Στις 15 Μαρτίου 1884 γεννήθηκε στη Λευκάδα ο Άγγελος Σικελιανός, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα. Η ποίησή του, βαθιά εμποτισμένη με το αρχαιοελληνικό πνεύμα, τη φύση, το πνευματικό στοιχείο και την ιδέα μιας πνευματικής αναγέννησης της ανθρωπότητας και του πολιτισμού, άφησε ισχυρό αποτύπωμα στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Έγινε ιδιαίτερα γνωστός και για τη συμβολή του στις Δελφικές Εορτές, μαζί με την Εύα Πάλμερ, με στόχο την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος στους Δελφούς.

Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, ο Κώστας Ελευθερουδάκης γράφει στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 15ης Ιουνίου 1952 για τον γοητευτικό οραματιστή, σκιαγραφώντας τον Σικελιανό όχι μόνο ως ποιητή αλλά και ως προσωπικότητα.

Ο νεαρός ποιητής στην Αθήνα

Ο Ελευθερουδάκης ξεκινά με μια σχεδόν μυθική περιγραφή του νεαρού Σικελιανού, όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά στους δρόμους της Αθήνας:

«Γόης, αγέρωχος γαλανομάτης είναι ο έφηβος των δέκα επτά χρονών, που ζωσμένος φαρέτρα γεμάτη από βέλη του έρωτα, δίνει εδώ και πενήντα πέντε χρόνια το παρών στους δρόμους της νέας Αθήνας, της χτισμένης πάνω στα παληά συντρίμμια της μεγαλόπρεπης εκείνης και πολυδοξασμένης αρχαίας πολιτείας […] Τον συνοδεύει πίστη και άδολη αγάπη σ’ ότι είναι πνευματική εκδήλωση της εποχής εκείνης.

»Τ’ αλαφρό του περπάτημα, το ζωηρό του βλέμμα, άθελα δημιουργούν σ’ εκείνον που τον αντικρύζει την εντύπωσι ότι έχει μπρος του έναν έφηβο, ένα Διόνυσο, κάποιο δραπετη αρχαίου γυμνασίου. Θυμίζει εικόνα μιας σβησμένης στα βάθη των αιώνων εποχής, χωρίς καμμιά διάθεση υπέρμετρης ή εξεζητημένης αρχαιολατρίας και μακρυά από κάθε υποβολή ότι μπορούσε να αναζήση η αρχαία παράδοση που όλοι  μας ξέρουμε από διαβάσματα.

»Με το χαμόγελο στο στόμα αγναντεύει ο Άγγελος με το ζωηρό του βλέμμα προς το άπειρο, ζητώντας κάποιο ξέσπασμα, κάποιο λιμάνι για να αράξη τις ζωηρές του ανησυχίες. Στο στήθος του ζουν δύο ψυχές, η μία θέλει να χωρισθή από την άλλη. Το αιώνιο δράμα του ιδιοφυούς ανθρώπου».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 29.1.1981, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο έρωτας και ο μύθος

Ο Ελευθερουδάκης αναφέρεται επίσης στη σχέση του ποιητή με την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, που αργότερα έγινε σύζυγός του και συνεργάτιδά του στο μεγάλο όραμα των Δελφικών Εορτών:

»Ύστερα από λίγο καιρό ο Άγγελος χάθηκε για τους Αθηναίους. Αργότερα, πολύ αργότερα, έφθασε στην Αθήνα σαν φήμη παραμυθιού, ότι κόρη Αμερικάνα […] εξεπλάγη στ’ αντίκρυσμα του ωραίου Άγγελου, και αφού κατέθεσε μπρος στα πόδια του τον αγνό της έρωτα, με πάθος πούφθασε στην εξουθένωσί της, εθεοποίησε το λατρευτό της. Πολλοί απ’ τους φίλους και θαυμαστές του Σικελιανού πιστεύουν ακόμη και σήμερα, ότι ο δεσμός αυτός ανέκοψε την δημιουργική του προσπάθεια».

