Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Είναι γηραιότερη κατά ένα χρόνο από την ΕΟΚ, τον πρόγονο δηλαδή της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι παλιότερη από τη NASA, το Super Bowl και τον θεσμό των Βραβείων Grammy.

Υπήρχε πριν από τη δημιουργία του Τείχους του Βερολίνου αλλά συνεχίζει ακόμα και 36 χρόνια μετά την πτώση του. Ξεκίνησε πριν ακόμα από την ίδρυση της ελληνικής δημόσιας τηλεόρασης και φυσικά όταν το διαδίκτυο υπήρχε μόνο στο μυαλό κάποιων ως φουτουριστικό σχέδιο επί χάρτου.

Είναι η Eurovision ή αλλιώς ένας από τους πιο σταθερούς και συνεχείς στο χρόνο διεθνείς θεσμούς, που παρότι πέρασε από σαράντα κύματα και είδε τον κόσμο, τις εποχές, τα στιλ ακόμα και την ίδια τη μουσική να αλλάζει, εξακολουθεί να συγκεντρώνει κάθε χρόνο το ενδιαφέρον περισσότερων από 150 εκατομμυρίων τηλεθεατών.

Και να παραδίδει στη βιομηχανία της μουσικής και του θεάματος νέους ήρωες: από τον Χούλιο Ιγκλέσιας, τους ABBA, τον Κλιφ Ρίτσαρντς, την Νάνα Μούσχουρη και την Βίκυ Λέανδρος μέχρι τους Måneskin και την Loreen.

Την έχουν χαρακτηρίσει πανηγύρι, απαύγασμα του κιτς και της camp αισθητικής, εύπεπτο θέαμα για τις μάζες, κενή νοήματος λαοσύναξη, ακόμα και πεδίο άσκησης πολιτικής και διπλωματίας. Ο Διαγωνισμός Τραγουδιού της Eurovision που φέτος στη Βιέννη γιορτάζει τα 70 του χρόνια του είναι πιθανότατα όλα τα παραπάνω. Όμως παραμένει και μια συγκολλητική ουσία, που για μία βραδιά κάθε Μάιο δίνει στους πολίτες των χωρών της Γηραιάς Ηπείρου την αντίληψη ότι έχουν κάτι – χειροπιαστά – κοινό.

Φυσικά, όταν το 1956 μια μικρή ομάδα οραματιστών αποφάσιζε να ενώσει την Ευρώπη, που ακόμα έγλειφε τις πληγές της από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσω ενός διαγωνισμού τραγουδιού, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι 70 χρόνια μετά, η Eurovision θα αποτελούσε το μακροβιότερο τηλεοπτικό μουσικό πρόγραμμα, μια σταθερά σε έναν κόσμο που αλλάζει πια σε ταχύτητα σκρολαρίσματος.

Τα χρόνια της αθωότητας

Για την ιδέα της Eurovision πρέπει να μακαρίζουμε – ή να ψέγουμε, αναλόγως σε ποια σχολή σκέψης ανήκει καθένας – τον Ελβετό Marcel Bezençon, διευθυντή της EBU, ο οποίος άντλησε ιδέες και έμπνευση από το ιταλικό Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο με ένα στόχο: Να δοκιμάσει τα όρια της τότε πρωτόγονης διακρατικής τηλεοπτικής μετάδοσης. Ναι, τα 50s ήταν κάτι σαν το πλειστόκαινο της τηλεόρασης.

Το πρώτο ραντεβού δόθηκε στις 24 Μαΐου 1956 στο Λουγκάνο της Ελβετίας. Συμμετείχαν μόλις επτά χώρες (κάθε μία με δύο τραγούδια). Δεν υπήρχε βαθμολογικός πίνακας, ούτε ψηφοφορία του κοινού, παρά μόνο μια κριτική επιτροπή με μυστική ταυτότητα. Η Ελβετίδα Lys Assia στέφθηκε πρώτη νικήτρια του νεότευκτου θεσμού που κανείς δε γνώριζε εάν θα μακροημέρευε με το «Refrain», ένα κλασικό, ρομαντικό γαλλικό σανσόν.

Εκείνα τα πρώτα χρόνια, ο διαγωνισμός έμοιαζε περισσότερο με κοσμικό γκαλά. Οι καλλιτέχνες τραγουδούσαν μπροστά από βαριές κουρτίνες, με τη συνοδεία ζωντανής ορχήστρας, φορώντας σμόκιν και βραδινές τουαλέτες. Η επανάσταση χρειάστηκε μόλις εννέα χρόνια.

