποίο — σύμφωνα με τους στίχους — οι άνθρωποι ψιθύριζαν τις λύπες τους.»

Για την κυρία Καρρά, αυτά τα τραγούδια μεταφέρουν μαζί τους τόσο τα απομεινάρια του παρελθόντος όσο και τους σπόρους του μέλλοντος. Το «σπίτι» παύει να είναι ένας σταθερός τόπος και γίνεται μια προσωρινή κοινότητα φωνών, αναμνήσεων και ήχων.

Οι προσωπικές ιστορίες βρίσκονται παντού μέσα στο AMAN AMAN. Ο Can Sungu μιλά για τη δική του οικογενειακή διαδρομή: συγγενείς του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων στις αρχές του 20ου αιώνα και να μεταναστεύσουν στην Κωνσταντινούπολη. Πολλά από όσα είχαν αποσιωπηθεί μέσα στην οικογένειά του αποκαλύφθηκαν μόνο μετά τον θάνατο της γιαγιάς του. «Το προσωπικό είναι πολιτικό», λέει. Σε αυτή τη φράση βρίσκεται και η «καρδιά» του πρότζεκτ: στο γεγονός ότι Ιστορία είναι η βιωμένη εμπειρία και όλοι οι συμμετέχοντες ακόμα και το κοινό έχουν μια οργανική σύνδεση με τα θέματα και τα ερωτήματα που ερευνώνται εδώ — μια σύνδεση που είναι συχνά βαθιά συναισθηματική και προσωπική.

Habibi Kiosk (c) Julian Baumann

Πρόγραμμα εκδηλώσεων

Το πρόγραμμα του AMAN AMAN ξεκινά στις 3 Ιουνίου στην Αθήνα με την εκδήλωση «filía – dostluk – Freundschaft», ένα πολυφωνικό garden party στο Goethe-Institut Athen σε επιμέλεια του Habibi Kiosk από τα Münchner Kammerspiele.

Η βραδιά περιλαμβάνει μουσικές επιτελεστικές διαλέξεις, listening sessions, αναγνώσεις, συζητήσεις, DJ sets και ηχητικές αφηγήσεις που διασχίζουν τον ελληνικό, τουρκικό και γερμανικό κόσμο.

Στη συζήτηση που θα πραγματοποιηθεί οι επιστήθιοι φίλοι Salih Karagöz και Ιωσήφ Αγγελίδης έχουν πολλά να μοιραστούν με το κοινό. Mεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά στην Κωνσταντινούπολη, πριν οι αναταραχές του πολέμου της Κύπρου τους χωρίσουν και η οικογένεια του Ιωσήφ μετακομίσει στην Αθήνα. Στην πορεία αποφάσισαν κι οι δύο να ανοίξουν δισκοπωλεία – ο καθένας στη δική του πόλη. Τελικά αυτά εξελίχθηκαν σε διαδεδομένες πλατφόρμες για την εύρεση βινυλίων. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, θα συζητήσουν μαζί με τον «αρχαιολόγο βινυλίων» Sebastian Reier για την ομορφιά της ανταλλαγής μουσικών αντικειμένων, καθώς και για μια φιλία ζωής που αντέχει παρά τις αντιξοότητες. Η ιστορία τους συνοψίζει τη βαθύτερη φιλοσοφία του πρότζεκτ: ακόμη κι όταν οι πολιτικές συγκρούσεις χωρίζουν ανθρώπους και τόπους, η ανθρωπιά μπορεί να επιβιώσει, όπως και η πολιτισμική μνήμη.

Στην Αθήνα θα παρουσιαστεί επίσης η μουσική διάλεξη–περφόρμανς «Biz – Wir – εμείς», μια παραγωγή των Münchner Kammerspiele που συνδυάζει μουσική, προσωπικές αφηγήσεις και ιστορίες από τον ελληνικό και τον τουρκικό κόσμο. Μέσα από τον ήχο και τις αφηγήσεις δημιουργείται ένας πολυφωνικός χώρος ακρόασης που στοχάζεται πάνω στις δυνατότητες της καλλιτεχνικής συνεργασίας ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους δημιουργούς.

Το ταξίδι του AMAN AMAN θα συνεχιστεί στο Βερολίνο με προβολές ταινιών, listening sessions, συναυλίες και γαστρονομικές παρεμβάσεις, στο Μόναχο με συναυλίες σε συνεργασία με το İÇ İÇE Music Festival, ενώ από τον Οκτώβριο του 2026 έως τον Ιανουάριο του 2027 θα παρουσιαστεί μεγάλη έκθεση και δημόσιο πρόγραμμα στον χώρο TAVROS στην Αθήνα.

Για τους δημιουργούς του Habibi Kiosk, η πολιτισμική συνύπαρξη σήμερα δεν σημαίνει εξάλειψη των διαφορών αλλά πραγματική επαφή με αυτές. «Πρέπει να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον, να δουλέψουμε μαζί, να ζήσουμε μαζί και να σεβαστούμε τις διαφορετικές πραγματικότητες αντί να τις κρύβουμε κάτω από το χαλί», σημειώνουν.

Σε μια Ευρώπη που σημαδεύεται από γεωπολιτικές κρίσεις, πολέμους και κλειστά σύνορα, το AMAN AMAN υπενθυμίζει ότι η ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου υπήρξε πάντοτε πιο κοινή, πιο σύνθετη και πιο αλληλένδετη απ’ όσο επιτρέπουν συνήθως οι εθνικές αφηγήσεις.