Η Δελφική Ιδέα

Η πιο φιλόδοξη πνευματική σύλληψη του Σικελιανού ήταν η λεγόμενη «Δελφική Ιδέα». Μέσα από τις Δελφικές Εορτές, που διοργανώθηκαν το 1927 και το 1930, ο ποιητής πίστευε ότι θα μπορούσε να αναβιώσει το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και να δημιουργηθεί ένας διεθνής τόπος πνευματικής συνάντησης των λαών:

«Στήθος γεμάτο από πάθος, εγκέφαλος με διαρκείς ερεθισμούς, ο Άγγελος με την αγωνιώδη του ανησυχία συλλάμβανε τους πιο τολμηρούς οραματισμούς, θείες εμπνεύσεις, που τον μετέφερναν σ’ άλλους κόσμους. Έτσι, καθισμένος μια μέρα στα σπασμένα σκαλοπάτια των Δελφών οραματίστηκε ολόγλυφες εικόνες απ’ τη ζωή του αρχαίου κόσμου […]

»Ιδέα, την θητεία του στην αρχαία τραγωδία και την αυτοχειροτονία του σ’ επιζώντα Ιερέα του Ιερού του Δία. Την έζησε εντατικά και την εκήδεψε στωϊκά, χωρίς ποτέ να πιστέψη ότι πέθανε. Πίστευε έως το τέλος της ζωής του ότι η Ιδέα τελικά και πάλι θα αναστηθή.

Δελφικές Εορτές, 1930

Οι επικριτές του

»Δεν θα ήθελα έπειτα από τόσα χρόνια να ξαναγυρίσω στις κρίσεις και εντυπώσεις του καιρού πολλών και δικές μου, και τις επικρίσεις πάνω στην ουτοπιστική προσπάθεια όπως τότε τη χαρακτηρίζαμε. Οι κρίσεις αυτές ήταν δραματικές για τον Σικελιανό που πίστευε αγνά στην Ιδέα […]

»Για το ποιητικό έργο του Σικελιανού, την ξεχωριστή του ευφορία, τη μυστικοπάθεια και την κατάνυξι στο στίχο του, γράφηκαν πολλά κατά καιρούς και τελευταία κάτω απ’ την εντύπωσι του ξαφνικού του θανάτου, περισσότερα από τους θαυμαστές του, λιγώτερα από αντικειμενικούς μελετητές.

»Η τολμηρή γλωσσοπλαστική του προσπάθεια ξεπέρασε τους σύγχρονους του, αν και πολλές φορές ξεπερνούσε και το επιτρεπόμενο μετρό.

»Με την παιδική καλωσύνη κι’ αφέλεια ο Άγγελος πίστευε σ’ ό,τι καλλιεργούσε στη σκέψι του. Ήταν απόλυτα ειλικρινής στις εκδηλώσεις του, και κάθε παρεξήγησι εις βάρος του θα αδικούσε τους επικριτές του.

»Πνευματικά καλλιεργημένος, περισσότερο από όλους τους σύγχρονους του, δεν κατόρθωσε με τις ατέλειωτες ανησυχίες του να δώση στην Ελληνική διανόησι τους πλούσιους χυμούς των αφομοιωμένων του γνώσεων, ιδιαίτερα στον πεζό λόγο, κι’ αυτό είναι μία θετική ζημία για τα Ελληνικά Γράμματα.

»Είχε πάντα στο νου του το σκελετό μιας πολυσύνθετης μελέτης στον τόπο της “Ποίησης και Αλήθειας” του Γκαίτε που τόσο θαύμαζε, μέχρι σημείου να τον μιμείται και στην εξωτερική εμφάνιση του Γερμανού Όλυμπου».

Η τελευταία συνάντηση

Το κείμενο κλείνει με μια συγκινητική ανάμνηση από τις τελευταίες ημέρες του ποιητή:

«Οι πιο πρόσφατες εντυπώσεις μου από τον ποιητή ήταν μια συνάντησίς μας στον Εθνικό κήπο, ένα μήνα προ του θανάτου του. Ήταν πολύ καταβλημένος και απότομα γερασμένος. Με την τρέμολη φωνή του μου είπε ότι αυτός ο περίπατος στον κήπο εκείνη την ημέρα του έκαμε την εντύπωσι προθαλάμου προς τον μεγάλο κήπο της Εδέμ, και πρόσθεσε “ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός”. Τον βοήθησα να σηκωθή από τον πάγκο, και του πήρα μια φωτογραφία, την τελευταία του».

Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε το 1951, όμως, όπως σημείωνε χαρακτηριστικά ο Ελευθερουδάκης: «Η φυσική ζωή του έσβυσε, η πνευματική ζει».