Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν και οι περιορισμοί διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ, έναν βασικό πλωτό δρόμο για τη διέλευση υδρογονανθράκων, λιπασμάτων και άλλων βιομηχανικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές, επηρεάζουν σημαντικά τη διεθνή, την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία. Περισσότερο από το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών αργού πετρελαίου, περισσότερο από το 20% των εξαγωγών πετρελαϊκών ειδών και περίπου το 25% των παγκόσμιων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
Πέρα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο
Τα υποπροϊόντα παραγωγής υδρογονανθράκων που παράγονται στην περιοχή και διακινούνται μέσω των Στενών είναι επίσης κρίσιμα για την παγκόσμια οικονομία. Το Κατάρ αντιπροσωπεύει περίπου το 30% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας ηλίου (υποπροϊόν της επεξεργασίας του φυσικού αερίου) που χρησιμοποιείται στην κατασκευή ημιαγωγών. H κρίση στην ευρύτερη περιοχή επηρεάζει το κόστος πρώτων υλών και ενέργειας στην παραγωγή ημιαγωγών και των κλάδων υψηλής τεχνολογίας που εξαρτώνται από αυτή. Η ουρία, ένα από τα πιο χρησιμοποιούμενα χημικά λιπάσματα, παράγεται με τη χρήση φυσικού αερίου και αμμωνίας. Το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν αντιπροσωπεύουν, από κοινού, πάνω από το ένα τρίτο των παγκόσμιων προμηθειών ουρίας.
Η διαδικασία διύλισης πετρελαίου παράγει θείο ως υποπροϊόν. Το θείο χρησιμοποιείται για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων, θειικού οξέος και άλλων χημικών ουσιών. Το Ιράν, το Κουβέιτ, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ παρήγαγαν μαζί σχεδόν το ένα τέταρτο της παγκόσμιας προσφοράς θείου το 2025. Σημαντικό μέρος αυτής της παραγωγής εξάγεται διά θαλάσσης μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Οι περιορισμοί στα Στενά μπορεί να οδηγήσουν σε άνοδο των τιμών των λιπασμάτων, μείωση της χρήσης τους από τους αγρότες λόγω κόστους, σε ενδεχόμενη επακόλουθη μείωση στην παγκόσμια παραγωγή τροφίμων και σε αύξηση των τιμών των τροφίμων λόγω περιορισμών στην προσφορά.
O αντίκτυπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταβάλει επιπλέον 24 δισεκατομμύρια ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων από τον Μάρτιο του 2026 και την έναρξη της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ.
Η Ευρώπη χρειάζεται το LNG καθώς προσπαθεί να μειώσει την εξάρτησή της από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. H επέκταση των υποδομών LNG ως απάντηση στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας μετριάζει την εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο αλλά δημιουργεί μια νέα εξάρτηση από την εισαγωγή LNG από τις ΗΠΑ, διασυνδέοντας τις ευρωπαϊκές αγορές με την ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη και στην επανεκτίμηση προς τα κάτω των προβλέψεων για ανάπτυξη στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία
Η Ελλάδα επηρεάζεται άμεσα και έμμεσα από την τρέχουσα κρίση στην Μέση Ανατολή. Η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές ενέργειας από την περιοχή παραμένει υψηλή παρά τη σημαντική πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που πλέον καλύπτουν περίπου το 40%-45% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα. Ο οικονομικός αντίκτυπος της κρίσης στη Μέση Ανατολή υπερβαίνει τις τιμές της ενέργειας που καταγράφονται στην ελληνική οικονομία. Οι διαταραχές επηρεάζουν τις αγορές πετρελαιοειδών και λιπασμάτων, με έμμεσες συνέπειες για την Ελλάδα μέσω της αύξησης των διεθνών τιμών. Η Ελλάδα, ως κατεξοχήν νησιωτική χώρα, εξαρτάται από θαλάσσιες και οδικές μεταφορές για τον εφοδιασμό της. Η αύξηση στο κόστος καυσίμων μεταφράζεται σε ακριβότερα ναύλα και logistics. Η Ελλάδα είναι επίσης εκτεθειμένη μέσω της ναυτιλίας. Το αυξημένο κόστος ασφάλισης, οι λειτουργικοί κίνδυνοι και οι αλλαγές στους παγκόσμιους εμπορικούς δρόμους ασκούν πρόσθετη πίεση στον κλάδο. H αγροτική παραγωγή επηρεάζεται άμεσα από το κόστος καυσίμων για μηχανήματα, από το κόστος λιπασμάτων και τη μεταφορά των προϊόντων.
Επιπλέον, ο κλάδος του τουρισμού είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στο ενεργειακό κόστος (ακριβότερα αεροπορικά εισιτήρια, αυξημένα λειτουργικά κόστη για ξενοδοχεία, πιθανή μείωση ζήτησης αν περιοριστεί το διαθέσιμο εισιτήριο των επισκεπτών).
Η άνοδος των τιμών ενέργειας τροφοδοτεί τον πληθωρισμό με ασύμμετρες επιπτώσεις καθώς πλήττει περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για ενέργεια και βασικά αγαθά. Στην Ελλάδα, όπου το διαθέσιμο εισόδημα δεν έχει ανακάμψει πλήρως από την προηγούμενη δεκαετία της βαθιάς οικονομικής κρίσης, αυτό δημιουργεί έντονες κοινωνικές πιέσεις: μείωση αγοραστικής δύναμης, αύξηση ενεργειακής φτώχειας και περιορισμένη κατανάλωση.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει μια δομική αδυναμία: την εξάρτηση από ασταθείς γεωπολιτικές περιοχές για βασικούς ενεργειακούς πόρους. Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διπλό: Βραχυπρόθεσμα, να προστατευτούν τα νοικοκυριά από την ενεργειακή φτώχεια και από την ακρίβεια. Μακροπρόθεσμα, να μειωθεί η έκθεση της οικονομίας σε παρόμοιους κινδύνους. Αυτό απαιτεί περισσότερες επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας, ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας και ένα πιο ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο.
*Στέλλα Τσάνη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο Πανεπιστήμιο Αθηνών του ΕΚΠΑ που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 31 Μαΐου 2026.





