Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

“Η υποκριτική είναι μια μαζοχιστική μορφή επιδειξιομανίας. Δεν είναι ακριβώς το επάγγελμα ενός ενήλικα ”, έλεγε ο Σερ Λόρενς Ολίβιε για το επάγγελμα του ηθοποιού.

“Η υποκριτική δεν είναι τέχνη. Είναι ένα σαπροφάγο επάγγελμα, το σκουπιδαριό όλων των τεχνών”, παραδέχεται σκωπτικά ο Τζον Μπάριμορ, ο θρυλικός Αμερικανός ηθοποιός στο ομώνυμο έργο του Ουίλιαμ Λους, στο οποίο το θέατρο κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, αποκαλύπτοντας την πιο ιδιωτική πλευρά, άλλοτε σκοτεινή άλλοτε λαμπερή, ενός μύθου του παγκόσμιου θεάτρου.

Για το αμερικανικό ή βρετανικό θεατρικό κοινό, που γνωρίζει πολύ καλά την ιστορία του μυθικού θεατρικού, κινηματογραφικού και ραδιοφωνικού ηθοποιού Τζον Μπάριμορ (1882-1942), το βιογραφικό έργο του Ουίλιαμ Λους δεν προσφέρει κάτι ιδιαίτερο – ήταν η συγκλονιστική ερμηνεία του Κρίστοφερ Πλάμερ στον ομώνυμο ρόλο, η οποία βραβεύτηκε με βραβείο ΤΟΝΥ, που το απογείωσε.

Για το ελληνικό θεατρικό κοινό, όμως, το έργο του Λους προσφέρει μια θαυμάσια ευκαιρία να γνωρίσει έναν θρύλο του αμερικανικού και παγκόσμιου θεάτρου και την τραγική ιστορία του από την απόλυτη δόξα μέχρι την κροτώδη πτώση. Έναν ηθοποιό σταρ της εποχής του με το παρατσούκλι “το τέλειο προφίλ” (εξαιτίας της απόλυτης συμμετρίας των χαρακτηριστικών του), για τον οποίο οι κριτικοί έγραφαν “ο μεγαλύτερος εν ζωή Αμερικανός ηθοποιός”, “ίσως το πιο επιδραστικό είδωλο της εποχής του”, “ο πιο σημαντικός αγγλόφωνος ηθοποιός των ημερών μας”.

Μεταγενέστερα κριτικά σημειώματα αναφέρουν ότι “οι πρωτοποριακές, δυναμικές, ‘φυσικές’ ερμηνείες του Μπάριμορ ως Ριχάρδος ΙΙΙ και Αμλετ ανέτρεψαν τις σκηνικές συμβάσεις της εποχής και καθόρισαν τη μετέπειτα αντίληψη απόδοσης των συγκεκριμένων ρόλων” . Ο δε Όρσον Ουέλς έχει δηλώσει ότι “ο Μπάριμορ ήταν ο καλύτερος Άμλετ που είδα ποτέ”. Το τεράστιο ταλέντο του, όμως, γίνεται βορά στη συνεχή και επιδεινούμενη εξάρτησή του από το αλκοόλ. Έχοντας εθιστεί από τα 14 του, διέλυσε την προσωπική ζωή του (παντρεύτηκε και χώρισε τέσσερις φορές) όπως και την καριέρα του (δεν πήγαινε στις παραστάσεις του, εμφανιζόταν μεθυσμένος στη σκηνή, ξεχνούσε τα λόγια του).

Ο bigger-than-life βίος του Τζον Μπάριμορ

Το έργο του Ουίλιαμ Λους (1996) διαδραματίζεται το 1942, λίγο μετά την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ τον Δεκέμβριο του 1941 και λίγο πριν τον θάνατο του Τζον Μπάριμορ τον Μάιο του 1942. Όπως μας πληροφορεί με το γνωστό του φλεγματικό ύφος ο Μπάριμορ στην αρχή της παράστασης, “Μόλις είχε γίνει η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και εγώ προσπαθώ να αναστήσω την καριερίτσα μου”. Στην προσπάθειά του να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στη φθίνουσα καριέρα του, σε ηλικία 60 ετών με σοβαρά προβλήματα υγείας και ασθενούς μνήμης μετά από δεκαετίες εξάρτησης από το αλκοόλ, ο Μπάριμορ προσλαμβάνει έναν υποβολέα, τον Φρανκ, και νοικιάζει ένα άδειο θέατρο για να κάνει πρόβες για τον σαιξπηρικό “Ριχάρδο ΙΙΙ”, ρόλο σταθμό στην καριέρα του που τον είχε καθιερώσει το 1920 στο Broadway. Κατά τη διάρκεια της πρόβας, και καθώς σκοντάφτει σε κάθε λέξη του ρόλου του Ριχάρδου επιστρέφει σε μνήμες του παρελθόντος, σε ανθρώπους και γεγονότα που τον καθόρισαν και τον στιγμάτισαν ανεξίτηλα.

