Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ξεκινάει το 2026, κουβαλώντας μία από τις βαρύτερες εκκρεμότητες της εξωτερικής του πολιτικής: τον ερχόμενο Φεβρουάριο, ο πόλεμος στην Ουκρανία συμπληρώνει τέσσερα χρόνια, χωρίς να διαφαίνεται άμεση προοπτική τερματισμού του. Παρά τη φιλοδοξία του να επιλύσει το ζήτημα σε 24 ώρες, να καταγραφεί ως «πρόεδρος της ειρήνης», αλλά και την έντονη προσωπική του εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις, η σύγκρουση παραμένει άλυτη, με τις διαφορές μεταξύ Κιέβου, Μόσχας, Ουάσιγκτον και Ευρώπης να αποδεικνύονται βαθύτερες απ’ όσο ενδεχομένως είχε αρχικά εκτιμήσει.
Η αμερικανική προσπάθεια για μια ειρηνευτική συμφωνία κορυφώθηκε μέσα στο 2025, με τον ίδιο τον Τραμπ να επιδιώκει ρόλο διαμεσολαβητή, με πολλές βέβαια διακυμάνσεις. Ωστόσο, οι όποιες προσδοκίες για μια συμφωνία διαψεύστηκαν. Σύμφωνα με αναλύσεις από ευρωπαϊκούς κύκλους, ο βασικός λόγος ήταν η απροθυμία του αμερικανού προέδρου να ασκήσει διαρκή και ουσιαστική πίεση στη Ρωσία, ώστε να εγκαταλείψει τις μαξιμαλιστικές της απαιτήσεις. Αντίθετα, σε αρκετές στιγμές, η αμερικανική στάση φάνηκε να προσεγγίζει περισσότερο τη ρωσική οπτική, εις βάρος των ουκρανικών θέσεων για μια «δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη».
Τα αγκάθια που δεν αφήνουν πολλές ελπίδες για ειρήνη
Το κεντρικό αγκάθι παραμένει το Ντονμπάς. Η Ρωσία απαιτεί τον πλήρη έλεγχο των επαρχιών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, ως ελάχιστη προϋπόθεση για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, παρότι η Ουκρανία εξακολουθεί να ελέγχει περίπου το 25% του Ντονέτσκ και ένα μικρό τμήμα του Λουχάνσκ. Το Κίεβο έχει απορρίψει κατηγορηματικά την παραχώρηση αυτών των εδαφών, επικαλούμενο τόσο πολιτικούς όσο και στρατιωτικούς λόγους. Μια εναλλακτική πρόταση του ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, που προέβλεπε τη μετατροπή του υπό ουκρανικό έλεγχο τμήματος του Ντονμπάς σε αποστρατιωτικοποιημένη «ελεύθερη οικονομική ζώνη», δεν έγινε αποδεκτή από τη Μόσχα.
Παράλληλα, κρίσιμο ζήτημα παραμένουν οι εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία. Η Ουάσιγκτον έχει προτείνει μια 15ετή εγγύηση, ενώ το Κίεβο ζητά δέσμευση έως και 50 ετών, που θα λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε μια μελλοντική ρωσική εισβολή. Η ουκρανική πλευρά επιδιώκει ένα πλαίσιο αντίστοιχο με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, αν και χωρίς την πλήρη ένταξη στη Συμμαχία. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι αυτές οι εγγυήσεις δε θα παραμείνουν στο τραπέζι επ’ αόριστον και συνδέονται άμεσα με συμβιβασμούς στο εδαφικό.
Το χάσμα με την Ευρώπη, «μετά το τέλος της Pax Americana»
Για την Ευρώπη, το ουκρανικό έχει αναδείξει τα όρια της στρατηγικής της αυτονομίας. Παρά τη διπλωματική στήριξη προς το Κίεβο και τις προσπάθειες να επηρεάσει την αμερικανική στάση, παραμένει εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για την άσκηση ουσιαστικής πίεσης στη Μόσχα – είτε μέσω στρατιωτικής βοήθειας και ανταλλαγής πληροφοριών είτε μέσω κυρώσεων, ιδίως στον τομέα της ενέργειας.
Παράλληλα, το χάσμα αντίληψης μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης για τη Ρωσία «θα συνεχίζει να βαθαίνει και το 2026» , εκτιμούν οι Financial Times. Ενώ πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν τη Μόσχα ως τη βασική απειλή για την ασφάλεια της ηπείρου, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται πως αντιμετωπίζει τη Ρωσία περισσότερο ως δυνητικό επιχειρηματικό εταίρο και επιδιώκει μια μορφή «στρατηγικής σταθεροποίησης». Αυτή η προσέγγιση, εάν παγιωθεί το 2026, απειλεί να διευρύνει το ρήγμα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σχολιάζει η βρετανική εφημερίδα.
Με αυτά τα δεδομένα, και παρ’ όλο που ο αμερικανός πρόεδρος, λίγο πριν λήξει η χρονιά, φάνηκε αισιόδοξος, το 2026 «δύσκολα θα φέρει μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία», εικάζει το Politico, θεωρώντας πιθανότερο σενάριο τη συνέχιση μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας, χωρίς ρωσική διάθεση υποχώρησης, με την Ευρώπη να προσπαθεί να συγκρατήσει τις ΗΠΑ σε μια γραμμή στήριξης της Ουκρανίας και τον Τραμπ να ισορροπεί ανάμεσα στη γεωπολιτική πραγματικότητα και την επιθυμία του να καταγραφεί ως ο ηγέτης που «έκλεισε τον πόλεμο».
Το περιοδικό καταλήγει πως για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, το αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας παραμένει ανοιχτό και ανησυχητικά αβέβαιο, ενώ θα καταδείξει τον νέο ρόλο της Αμερικής «μετά το τέλος της Pax Americana».