Το 1965, ο ιδιοφυής Serge Gainsbourg έγραψε το «Poupée de cire, poupée de son» για τη France Gall, η οποία τραγούδησε για το Λουξεμβούργο. Ήταν το πρώτο καθαρόαιμο ποπ τραγούδι που κέρδισε τον διαγωνισμό, σπάζοντας το έως τότε μονοπώλιο της μπαλάντας.

YouTube thumbnail

Τρία χρόνια αργότερα, το 1968, είχαμε και το πρώτο βαθμολογικό θρίλερ στην ιστορία του διαγωνισμού. Ο Cliff Richard ή αλλιώς το διαφαινόμενο φαβορί με το τραγούδι «Congratulations» για λογαριασμό του Ηνωμένου Βασιλείου έχασε για έναν μόλις πόντο από το «La, la, la» της Ισπανίας και την ερμηνεύτρια Massiel.

Η εν λόγω νίκη μέχρι και σήμερα, σχεδόν 60 χρόνια μετά, κατατρύχεται από μια φήμη. Πως το καθεστώς του Φράνκο είχε δωροδοκήσει τις επιτροπές και είχε χειραγωγήσει την ψηφοφορία.

YouTube thumbnail

Η εποχή της έγχρωμης τηλεόρασης και των ABBA

Η δεκαετία του ’70 έφερε το χρώμα στους τηλεοπτικούς δέκτες – η πρώτη μετάδοση έγχρωμου σήματος έγινε το ’68 αλλά τότε ακόμα ελάχιστα ευρωπαϊκά νοικοκυριά διέθεταν κατάλληλες συσκευές – και κυρίως την οριστική μεταμόρφωση της Eurovision από έναν συντηρητικό διαγωνισμό σε μια γιορτή της ποπ κουλτούρας.

Ως ορόσημο οι ιστοριοδίφες του θεσμού καταγράφουν την 6η Απριλίου του 1974. Στη διοργάνωση που φιλοξενούνταν στο Μπράιτον της Μεγάλης Βρετανίας εμφανίστηκε ένα άγνωστο τετραμελές συγκρότημα από τη Σουηδία.

YouTube thumbnail

Ανέβηκαν στη σκηνή με πλατφόρμες και γυαλιστερά κοστούμια ενώ ο μαέστρος τους – τότε τη μουσική ερμήνευαν ορχήστρες – ήταν ντυμένος ως Ναπολέοντας. Η εικόνα και πάνω απ’ όλα ο ήχος του «Waterloo» των ABBA στην πραγματικότητα επανεφηύρε την Eurovison.

Την ίδια χρονιά, η Ελλάδα έκανε το ντεμπούτο της με την Μαρινέλλα και το τραγούδι «Κρασί, Θάλασσα και τ’ Αγόρι μου», τοποθετώντας τη χώρα μας στον χάρτη του θεσμού. Το 1977, το Μάθημα Σολφέζ (Πασχάλης, Μπέσσυ Αργυράκη, Ρόμπερτ Ουίλιαμς, Μαριάννα Τόλη) ανέβασε την Ελλάδα στην 5η θέση – ρεκόρ που καταρρίφθηκε 24 χρόνια μετά από τους Antique.

Τα τέλη των 70s έφεραν επίσης τα πρώτα δείγματα του euro-camp στον διαγωνισμό. Το 1979, η Γερμανία έστειλε τους αλήστου μνήμης Dschinghis Khan, εισάγοντας το στοιχείο της θεατρικότητας και της υπερβολής που θα γίνονταν συνώνυμα του διαγωνισμού τις επόμενες δεκαετίες.

YouTube thumbnail

Η χρυσή περίοδος της Ιρλανδίας

Αν η Eurovision είχε βασιλιά, αυτός θα ήταν αδιαμφισβήτητα ο Johnny Logan. Ο Ιρλανδός τραγουδιστής πήρε το τρόπαιο το 1980 με το «What’s Another Year» και επανέλαβε τον θρίαμβο το 1987 με το «Hold Me Now». Παρεμπιπτόντως πέντε χρόνια μετά το δεύτερο θρίαμβό του επέστρεψε ως συνθέτης του νικητήριου τραγουδιού «Why Me?» – και πάλι για την Ιρλανδία.

YouTube thumbnail

Πίσω στο Δουβλίνο του 1988 γράφτηκε μια σελίδα παγκόσμιας μουσικής ιστορίας. Η Ελβετία με εκπρόσωπο μια άγνωστη στο παγκόσμιο κοινό Γαλλοκαναδή τραγουδίστρια, την 20χρονη Céline Dion κέρδισε στον πόντο το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια δραματική ψηφοφορία. Το τραγούδι «Ne partez pas sans moi» έγινε έτσι το άρμα με το οποίο η Dion κατέκτησε τις επόμενες δεκαετίες τη μουσική βιομηχανία.