Αναφέρεται στην πανίσχυρη “οικογενειακή επιχείρηση”, στις θεατρικές δυναστείες των Μπάριμπορ, από την πλευρά του πατέρα του Μορίς Μπάριμπορ, και των Ντρου, από την πλευρά της μητέρας του Τζορτζιάνα Ντρου Μπάριμορ, καθώς και στα αδέλφια του, επίσης ηθοποιούς, τον Λάιονελ και την Έθελ Μπάριμορ (“Η κληρονομιά μου με τρομάζει μέχρι εκεί που δεν πάει. […]

Εμείς οι τρεις ήμασταν παγιδευμένοι στο οικογενειακό αδιέξοδο. Οι Μπάριμορ και οι Ντρου! Οι Ντρου και οι Μπάριμορ! Έχουν γραφτεί θεατρικά έργα για εμάς. Ήμασταν η Βασιλική Οικογένεια του θεάτρου και εγώ ήμουν ο Γελωτοποιός Πρίγκιψ”). Στη χρόνια, διαγενεακή πάλη των μελών της οικογένειάς του και του ιδίου με το αλκοόλ (“Παραπατάω. Όλη η οικογένειά μου παραπατάει. Ο πατέρας μου είναι ο μέγας παραπατητής”). Στη σταδιακή αποξένωσή τους από το κοινό (“Κάπου στην πορεία, το κοινό μάς βαρέθηκε. Δεν τους αδικώ. Αλλά μας πλήρωσαν καλά. Αυτό είναι το ναρκωτικό”).

Στους παραγωγούς (“Αυτοί οι γλιτσοπρόσωποι μπαμπουίνοι για τους οποίους εργάζομαι σκληρά και ονομάζονται παραγωγοί είναι μερικοί από τους πιο αδαείς, ακαλλιέργητους φελλούς στον κόσμο”).

Στη μεγάλη του επιτυχία ως Άμλετ και στην αποθέωσή του από τον βρετανικό Τύπο (“Ακόμη πιο βασιλικό έγινε το Βασιλικό Θέατρο”), αλλά και στην αυστηρή επιστολή που του έστειλε ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω (“Αγαπητέ μου κύριε Μπάριμορ, σας ευχαριστώ που με καλέσατε στη πρεμιέρα σας του Άμλετ στο Λονδίνο. Τολμήσατε όχι μόνο να παίξετε τον Άμλετ αλλά και να κόψετε περίπου το ένα τρίτο του κειμένου του Σαίξπηρ και να το αντικαταστήσετε με τη δική σας ανούσια διασκευή.

Σας εύχομαι να αφοσιωθείτε αποκλειστικά στην υποκριτική τέχνη και να αφήσετε ήσυχη τη συγγραφική, στην οποία, πιστέψτε με, ο Βάρδος σάς πατάει χάμω. Ο δικός σας ίσως υπερβολικά ειλικρινής, Τζορτζ Μπέρναρντ Σω”). Στην παραδοχή του τέλους της καριέρας του (“Είμαι τελειωμένος χωρίς να έχω τελειώσει”).

Ο συναρπαστικός, πολυτάραχος, bigger-than-life βίος του Τζον Μπάριμορ δεν ενέπνευσε μόνο τον Ουίλιαμ Λους, αλλά και τον εξίσου διάσημο και ιδιοσυγκρασιακό Σκοτσέζο ηθοποιό Νικόλ Ουίλιαμσον να γράψει και αυτός ένα έργο για τον Αμερικανό ομότεχνό του, το “Jack, a Night on the Town with John Barrymore” (1994) παίζοντας ο ίδιος τον ομώνυμο ρόλο -ήταν γνωστό τοις πάσι ότι ο Ουίλιαμσον πάλευε και ο ίδιος για χρόνια με την εξάρτησή του από το αλκοόλ.

Επίσης, έχουν γραφτεί άλλα δύο έργα με αναφορές στον Τζον Μπάριμορ, το “The Royal Family” (1934) των Τζορτζ Κάουφμαν και Εντνα Φέρμπερ, το οποίο αναφέρεται στην πανίσχυρη στον χώρο του θεάματος οικογένειά του -μάλιστα, στην παράσταση που ανέβηκε στο Λονδίνο το 1934 τον ρόλο του Μπάριμορ ερμήνευσε ο Σερ Λόρενς Ολίβιε- και το “I Hate Hamlet” (1991) του Πολ Ράντνικ. Την ισχύ, τη φήμη και την επιδραστικότητα των Μπάριμορ πιστοποιεί επίσης η ύπαρξη ενός κεντρικού θεάτρου στο Broadway που φέρει το όνομα της αδερφής του Τζον, Εθελ Μπάριμορ.

