Μετά από 15 χρόνια ανάπτυξης και επενδύσεων αρκετών εκατομμυρίων ευρώ, το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής (ΕΔΙΤ) επιχειρεί να επεκταθεί πανελλαδικά. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση παραμένει η εξοικείωση γιατρών και πολιτών με ένα εργαλείο που μπορεί να αλλάξει τον τρόπο παροχής φροντίδας, ιδιαίτερα στα νησιά και τις απομακρυσμένες περιοχές.
Όταν ξεκινούσε η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια τηλεϊατρικής στα νησιά του Αιγαίου, λίγοι πίστευαν ότι θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό εργαλείο του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η οικονομική κρίση, οι ελλείψεις προσωπικού και οι δυσκολίες πρόσβασης σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας στα νησιά δημιουργούσαν ένα δύσκολο περιβάλλον. Σήμερα, όμως, η τηλεϊατρική δεν αποτελεί πλέον ένα πιλοτικό εγχείρημα, αλλά ένα πανελλαδικό δίκτυο που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται η φροντίδα υγείας στη χώρα.
Βέβαια δε σημαίνει ότι το εν λόγω δίκτυο προσφέρει αυτά που μπορεί να προσφέρει. Και ο λόγος είναι ότι ενώ υπάρχει η υποδομή, με τη χρήση του δεν έχουν εξοικειωθεί γιατροί και πολίτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αυτοψία του ΒΗΜΑΤΟΣ τον προηγούμενο Ιούλιο, όπου σε ακριτικό νησί είδαμε τον σύγχρονο και ολοκαίνουργιο εξοπλισμό, ο οποίος όμως δε χρησιμοποιείτο. Ο αγροτικός γιατρός μας είπε μάλιστα ότι ούτε είχε εκπαιδευτεί αλλά ούτε θα προλάβαινε αφού ήταν για θητεία περιορισμένου χρόνου. Ας μην ξεχνάμε δε και τις ελλείψεις σε γιατρούς στα νησιά συνολικά.
Παρουσίαση του έργου
Η παρουσίαση του νέου Εθνικού Δικτύου Τηλεϊατρικής έγινε χθες παρουσία και της αναπληρώτριας υπουργού Υγείας κ. Ειρήνης Αγαπηδάκη, όπου αναδείχτηκε τόσο η σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί όσο και τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Το νέο σύστημα περιλαμβάνει 305 σταθμούς γιατρού – ασθενούς, 35 σταθμούς συμβούλων ιατρών, κινητές μονάδες υγείας με εξοπλισμό τηλεϊατρικής και 3.000 συστήματα τηλεπαρακολούθησης ασθενών. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ψηφιακές παρεμβάσεις που έχουν γίνει στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, με ιδιαίτερη στόχευση στους κατοίκους νησιών, ορεινών περιοχών και γενικότερα σε πληθυσμούς με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Μάλιστα αναφέρθηκε ότι το εν λόγω σύστημα με τη γεωγραφική κάλυψη που έχει, αποτελεί το μοναδικό σε όλο τον κόσμο.
Ωστόσο, όπως προέκυψε και από τις τοποθετήσεις των ανθρώπων που συμμετείχαν στην ανάπτυξη του συστήματος, η ύπαρξη της υποδομής από μόνη της δεν αρκεί.
Περιορισμένη η χρήση
«Πριν πάμε στον πληθυσμό, χρειάζεται να μάθουμε οι γιατροί μας ότι ο τρόπος άσκησης της ιατρικής αλλάζει», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Αγαπηδάκη, περιγράφοντας εμπειρίες από επισκέψεις της σε Κέντρα Υγείας και περιφερειακά ιατρεία. Όπως είπε, σε αρκετές περιπτώσεις οι επαγγελματίες υγείας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη ή αμηχανία τις δυνατότητες που προσφέρουν τα νέα εργαλεία.
Η παρατήρηση αυτή αποτυπώνει ίσως το σημαντικότερο στοίχημα της επόμενης ημέρας. Για πρώτη φορά η χώρα διαθέτει ένα τόσο εκτεταμένο δίκτυο τηλεϊατρικής. Εκείνο που απομένει είναι να ενσωματωθεί στην καθημερινή πρακτική των γιατρών και να γίνει γνωστό στους πολίτες που μπορούν να ωφεληθούν από αυτό.
