Στο Θέατρο Μικρό Χορν, η παράσταση «Το 5ο Βήμα» του Ντέιβιντ Άϊρλαντ, σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Χρυσανθόπουλου και με πρωταγωνιστές τον Παντελή Δεντάκη και τον Θάνο Τοκάκη, εισχωρεί βαθιά, κάτω από το δέρμα της σχέσης ενός αλκοολικού και του καθοδηγητή του.
Τι συμβαίνει όταν η ανάγκη για βοήθεια μετατρέπεται σε ανάγκη για έλεγχο; Πότε η φροντίδα γίνεται εξουσία και η καθοδήγηση καταπίεση; Και πόσο εύκολο είναι, τελικά, να περάσουμε από τη θέση του θύματος σε εκείνη του θύτη χωρίς καν να το αντιληφθούμε;
Με αφετηρία τα «12 Βήματα» της απεξάρτησης, το έργο «ανοίγεται» σε ένα κοινωνικό και υπαρξιακό πεδίο γύρω από τη συνεξάρτηση, τα ανδρικά πρότυπα, την πατριαρχία, την πίστη, την ανάγκη αποδοχής και την αγωνία της αυτογνωσίας. Πραγματεύεται τη σχέση αυτών των δύο αντρών – του αλκοολικού Λούκας, νέου στην ηλικία με παιδικά τραύματα και του πρώην αλκοολικού Τζέιμς, μεσήλικα οικογενειάρχη, που αναλαμβάνει το ρόλο του καθοδηγητή βοηθώντας τον πρώτο να ολοκληρώσει τα «12 Βήματα», δηλαδή τα 12 στάδια απεξάρτησης, όπως τα ορίζουν οι Αλκοολικοί Ανώνυμοι.
Στις συναντήσεις τους οι δύο άντρες μιλούν για φιλίες, οικογένεια, σεξ, αλκοόλ, πνευματικές αφυπνίσεις, Θεό, εθισμούς και πάθη ώσπου φτάνουν στο 5ο Βήμα: είναι το σημείο όπου ο εθισμένος πρέπει να περάσει στην επόμενη κρίσιμη φάση της απεξάρτησης, «καθαρός» από όλα όσα τον κατατρέχουν ώστε η κάθαρση να συνεχιστεί χωρίς «βάρη». Όμως πόσο έτοιμοι είναι και οι δύο να κάνουν αυτό το Βήμα, να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον και να ομολογήσουν τις βαθύτερες αλήθειες τους; Τι γίνεται όταν οι κανόνες που έχουν τεθεί από τον καθοδηγητή καταπατούνται;
«Με αφορμή τον εθισμό στο αλκοόλ, ο Ντέιβιντ Αϊρλαντ μας μιλά για τη συνεξάρτηση. Την εξάρτηση μας δηλαδή από τους άλλους. Πώς μαθαίνουμε να παραμερίζουμε τις ανάγκες μας και να ζούμε αναζητώντας συνεχώς την αποδοχή τους.» Α. Χρυσανθόπουλος
Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος εξηγεί τι ήταν αυτό που τον ώθησε να φέρει το έργο του Άϊρλαντ στο ελληνικό κοινό και ποιο θεωρεί το μείζον κοινωνικό και ανθρώπινο ζήτημα που μας αφορά σήμερα άμεσα: «Το έργο πραγματεύεται πολλά σημαντικά θέματα. Τα δύο κυριότερα, που συνδέονται μεταξύ τους, είναι οι εθισμοί και οι ανθρώπινες σχέσεις. Με αφορμή τον εθισμό στο αλκοόλ, ο Ντέιβιντ Αϊρλαντ μας μιλά για τη συνεξάρτηση. Την εξάρτηση μας δηλαδή από τους άλλους. Πώς μαθαίνουμε να παραμερίζουμε τις ανάγκες μας και να ζούμε αναζητώντας συνεχώς την αποδοχή τους. Είτε αυτοί είναι οι γονείς μας, ο σύντροφός μας είτε κάποιος φίλος κτλ. Αν λοιπόν σκοπός είναι η αποδοχή και η επιβεβαίωση, πόσο ουσιαστική και ειλικρινής μπορεί να είναι μία σχέση;».

Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη
Καθώς στον πυρήνα του «5ου βήματος» αναδύεται το δίπολο εξουσία-εξάρτηση, με σαφείς αναφορές στην πατριαρχία, την πίστη και τα ανδρικά πρότυπα, ο ίδιος επισημαίνει τη βασική σκηνοθετική του πρόκληση:
«Η μεγαλύτερη μου πρόκληση ήταν η σχέση των δύο ηρώων να μπορέσει να αποδοθεί από τους ηθοποιούς πολυδιάστατα. Είχα την τύχη να δουλέψω με δύο έμπειρους και ταλαντούχους ηθοποιούς που μπορούν να αποδόσουν όλα τα επίπεδα των χαρακτήρων. Έτσι σε κάθε πρόβα σκάβαμε όλο και πιο βαθειά στην αλήθεια του κάθε ήρωα. Με απώτερο σκοπό η αλήθεια τους να παραμένει καλά κρυμμένη καθ´ολη τη διάρκεια του έργου πριν αποκαλυφθεί και τα ανατρέψει όλα.»
Η παράσταση εστιάζει στην ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει, να καθοδηγηθεί, να εμπιστευτεί κάποιον άλλο – ακόμα και μια «ανώτερη δύναμη». «Η ανασφάλεια δημιουργείται από την παιδική ηλικία του ανθρώπου λόγω έλλειψης φροντίδας και αγάπης και τον ακολουθεί σαν τραύμα σε όλη του την ζωή. Για αυτό αναζητά κάποιον να πάρει αυτό που του λείπει. Ψάχνει βοήθεια για να επουλώσει την πληγή του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πολλές φορές αυτή η αρρωστημένη σχέση εξάρτησης», σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Εδώ πρέπει να βάζει ο καθένας τα όρια του και να αναπτύξει την κριτική του σκέψη ώστε να μπορεί να αναγνωρίζει ορισμένες τοξικές συνθήκες και να μην δέχεται σαν θέσφατο τις συμβουλές των άλλων. Γενικά όμως πιστεύω ότι δεν πρέπει να επικεντρωνόμαστε στην δικαιολογημένη ανάγκη των ανθρώπων για καθοδήγηση αλλά στην εκμετάλλευση αυτής της ανάγκης από τους άλλους!»
Η σχέση πατέρα-γιου που διατρέχει το έργο ως σύγχρονη αλληγορία φωτίζει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φροντίδα και την εξουσία. Όπως παρατηρεί ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος: «Οι γονεϊκές σχέσεις πολλές φορές παίρνουν την μορφή σχέσης εξουσίας. Ενώ, ως επί το πλείστον, υπάρχει φροντίδα και νοιάσιμο, η καθοδήγηση πολλές φορές καταλήγει να γίνεται έλεγχος και καταπίεση, καταργώντας την ελεύθερη βούληση του καθοδηγούμενου που ασφυκτιά. Με αποτέλεσμα είτε να επαναστατήσει είτε να καταλήξει ενα άβουλο όν. Ένα πιόνι στα χέρια των άλλων.»
«Ο Τζέιμς είναι ένας άνθρωπος σαν όλους μας· φέρει μέσα του το καλό και το κακό, το φως και το σκοτάδι, την ομορφιά και την ασχήμια, τις καλές και τις κακές προθέσεις. Προσπαθεί να θεραπεύσει τα ψυχικά του τραύματα, να ικανοποιήσει την ανάγκη για αποδοχή, επιβεβαίωση και αγάπη.» Π. Δεντάκης
Ο Παντελής Δεντάκης, στον ρόλο του Τζέιμς του καθοδηγητή που μεταμορφώνεται σε εξουσιαστή, αναδεικνύει τη σύνθετη ψυχολογία ενός ανθρώπου που ισορροπεί ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. «Ο Τζέιμς είναι ένας άνθρωπος σαν όλους μας· φέρει μέσα του το καλό και το κακό, το φως και το σκοτάδι, την ομορφιά και την ασχήμια, τις καλές και τις κακές προθέσεις. Προσπαθεί να θεραπεύσει τα ψυχικά του τραύματα, να ικανοποιήσει την ανάγκη για αποδοχή, επιβεβαίωση και αγάπη. Στέκεται δίπλα στον Λούκας ως πατέρας, φίλος, ψυχολόγος, life coach. Όσο αισθάνεται πως έχει «το πάνω χέρι» στην σχέση, όλα είναι καλά· λειτουργεί σαν αψεγάδιαστος «υποστηριχτής» στην ανάρρωση του Λούκας. Όμως, από την στιγμή που νιώθει πως χάνει τον έλεγχο, μετατρέπεται σε έναν χειριστικό, τοξικό, ελεγκτικό συνοδοιπόρο, προσπαθώντας – συνειδητά ή ασυνείδητα – να κρατήσει δέσμιο και εξαρτημένο τον Λούκας.»