YouTube thumbnail

Το έπος της Ιρλανδίας συνεχίστηκε σχεδόν χωρίς ανταγωνισμό τη δεκαετία του ’90 με τρεις συνεχόμενες νίκες το 1992, το 1993 και το 1994 και ακόμα μία το 1996.

Από το πρώην ανατολικό μπλοκ στην Ντάνα Ιντερνάσιοναλ

Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας άλλαξαν τον χάρτη της Ευρώπης, και κατ’ επέκταση και της Eurovision. Νέες χώρες εισήλθαν στον θεσμό, φέρνοντας μαζί τους νέους ήχους αλλά και καινούργιες, αχαρτογράφητες βαθμολογικές συμμαχίες.

Αν όμως υπήρξε μια εμφάνιση που σημάδεψε τη διοργάνωση αυτή ήταν της Ντάνα Ιντερνάσιοναλ στο διαγωνισμό του Μπέρμιγχαμ το 1998.

Το Ισραήλ που μετρούσε τότε δύο νίκες στο ενεργητικό του επέλεξε μια τρανς γυναίκα να το εκπροσωπήσει με το τραγούδι «Diva». Ήταν μια επιλογή σχεδόν ανήκουστη για την εποχή που όμως αναβάθμισε την Eurovision από μια πολυεθνική γιορτή μουσικής και πολιτισμού σε θεσμό αποδοχής, ορατότητας και συμπερίληψης. Στοιχεία που κρατά αναλλοίωτα έως σήμερα.

Κομβική χρονιά για την εξέλιξη της Eurovision ήταν και το 1999. Ο διαγωνισμός που φιλοξενήθηκε στην Ιερουσαλήμ έγινε ο πρώτος στον οποίο καταργήθηκαν οι ζωντανές ορχήστρες – για λόγους κόστους και logistics – ενώ παράλληλα ήρθη ο μέχρι τότε περιορισμός που ήθελε κάθε χώρα να τραγουδά στην εθνική γλώσσα της.

YouTube thumbnail

Τα αγγλικά έγιναν έτσι η κυρίαρχη γλώσσα των τραγουδιών, δίνοντας φωνή σε χώρες που προηγουμένως δεν είχαν πολλές ελπίδες διάκρισης.

Ας θυμηθούμε ενδεικτικά τις νίκες της Εσθονίας (2001) και της Λετονίας (2002) αλλά και τους θριάμβους της Sertab το 2003 για την Τουρκία με το τραγούδι «Every way that I can», της Ruslana για την Ουκρανία με το «Wild Dances» το 2004 αλλά και της Έλενας Παπαρίζου με το «My Number One» το 2005.

YouTube thumbnail

Την επόμενη χρονιά, το 2006, η Αθήνα φιλοξένησε στο ΟΑΚΑ έναν από τους πιο θεαματικούς διαγωνισμούς, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για τη μεγάλη ανατροπή: τη νίκη των Φινλανδών Lordi. Heavy metal, τερατόμορφες μάσκες και πυροτεχνήματα απέδειξαν ότι στην Eurovision δεν υπάρχουν πλέον κανόνες ή συνταγή για να δημιουργήσει κάποιος ένα νικητήριο τραγούδι.

Η Eurovision ως υπερθέαμα

Αν στα 00s η Eurovision αγκάλιασε με έναν τρόπο την παγκοσμιοποίηση, η επόμενη δεκαετία τη βρήκε να ενδίδει στη σύγχρονη τεχνολογία, αναβαθμίζοντας σημαντικά τις δυνατότητες που έδινε στους performers και το οπτικοακουστικό θέαμα που προσέφερε στους τηλεθεατές.

Κυρίαρχη δύναμη της πιο πρόσφατης περιόδου του θεσμού αναδείχθηκε η Σουηδία, η οποία αφομοίωσε καλύτερα από όλους τους κώδικες της σύγχρονης pop. Το 2012, η Loreen με το «Euphoria» έθεσε τον πήχη.