Μια ευτυχής καλλιτεχνική συνύπαρξη

Στην κεντρική σκηνή του Άνεσις, γινόμαστε μάρτυρες μιας πολύ όμορφης συνύπαρξης της νεότερης και της παλαιότερης γενιάς καλλιτεχνών. Ο νεαρός Φοίβος Σαμαρτζής έχει μεταφράσει πιστά και προσεκτικά το κείμενο του Ουίλιαμ Λους, διατηρώντας έξυπνα στη σκηνοθετική του ανάγνωση τη σκηνική συγγραφική συνθήκη του θεάτρου εν θεάτρω.

Επίσης, παρά τη σχετικά μικρή σκηνοθετική του εμπειρία, μοιάζει να έχει ξεπεράσει το όποιο δέος μπορεί να του προκαλεί η συνεργασία του με τον Δημήτρη Καταλειφό, έναν από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου, και τον καθοδηγεί με ακρίβεια στις σκοτεινές καταπακτές και τις φωτεινές διαδρομές του ψυχισμού του Αμερικανού συναδέλφου του.

Ομοίως, ο Δημήτρης Καταλειφός, με καλλιτεχνική γενναιοδωρία και ήρεμη σιγουριά, εμπιστεύεται έναν νεαρό δημιουργό και εμφανίζεται άλλοτε ευχάριστα πιο ανάλαφρος -απ’ ό,τι τον έχουμε συνηθίσει- άλλοτε βαθιά ερεβώδης, συνθέτοντας μια λεπτοδουλεμένη και πολυεπίπεδη ερμηνεία ως Τζον Μπάριμορ. Φέροντας την προσωπική εξέχουσα σκηνική διαδρομή του, ο Καταλειφός αναμετράται με έναν μύθο του παγκόσμιου θεάτρου, αποδίδοντας τον θηριώδη όσο και εύθραυστο συνάδελφό του, αυτοσαρκαζόμενος ανελέητα, επιδιδόμενος ασύστολα σε αθυρόστομα κοινωνικά σχόλια, παρωδώντας μιμούμενος τα αδέρφια και τον πατέρα Μπάριμορ, τις πρώην συζύγους του, άλλους ηθοποιούς, ακόμα και έναν παπαγάλο, τραγουδώντας και χορεύοντας ανέμελα βόντβιλ τραγουδάκια, λίγο προτού βυθιστεί στο σκοτάδι της σκηνής μετά την τελευταία υπόκλιση.

Απέναντί του ή μάλλον δίπλα του, κρυμμένος στις κουίντες κατά το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης, ως υποβολέας Φρανκ, που βρίσκεται εκεί για να υπενθυμίζει στον Μπάριμορ όλες τις ξεχασμένες λέξεις του σαιξπηρικού Ριχάρδου ΙΙΙ και να καθρεφτίζει όλες τις ανασφάλειες, τις αγωνίες και τα αδιέξοδά του.

Καθώς δεν τον βλέπουμε παρά ελάχιστα πάνω στη σκηνή, ο Τσιγκριμάνης ουσιαστικά περνά τον ρόλο του από το υποβολείο του στον θεατή δια της ακοής, πλάθει τον ρόλο του δια της σκηνικής του απουσίας, επενδύοντας στην άριστη άρθρωσή του και στις τονικές διακυμάνσεις της φωνής του. Πολύ δύσκολο εγχείρημα στο οποίο αντεπεξέρχεται με σταθερή αμεσότητα και υποκριτικό τσαγανό.

Στην επιτυχία της παράστασης συμβάλλουν επίσης οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αργύρη Θέου και το πολυαναφορικό σκηνικό του Ντέιβιντ Νέγκριν, το οποίο βέβαια θυμίζει κατά πολύ εκείνο της ομώνυμης ταινίας, όπως και τα κοστούμια του ιδίου.

Λίγο πριν την τελευταία υπόκλιση, αντιμέτωπος με τον εαυτό του και το κοινό του, ο Τζον Μπάριμορ/ Δημήτρης Καταλειφός κοιτά μπροστά, στην πλατεία του θεάτρου: “Οι ηθοποιοί είναι σαν τα κύματα της θάλασσας. Σηκώνονται και φτάνουν σε διαφορετικά ύψη, μετά σκάνε στην ακτή και χάνονται, ξεχνιούνται. Δεν υπάρχει τίποτα πιο πεθαμένο από έναν πεθαμένο ηθοποιό. Τίποτα. Ούτε ένα καρφάκι πόρτας”.