Μετά από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία «εξετάστηκαν» στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (και την  καταδίκη των τεσσάρων ιδιωτών), για τη σκοτεινή υπόθεση των υποκλοπών, η Ελλάδα φαίνεται να εμφανίζει , δυστυχώς, τη θλιβερή εικόνα που περιγράφει ο Νιλ Στήβενσον στο μυθιστόρημά του «Snowcrash».

Δηλαδή, την εικόνα μιας χώρας η οποία έχει αλωθεί από ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες πωλούν στις Ελληνικές Μυστικές Υπηρεσίες το περίφημο λογισμικό των παρακολουθήσεων κινητών τηλεφώνων.

Γεγονός το οποίο είχε οδηγήσει, ήδη από το 2022, όπως θυμόμαστε όλοι,  στη μαζική «παρακολούθηση» πολιτικών αρχηγών, ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων και πολιτών.

Και ατυχώς και μετά τη συζήτηση, η οποία έγινε προχθές στη Βουλή, για το  κράτος Δικαίου στη χώρα μας, η ανωτέρω εικόνα δεν ανατράπηκε.

Ο πρωθυπουργός λ.χ. δεν έδωσε μια σοβαρή εξήγηση για ποιο λόγο παρακολουθούνταν (για λόγους «εθνικής ασφάλειας») το κινητό τηλέφωνο του σημερινού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Ανδρουλάκη ή το κινητό τηλέφωνο του αρχηγού ΓΕΕΘΑ.

Μήπως ήταν «κατάσκοποι»; Γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο, έστω και να το σκεφθεί κανείς.

Και θα ήθελα να κάνω σύντομα κάποιες παρατηρήσεις για ορισμένα θέματα τα οποία έθιξε ο πρωθυπουργός στη Βουλή. Και ποιο είναι το πρώτο θέμα;

Η λαϊκή ψήφος στις εκλογές δεν εξαλείφει ούτε εξαγνίζει την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων ή άλλων παρανομιών που διαπράχθηκαν πριν από τις εκλογές.

Και κάνω αυτή την αναφορά, γιατί μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση η άποψη του πρωθυπουργού ότι η σκοτεινή υπόθεση των υποκλοπών είχε κριθεί ήδη σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις.

Και κατά συνέπεια – υπονοούσε ο Πρωθυπουργός – η λαϊκή ψήφος (η οποία είχε αναδείξει τη σημερινή κυβέρνηση) είχε εξαλείψει από μόνη της την οποιαδήποτε συνταγματική ή ποινική παρανομία, η οποία είχε εκκολαφθεί πριν από τις επίμαχες εκλογές (μέσω των παράνομων παρακολουθήσεων των κινητών τηλεφώνων).

Ωστόσο, μια τέτοια άποψη – που έχει υιοθετηθεί από τους πιο δυναμικούς  «λαϊκίστικούς κύκλους» της Ευρώπης και της Αμερικής –  είναι θεσμικά εσφαλμένη, γιατί στηρίζεται στην ακόλουθη παραδοχή:

Δηλαδή, ότι ο ίδιος «ο λαός» είναι ένα ομοιογενές και (ηθικά) ενιαίο σώμα και η βούληση του μπορεί να ακυρώνει ως καθαρτήρια δύναμη οποιαδήποτε παρανομία.

Πέρα και έξω από τις θεσμικές διαδικασίες, οι οποίες προβλέπονται σε μια χώρα για τις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες παραβιάζονται κάποια συνταγματικά δικαιώματα.

Και ειλικρινά δεν περίμενα, ότι ο πρωθυπουργός θα υιοθετούσε μια τέτοια ακραία γνώμη, δηλαδή ότι με τη λαϊκή ψήφο θεραπεύεται η οποιαδήποτε παραβίαση του Συντάγματος (γιατί με αυτόν τον τρόπο καταργούνται οι θεσμοί μιας δυτικής δημοκρατίας).

Θα πρότεινα δε στον πρωθυπουργό να διαβάσει το βιβλίο του γερμανού διανοητή Jan Werner Mueller «Τι είναι ο λαϊκισμός;».