Παντελής Δεντάκης και Θάνος Τοκάκης, το δίπολο του 5ου Βήματος. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη
Η περιγραφή του ηθοποιού αγγίζει ένα ευρύτερο κοινωνικό μοτίβο: «Κάνω τα πάντα για κάποιο άτομο, δείχνω υπέρμετρα ενδιαφέρον και νοιάξιμο, δίνω υπερβολική φροντίδα… έως ότου δημιουργήσω ένα περιβάλλον ψυχικής εξάρτησης». Το σχήμα αυτό δεν περιορίζεται στην οικογένεια, αλλά επεκτείνεται σε φιλικές, ερωτικές, επαγγελματικές σχέσεις και ακόμη και στη «διαχείριση μεγάλων ανθρώπινων μαζών». Η εξουσία δεν επιβάλλεται μόνο ωμά· συχνά εγκαθίσταται μέσα από την υπερπροστασία.
Μιλώντας πιο προσωπικά για το έργο, ο Παντελής Δεντάκης παραδέχεται: «Αναγνωρίζω τον εαυτό μου και στα δύο πρόσωπα. Στην ψυχική τους αστάθεια, την διανοητική τους σύγχυση, την αδυναμία τους να συνδεθούν με υγεία, γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια. Με αναγνωρίζω ως θύτη και θύμα, ως άτομο χειριστικό και αποδέκτη χειριστικών συμπεριφορών, ως πομπό και δέκτη ψυχολογικής βίας. Μου είναι γνώριμη η λυσσαλέα προσπάθειά των ηρώων να βρουν «την άκρη του νήματος» και την ισορροπία· να καταλάβουν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Να θεραπεύσουν τα τραύματά τους, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να συμπορευτούν, να γεννήσουν ομορφιά και να την διοχετεύσουν γύρω τους.»
«Τι σημαίνει πραγματικά να είσαι εξαρτημένος; Ανατρέξαμε σε βιβλία και μαρτυρίες ανθρώπων για να κατανοήσουμε σε βάθος την ψυχολογία των εξαρτημένων από το αλκοόλ, ατόμων. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι ότι, για τον εξαρτημένο, το ποτό δεν είναι το πρόβλημα αλλά η λύση.» Θ. Τοκάκης
Από την πλευρά του, ο Θάνος Τοκάκης εξηγεί ότι η εξάρτηση από το αλκοόλ είναι μια διαδικασία που έπρεπε να κατανοηθεί σε βάθος προκειμένου να αποδοθεί σωστά στη σκηνή. «Τι σημαίνει πραγματικά να είσαι εξαρτημένος; Ανατρέξαμε σε βιβλία και μαρτυρίες ανθρώπων για να κατανοήσουμε σε βάθος την ψυχολογία των εξαρτημένων από το αλκοόλ, ατόμων. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι ότι, για τον εξαρτημένο, το ποτό δεν είναι το πρόβλημα αλλά η λύση καθώς αναζητά μια διέξοδο σε βαθύτερα τραύματα.» Η μοναξιά και η ανάγκη για σύνδεση βρίσκονται στον πυρήνα της αλληλεξάρτησης. Το έργο, όπως λέει ο Θάνος Τοκάκης, δεν αφορά μια συγκεκριμένη «ασθένεια», αλλά «όλες τις βαθύτερες εξαρτήσεις μας: συναισθηματικές, υπαρξιακές, κοινωνικές. Για τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους και με τον ίδιο μας τον εαυτό.»
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη μετατόπιση από το θύμα στον θύτη. «Το πιο ενδιαφέρον και ταυτόχρονα το πιο τρομακτικό είναι ότι ο χαρακτήρας του Τζέιμς δεν έχει κακή πρόθεση. Θέλει πραγματικά να βοηθήσει. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Γιατί, πολλές φορές, γινόμαστε θύτες πιστεύοντας ότι πράττουμε το καλό». Η διαπίστωση αυτή αποκτά σαφές κοινωνικό αποτύπωμα: η καταπίεση δεν γεννιέται πάντα από κακόβουλη πρόθεση, αλλά συχνά από την πεποίθηση ότι «ξέρουμε καλύτερα» για τον άλλον.

Θάνος Τοκάκης, Παντελής Δεντάκης. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη
Για τη σχέση με τον Τζέιμς και τα πατρικά –εξουσιαστικά– στοιχεία της, ο Θάνος Τοκάκης σημειώνει: «Αυτή η σχέση ήταν από τους βασικούς λόγους που με τράβηξαν στο έργο. Δεν μένει μόνο στο στερεότυπο της πατρικής φιγούρας. Ανοίγει και διευρύνεται, αγκαλιάζοντας σχεδόν όλες τις σχέσεις εξάρτησης που δημιουργούμε στη ζωή μας: με τον Θεό, τη θρησκεία, με τους ερωτικούς συντρόφους, ακόμη και στο θέατρο ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό. Υπάρχει βαθιά ριζωμένη μέσα μας η ιδέα ότι κάποιος έχει το δικαίωμα να ασκεί εξουσία. Είναι μια νοοτροπία ριζωμένη στην κοινωνία και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου – κι εγώ προσωπικά την κουβαλώ μέσα μου.»
