Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μέτωπο με τον Ντόναλντ Τραμπ για Ιράν και Ουκρανία, ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών το φθινόπωρο, επιλέγουν να ανοίξουν οι βουλευτές της Βουλής των Αντιπροσώπων και πιθανόν και οι γερουσιαστές.

Η πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, δέχθηκε ένα διπλό ηχηρό πλήγμα -παρά το γεγονός ότι χωρίς τις σχετικές αποφάσεις της Γερουσίας δε θα έχει πρακτική ουσία- καθώς η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε ψήφισμα που ζητά τον τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράν χωρίς ρητή έγκριση του Κογκρέσου και παράλληλα πέρασε νομοσχέδιο που προβλέπει να δοθούν δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία και αυστηρές κυρώσεις στη Ρωσία.

Οι δύο ψηφοφορίες ανέδειξαν ένα φαινόμενο που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε αδιανόητο στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, μια κρίσιμη μάζα βουλευτών του κόμματος αμφισβητούν δημόσια τον Τραμπ σε κορυφαία ζητήματα εθνικής ασφάλειας και ψηφίζουν εναντίον της πολιτικής του παρά τις πιέσεις τόσο του Λευκού Οίκου όσο και της ηγεσίας των Ρεπουμπλικανών.

Ψήφος κατά του πολέμου με το Ιράν

Η πρώτη ήττα ήρθε με την έγκριση ψηφίσματος που καλεί τον πρόεδρο να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τις εχθροπραξίες με το Ιράν, εκτός εάν υπάρξει ειδική εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο.

Το μέτρο εγκρίθηκε με 215 ψήφους έναντι 208, με τέσσερις Ρεπουμπλικανούς να συντάσσονται με το σύνολο των Δημοκρατικών. Αν και το συγκεκριμένο ψήφισμα θεωρείται κυρίως συμβολικό και η νομική του ισχύς αμφισβητείται, η πολιτική σημασία του είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς καταγράφει για πρώτη φορά τόσο καθαρά την αντίθεση του Κογκρέσου στη συνέχιση της στρατιωτικής εμπλοκής.

Η εξέλιξη αποτυπώνει την αυξανόμενη ανησυχία βουλευτών για έναν πόλεμο που έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία και έχει οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και βασικών αγαθών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ανταρσία υπέρ της Ουκρανίας

Λίγες ώρες αργότερα, η Βουλή επέφερε ένα ακόμη πλήγμα στον πρόεδρο, εγκρίνοντας με 226 ψήφους έναντι 195 ένα εκτεταμένο πακέτο στήριξης της Ουκρανίας.

Το νομοσχέδιο προβλέπει νέα στρατιωτική βοήθεια ύψους 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, επεκτείνει το πρόγραμμα δανεισμού και μίσθωσης στρατιωτικού εξοπλισμού προς το Κίεβο και επιβάλλει νέες κυρώσεις σε ρωσικές τράπεζες, ενεργειακές εταιρείες και εξορυκτικούς ομίλους. Παράλληλα, προβλέπει δασμούς 500% σε ρωσικά προϊόντα και απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ.

Η ψηφοφορία συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της γραμμής του Τραμπ, ο οποίος έχει αποφύγει να αναλάβει νέες δεσμεύσεις υπέρ της Ουκρανίας και έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι επιδιώκει μια διαπραγματευτική προσέγγιση με τη Μόσχα.

Ακόμη πιο ενδεικτικό ήταν το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, είχε καλέσει τους Ρεπουμπλικανούς να καταψηφίσουν το νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να δοθεί χρόνος στον πρόεδρο να συνεχίσει τις επαφές του με τη Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, 18 Ρεπουμπλικανοί και ένας ανεξάρτητος που συνήθως ευθυγραμμίζεται με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και την ηγεσία του αγνόησαν τις κομματικές οδηγίες και ψήφισαν υπέρ.

Ρωγμές στο τραμπικό μέτωπο

Οι δύο ψηφοφορίες καταδεικνύουν ότι η κυριαρχία του Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα παραμένει ισχυρή, αλλά δεν είναι πλέον απόλυτη.

Στο ζήτημα του Ιράν, αρκετοί συντηρητικοί βουλευτές επικαλούνται τον Νόμο περί Πολεμικών Εξουσιών και υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση έχει υπερβεί τα όρια της συνταγματικής της αρμοδιότητας. Στο ουκρανικό μέτωπο, μια διαφορετική ομάδα Ρεπουμπλικανών εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να εγκαταλείψει το Κίεβο και θεωρεί ότι η σκληρότερη στάση απέναντι στη Ρωσία εξυπηρετεί τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα.

Οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, καθώς η παρατεταμένη κρίση με το Ιράν, η άνοδος του ενεργειακού κόστους και η αδυναμία επίτευξης προόδου στο ουκρανικό μέτωπο προκαλούν αυξανόμενη δυσφορία σε ανεξάρτητους ψηφοφόρους αλλά και σε μερίδα Ρεπουμπλικανών βουλευτών που δίνουν μάχη για την επανεκλογή τους.

Παρά το γεγονός ότι καμία από τις δύο πρωτοβουλίες δεν έχει ακόμη εξασφαλισμένη πορεία προς την τελική εφαρμογή της — καθώς απαιτούνται περαιτέρω διαδικασίες στη Γερουσία και ενδεχομένως η υπογραφή ή η υπέρβαση βέτο του προέδρου — το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: για πρώτη φορά στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ βλέπει ένα αξιοσημείωτο τμήμα του κόμματός του να αμφισβητεί ανοιχτά τις επιλογές του σε δύο από τα σημαντικότερα μέτωπα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.