Η πορεία μέχρι σήμερα
Η πορεία μέχρι εδώ δεν ήταν εύκολη. Η δεύτερη Υγειονομική Περιφέρεια, που περιλαμβάνει το σύνολο σχεδόν των νησιών του Αιγαίου, ξεκίνησε την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια το 2010. Σε μια περιοχή όπου ζουν περισσότεροι από 600.000 κάτοικοι σε διάσπαρτα νησιά, η ανάγκη για εξ αποστάσεως υποστήριξη ήταν προφανής.
Το πρώτο μεγάλο έργο υλοποιήθηκε την περίοδο 2014-2015, όταν μέσα σε μόλις 11 μήνες εγκαταστάθηκαν 43 σταθμοί τηλεϊατρικής σε 34 νησιά. Ακολούθησαν νέες φάσεις επέκτασης, με αποτέλεσμα σήμερα σχεδόν όλα τα κατοικημένα νησιά του Αιγαίου να διαθέτουν δυνατότητα σύνδεσης με το δίκτυο.
Τα οφέλη είναι ήδη ορατά. Χιλιάδες πολίτες απέφυγαν μετακινήσεις προς μεγάλα αστικά κέντρα για εξετάσεις ή ιατρικές γνωματεύσεις, ενώ οι γιατροί της περιφέρειας απέκτησαν άμεση πρόσβαση σε εξειδικευμένες συμβουλές από συναδέλφους τους σε νοσοκομεία αναφοράς.
Τα επόμενα βήματα
Η κυβέρνηση επιδιώκει τώρα να περάσει σε ένα πιο ολοκληρωμένο μοντέλο ψηφιακής φροντίδας, στο οποίο η τηλεϊατρική θα αποτελεί μόνο ένα μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος δεδομένων και υπηρεσιών. Στα σχέδια περιλαμβάνεται η ανάπτυξη του υποσυστήματος Health Monitoring, το οποίο θα συγκεντρώνει πληροφορίες από πολλαπλές πηγές – από περιβαλλοντικούς δείκτες, όπως η ποιότητα του αέρα και του νερού, έως κλινικά και επιδημιολογικά δεδομένα. Στόχος είναι να αποκτήσουν οι υγειονομικές αρχές μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των αναγκών κάθε περιοχής και να μπορούν να σχεδιάζουν πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, από την πρόληψη μέχρι τη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων.
Παράλληλα, προωθείται η δημιουργία κοινού επιχειρησιακού κέντρου στο Αττικόν Νοσοκομείο σε συνεργασία με το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Το κέντρο θα λειτουργεί ως κόμβος συντονισμού για το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής, τις κινητές ομάδες υγείας του ΕΟΔΥ και τις κινητές μονάδες του Ιδρύματος. Η φιλοδοξία είναι να υπάρχει σε πραγματικό χρόνο εικόνα των αναγκών σε ολόκληρη τη χώρα και η δυνατότητα ταχύτερης παρέμβασης είτε πρόκειται για ηλικιωμένους ασθενείς που χρειάζονται παρακολούθηση στο σπίτι, είτε για απομακρυσμένες κοινότητες που χρειάζονται εξειδικευμένες εξετάσεις, είτε ακόμη για περιοχές όπου εμφανίζονται τοπικές εξάρσεις λοιμωδών νοσημάτων. Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια μετάβασης από ένα σύστημα που αντιδρά όταν εμφανίζεται το πρόβλημα σε ένα μοντέλο πιο προληπτικής και εξατομικευμένης φροντίδας.
Η αναπληρώτρια υπουργός αναφέρθηκε επίσης στις δυνατότητες που δημιουργούν η τεχνητή νοημοσύνη και τα νέα ψηφιακά εργαλεία. «Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τον γιατρό. Του δίνει τη δυνατότητα να έχει καλύτερη και πιο έγκαιρη πληροφορία», σημείωσε.
Τα κρίσιμα σημεία
Οι ειδικοί πάντως επισημαίνουν ότι η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί από τρεις παράγοντες: την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, την ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών και τη δημιουργία κινήτρων για τη συστηματική χρήση των νέων υπηρεσιών.
Για τους κατοίκους των μικρών νησιών, η δυνατότητα να πραγματοποιούν εξετάσεις από το τοπικό Κέντρο Υγείας ή ακόμη και από το σπίτι τους μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την καθημερινότητά τους. Για το σύστημα υγείας, όμως, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μετατρέψει την τεχνολογική επένδυση σε καθημερινή πρακτική.