Και οι τρεις συντελεστές συναντώνται στο ερώτημα της ταυτότητας και της αυτογνωσίας, που θέτει το έργο. Καλούμαστε συνεχώς να έχουμε νέους ρόλους, παράλληλες ταυτότητες, ανεξάντλητες προσδοκίες, αλλά ποιοι είμαστε πίσω από όλα αυτά; Πόσο δύσκολο είναι το βήμα να αναγνωρίσει τελικά ο σύγχρονος άνθρωπος τον εαυτό του;
Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος θυμίζει το «Γνῶθι σεαυτόν» και μιλά για τον δύσκολο δρόμο κατανόησης των κινήτρων και των αδυναμιών μας: «Έχει ειπωθεί απο αρχαιοτάτων χρόνων, «Γνώθι σεαυτόν». Είναι ο μακρύς και δύσκολος δρόμος να κατανοήσει ο ανθρωπος τον εαυτό του, τα συναισθήματα του, τα κινητρα του, τις αδυναμίες του, τις δυνατότητες του και δουλεύοντας πνευματικά να καλλιεργήσει τον εαυτό του ώστε να μπορεί να βλέπει τους άλλους με επιείκεια, ανεκτικότητα και κατανόηση».
Ο Παντελής Δεντάκης περιγράφει τη σύγχρονη δυσκολία διαχείρισης της πληροφορίας, της χαοτικής νέας τάξης πραγμάτων και της αγωνίας νοηματοδότησης της ύπαρξης: «Η μεγάλη δυσκολία του σύγχρονου ανθρώπου είναι να διαχειριστεί την τεράστια πληροφορία που εισπράττει σε καθημερινή βάση. Να επιλέξει το καλύτερο για τον εαυτό του, μέσα από τις άπειρες επιλογές που έχει ή νομίζει πως έχει. Να ανταπεξέλθει στη μεγάλη αγωνία που του γεννάει η χαοτική νέα τάξη πραγμάτων. Να νοηματοδοτήσει τη ζωή του και γενικότερα την Ύπαρξη. »
Ο Θάνος Τοκάκης βλέπει την αυτογνωσία ως μια ατέρμονη διαδικασία: «Δεν ξέρω αν είναι δυνατόν να υπάρξει πλήρης αυτογνωσία. Πρόκειται για μια υπαρξιακή αναζήτηση που δεν τελειώνει. Όταν συνειδητοποίησα ότι αυτή η διαδικασία δεν σταματά ποτέ, ένιωσα ανακούφιση. Γιατί τότε έπαψα να ψάχνω απαντήσεις και άρχισα να αποδέχομαι τις ερωτήσεις. Τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας αφορούν τη σύνδεση των ανθρώπων παγκοσμίως. Ζούμε σε μια κοινωνία έντονου ατομικισμού, κάτι που ενισχύεται και από τα social media. Η απώλεια της συλλογικής αίσθησης είναι ίσως το μεγαλύτερο τραύμα του σύγχρονου ανθρώπου.»
Το «5ο Βήμα» λειτουργεί τελικά ως ένας καθρέφτης: της ανάγκης μας να πιστέψουμε, να στηριχθούμε, να σωθούμε – αλλά και της ευθύνης μας να μην μετατρέψουμε τη βοήθεια σε έλεγχο. Αν κάτι αναδεικνύεται μέσα από τις φωνές των δημιουργών, είναι ότι το πιο δύσκολο βήμα είναι η ειλικρινής αναμέτρηση με τον εαυτό μας, εκεί όπου ο ρόλος του θύματος και του θύτη εναλλάσσονται διαρκώς.
Λεζάντα βασικής φωτογραφίας: Οι Π. Δεντάκης, Α. Χρυσανθόπουλος και Θ. Τοκάκης στο Μικρό Χορν όπου παίζεται η παράσταση Το 5ο Βήμα. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη
INFO: «Το 5ο βήμα» του Ντέιβιντ Άϊρλαντ, Θέατρο Μικρό Χορν (Αμερικής 10, Αθήνα), Παραστάσεις: Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στις 20:00
Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «Το 5ο βήμα» από το InTickets.







