Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού της χώρας, έκρινε πως όσα προέκυψαν από τη δίκη των υποκλοπών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν επαρκούν για να ανοίξει ξανά ο φάκελος και να προχωρήσει η διερεύνηση σε επόμενο επίπεδο. Τι κι αν η διαδικασία είχε ήδη παράξει νέο υλικό, πρόσωπα, σχέσεις, ενδείξεις, κομβικές μαρτυρίες που το δικαστήριο έκρινε ότι αξίζουν περαιτέρω έλεγχο.
Η τελική εισαγγελική κρίση προτίμησε όλα αυτά τα σημαντικά στοιχεία να παραμείνουν εκεί όπου ήδη βρίσκονται, χωρίς να μετατραπούν σε αφετηρία για κάτι περισσότερο. Έτσι, λύθηκε ένα μικρό μυστήριο που βασάνιζε τη χώρα για καιρό. Ποιος παρακολουθούσε ποιον και γιατί. Η απάντηση αποδείχθηκε απλή. Τόσο απλή που σχεδόν ντρέπεται κανείς που δεν τη σκέφτηκε νωρίτερα.
Τέσσερις άνθρωποι ξύπνησαν μια μέρα και αποφάσισαν να παρακολουθήσουν υπουργούς, τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνο Φλώρο, πολιτικούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες. Χωρίς εντολή, χωρίς σχέδιο, χωρίς στήριξη. Καθαρά από μεράκι και αγάπη για την τεχνολογία.
Όπως κάποιοι ασχολούνται με τη φωτογραφία ή μαθαίνουν κιθάρα, απλώς στην περίπτωσή μας αντί για συγχορδίες «έπαιζαν» με ένα λογισμικό στρατιωτικού επιπέδου, αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Ένα software αιχμής, το οποίο, σύμφωνα με τον δημιουργό του, Ταλ Ντίλιαν, πωλείται σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας. Αλλά προφανώς υπάρχει και μια πιο χαλαρή έκδοση, όπως το Photoshop Elements για αρχάριους, ένα Predator Lite. Το κατεβάζεις, πατάς install και ξεκινάς να ακούς υπουργικά τηλέφωνα όσο πίνεις τον καφέ σου το πρωί.
Γιατί στην Ελλάδα του 2026, τέσσερις ιδιώτες μπορούν να αποκτήσουν τέτοια εργαλεία, να στήσουν ένα δίκτυο παρακολούθησης επιπέδου ΝΑΤΟ, να επιλέξουν στόχους με ακρίβεια που θα ζήλευαν όλες οι κρατικές υπηρεσίες του πλανήτη και να λειτουργήσουν για καιρό χωρίς να αφήσουν πίσω τους τίποτα που να οδηγεί κάπου συγκεκριμένα. Γιατί, εντάξει, όλοι έχουμε έναν φίλο που «ξέρει από αυτά».

Τα sms της παγίδευσης αρκούσαν για να ανοίξει μια έρευνα, όχι όμως και για να συνεχιστεί σε βάθος.
Μια ιστορία αυτοοργάνωσης, σχεδόν συγκινητική. Τι κι αν αυτή η παρέα ερασιτεχνών παρακολουθούσε ανθρώπους σε θέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα του κράτους σε κρίσιμες υποδομές, ανθρώπους που σε άλλες χώρες και άλλες εποχές θα ενεργοποιούσαν κάθε διαθέσιμο μηχανισμό διερεύνησης. Αυτό παραμένει μια λεπτομέρεια και ποτέ μια λεπτομέρεια δεν πρέπει να χαλάει μια ωραία ιστορία. Έτσι, ο κ. Τζαβέλλας, έκρινε ότι τα στοιχεία δεν αρκούν για να ανοίξει ξανά ο φάκελος και πως όσα προέκυψαν δεν αλλάζουν την εικόνα.
Τι λέει η εικόνα; Πως για όλα αυτά αρκούσαν τέσσερις άνθρωποι, μια καλή ιδέα, λίγη τεχνολογία αιχμής και αρκετός ελεύθερος χρόνος. Δεν υπάρχει κέντρο, δεν υπάρχει εντολή, δεν υπάρχει φυσικά καμία ευθύνη που να οδηγεί πιο ψηλά. Υπάρχει απλώς μια παρέα που το παρατράβηξε λίγο.
Για να προφτάσουμε απορίες, οι πολίτες και οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να κρίνουν μια εισαγγελική πράξη που αρχειοθετεί μια υπόθεση. Αυτό απαιτεί θεσμική σοβαρότητα, γνώση και σεβασμό στη Δικαιοσύνη. Οι υπουργοί, από την άλλη, μπορούν καθημερινά να βγαίνουν στα κανάλια και να χαρακτηρίζουν εισαγγελικές πράξεις ως «αστείες» ή «εκβιασμό» όταν αυτές αφορούν άλλες υποθέσεις. Αυτό απαιτεί η ελευθερία λόγου.
Είναι ένα λεπτό σύστημα ισορροπίας. Η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη όταν συμφωνεί με την κυβέρνηση και προβληματική όταν δεν συμφωνεί. Ο πολίτης σέβεται όταν σωπαίνει, ενώ ο υπουργός υπερασπίζεται τη δημοκρατία όταν μιλάει. Τώρα όλα μπαίνουν στη θέση τους, το παζλ ολοκληρώνεται.
Υπάρχει μια παλιά ελληνική τεχνική που δεν διδάσκεται στις νομικές σχολές, όμως εφαρμόζεται με εντυπωσιακή συνέπεια. Αν μια υπόθεση δεν μπορεί να λυθεί, κλείσε τη. Αν δεν μπορεί να κλείσει πειστικά, κλείσε τη διαδικαστικά. Δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί η αλήθεια, ούτε καν να διαψευστεί. Αρκεί να περιγραφεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μοιάζει τελείως γελοία. Τότε συμβαίνει κάτι πιο αποτελεσματικό πέρα από κάθε «συγκάλυψη». Κανείς δεν μπορεί πια να πάρει την ιστορία στα σοβαρά.