Οι Μυστικές Υπηρεσίες είναι υποχρεωτικό να υπακούνε στις αποφάσεις των Δικαστηρίων.

Περαιτέρω, ο πρωθυπουργός επαίνεσε το έργο των Μυστικών Υπηρεσιών, γιατί βοηθούνε στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Κανείς δε θα διαφωνούσε με αυτή την προσέγγιση.

Ωστόσο, είναι απαραίτητο οι Μυστικές Υπηρεσίες ενός κράτους να λειτουργούνε μέσα στο οριοθετημένο συνταγματικό πλαίσιο και να υπακούνε στις αποφάσεις των Δικαστηρίων της χώρας.

Και είναι αρνητικό ότι ο πρωθυπουργός δεν έκανε καμία αναφορά στην άρνηση της Ε.Υ.Π να εφαρμόσει την απόφαση 465/2024 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Και υπενθυμίζω ότι η απόφαση αυτή υποχρέωνε ουσιαστικά τις Ελληνικές Μυστικές Υπηρεσίες να παραδώσουν το υλικό της παρακολούθησης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Ανδρουλάκη στην ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών ), ώστε να ενημερωθεί ο τελευταίος ποιος ήταν ο λόγος εκείνος που τον έκανε επικίνδυνο για την «εθνική ασφάλεια»!

Για αυτό το κρίσιμο ζήτημα ο πρωθυπουργός δεν είπε τίποτε!

Και είναι αφελές να πιστεύει κανείς, όπως δέχονται όλοι οι αναλυτές, ότι οι Μυστικές Υπηρεσίες θα αξιολογούν το υλικό των παρακολουθήσεων των τηλεφώνων, εκπροσωπώντας το «καλό» στον αγώνα εναντίον του «κακού», και δε θα εμπλέκονται σε διεφθαρμένα πολιτικά παιχνίδια μεταξύ των κομμάτων ενός κράτους ( Grayling A., Liberty in the Age of Terror, 2009).

Τέλος, ο Πρωθυπουργός έκανε λόγο και πάλι για τις «νόμιμες παρακολουθήσεις» των τηλεφώνων.

Από τι εξαρτάται η νομιμότητα μιας παρακολούθησης;

Ωστόσο, είχα υποστηρίξει από τότε που είχε αποκαλυφθεί για πρώτη φορά, το 2022, η σκοτεινή τούτη υπόθεση, το εξής μέγεθος:

Δηλαδή, ότι η νομιμότητα μιας «παρακολούθησης τηλεφώνου»,με βάση το άρθρο 19 του Συντάγματος, εξαρτάται απόλυτα από το εάν είναι πλήρως αιτιολογημένοι (με πραγματικά γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία) οι λόγοι εκείνοι «εθνικής ασφάλειας», με την επίκληση των οποίων είχε υπονομευθεί ένα θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα.

Διαφορετικά, ο εκάστοτε πρωθυπουργός (στον οποίο υπάγονται οι Μυστικές Υπηρεσίες) θα μπορεί να παρακολουθεί τα τηλέφωνα των πολιτικών του αντιπάλων, επικαλούμενος προσχηματικά και εικονικά «λόγους εθνικής ασφάλειας».

Και βεβαίως ο πρωθυπουργός δεν ανέφερε στη Βουλή τι γνώριζε ο ίδιος για αυτή την υπόθεση.

Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;

Ο πρωθυπουργός, κατά την κρίση μου, δεν είπε τίποτε και δε λογοδότησε στη Βουλή για αυτή τη σκοτεινή υπόθεση των μαζικών παρακολουθήσεων των τηλεφώνων. Και αυτό υπονομεύει το ηθικό του κύρος, γιατί κανείς πολίτης πλέον δε θα είναι σίγουρος για το απαραβίαστο της ιδιωτικής του ζωής.

* Ο Γρηγόρης Καλφέλης (kalfelis@law.auth.gr ) είναι καθηγητής  της  Νομικής  Σχολής  στο ΑΠΘ