Η ιστορία της Ελληνική Επανάσταση του 1821 έχει συχνά παρουσιαστεί μέσα από τα κατορθώματα των αγωνιστών, τις πολιορκίες, τα αφιλόξενα βουνά όπου οι φουστανέλες λερώνονταν από χώμα, αίμα και ιδρώτα, και τα πεδία όπου η ελευθερία κατακτιόταν με κάθε τίμημα. Λιγότερο έχουμε φανταστεί τι γινόταν πίσω από τα όπλα και τις σημαίες, στα σπίτια, στα καπηλειά, στις κρυφές γωνιές όπου ο έρωτας και το πάθος ανθούσαν. Οι οπλαρχηγοί του Αγώνα, μακριά από τα χαρέμια των Οθωμανών πασάδων, έδιναν τη δική τους μάχη για να κερδίσουν την καρδιά των γυναικών, με μια ακατάλυτη φλόγα που καθρεφτιζόταν τόσο στα πεδία των μαχών όσο και στα κρυφά τους πάθη.
Η Μαριώ του Γεώργιου Καραϊσκάκη
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, παρά τον γάμο του με τη Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου και τα τρία τους παιδιά, δεν ήταν άνδρας που μπορούσε να ζήσει χωρίς ερωμένη. Η ζωή του ήταν πολυκύμαντη, αφού ξεκίνησε κλέφτης στα βουνά, έγινε αρματολός κι αργότερα εισήλθε στον Αγώνα, όπου έθετε τη ζωή του σε συνεχή κίνδυνο. Μαζί του σε κάθε μάχη βρισκόταν η Μαριώ, μια εκχριστιανισμένη Τουρκάλα, την οποία είχε αιμαλωτίσει στο Ναύπλιο. Γρήγορα, η νεαρή κοπέλα έγινε η σκιά του. Τον φρόντιζε όταν ήταν άρρωστος, του μαγείρευε και τον βοηθούσε σε κάθε ανάγκη. Στις εκστρατείες, ντυνόταν με ανδρικά ρούχα και τη φώναζαν «Ζαφείρη».
Όπως περιγράφει ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης στην εφημερίδα «Εστία» το 1917, «ήταν στρογγυλοπρόσωπη, με μαύρα μάτια και μια κοτσίδα γύρω από το κόκκινο φέσι με τη γαλάζια φούντα. Ο Καραϊσκάκης, αρρωστιάρης και μακριά από τους δικούς του, είχε ανάγκη από τη φροντίδα μιας γυναίκας». Όταν η Γκόλφω δυσανασχέτησε για τη συνεχή παρουσία της Μαριώς, ο Καραϊσκάκης της απάντησε με το χαρακτηριστικό αθυρόστομο χιούμορ του: «Έγνοια σου, μωρή, μη μου χολιάζεις, έχω και για τα σένα!».