Το τραγούδι δεν κέρδισε απλώς τον διαγωνισμό και ξεχάστηκε την επόμενη ημέρα, αλλά σάρωσε τα charts και απόλαυσε τιμές γιουροβιζιονικού ύμνου. Η ίδια καλλιτέχνιδα έγραψε ιστορία με την επιστροφή της στην Eurovision το 2023, κερδίζοντας ξανά με το τραγούδι «Tattoo». Έγινε έτσι η πρώτη και μόνη έως σήμερα γυναίκα με δύο νίκες στον θεσμό (ισοφαρίζοντας το ρεκόρ του Johnny Logan).

Οι νέοι ήρωες της Eurovision & η Αυστραλία

Τα 10s για την Eurovision σημαδεύτηκαν από συγκλονιστικές στιγμές και ανατροπές και προσέφεραν στη μυθολογία του θεσμού νέους ήρωες.

Η νίκη της Conchita Wurst (Αυστρία, 2014) με το «Rise Like a Phoenix» έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα κατά της μισαλλοδοξίας. Ο Salvador Sobral (Πορτογαλία, 2017) με το εύθραυστο, τζαζ «Amar pelos dois», απέδειξε ότι η μουσική δε χρειάζεται οπωσδήποτε φαντασμαγορία, πυροτεχνήματα και καπνούς.

YouTube thumbnail

Επενδύοντας στην ερμηνεία και το συναίσθημα ο Πορτογάλος κατάφερε να συγκεντρώσει τους περισσότερους βαθμούς που έχει πάρει ποτέ καλλιτέχνης στον διαγωνισμό.

Οι Måneskin (Ιταλία, 2021), που κέρδισαν με το αυθεντικό ροκ «Zitti e buoni», έγιναν εν μία νυκτί παγκόσμιο φαινόμενο της Gen Z, γεμίζοντας στάδια από την Ευρώπη μέχρι την Αμερική – πριν τουλάχιστον ο Damiano David ανοίξει φτερά για τη σόλο καριέρα του.

Θα περίμενε κανείς ότι με το πέρασμα των χρόνων η Eurovision θα παρουσίαζε σημάδια κόπωσης, θα έφθινε και θα συρρικνωνόταν. Τελικά, αν και φέτος λόγω των αποχωρήσεων που προκάλεσε η συμμετοχή του Ισραήλ ο διαγωνισμός είναι ο μικρότερος σε συμμετοχές από το 2003, συνέβη το αντίθετο.

YouTube thumbnail

Δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος μάρτυρας από τη συμμετοχή της Αυστραλίας, αρχικά ως guest το 2015 και στη συνέχεια ως σταθερή παρουσία, που επισφράγισε τον παγκόσμιο πλέον χαρακτήρα της Eurovision.

70 χρόνια μετά: Στο δρόμο για τα 100

Φτάνοντας στο πολωμένο 2026, η Eurovision δε μοιάζει και δεν είναι πια απλώς ένας διαγωνισμός. Είναι ένα πολιτιστικό βαρόμετρο. Μέσα από τις σκηνές της, τα green rooms και τις βαθμολογίες της, διαβάζει κανείς τις συμμαχίες, τις εντάσεις, τις κοινωνικές αλλαγές και τον σφυγμό μιας ολόκληρης ηπείρου.

Έχει επιβιώσει από Ψυχρό Πόλεμο, οικονομικές κρίσεις, εισόδους και αποχωρήσεις χωρών, μποϊκοτάζ, σκληρή κριτική, ακόμα και υπόνοιες για σκάνδαλα. Έχει περάσει από το ελαφρό τραγούδι του ’50 και την disco του ’70, στην ethno-pop των 00s και την hyper-pop του σήμερα. Ξεκίνησε με τραγουδιστές αυστηρά στατικούς επί σκηνής και εξελίχθηκε σε ένα υπερθέαμα μουσικής, τραγουδιού, χορού, οπτικών εφέ και υπερβολής.

Και όμως παρά τις αλλαγές και τις μεταλλάξεις η Eurovision καταφέρνει έως σήμερα το απίθανο. Να είναι ταυτόχρονα βαθιά νοσταλγική αλλά και σε ανοιχτή συνομιλία με το εδώ και τώρα.

Εβδομήντα χρόνια μετά το πρώτο, σχεδόν πειραματικό, live στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η Eurovision εξακολουθεί να κάνει κάτι που μοιάζει όλο και πιο δύσκολο για την Ευρώπη: να συγκεντρώνει εκατομμύρια ανθρώπους γύρω από το ίδιο θέαμα, την ίδια συζήτηση, την ίδια στιγμή.

Έστω κι αν αυτό συμβαίνει μόνο για ένα βράδυ του Μαΐου — και έστω κι αν τελικά κανείς δε συμφωνεί ποτέ για το ποιος άξιζε πραγματικά τα douze points.