Οι άνθρωποι των «πίσω δωματίων» και άλλες ιστορίες διαπλοκής

Οι σχέσεις του Χρήστου Καλογρίτσαμε το σύστημα εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ, ο ρόλος της Τράπεζας Αττικής, το έμβασμα των τριών εκατομμυρίων και οι υπόγειες διαδρομές του πολιτικού χρήματος

Τα απόνερα μιας δικαστικής διαμάχης για ένα έμβασμα τριών εκατομμυρίων ευρώ (με αποστολείς τους εκ Λιβάνου ορμώμενους Παλαιστινίους της πολυεθνικής Consolidated Contractors Company – CCC) που πέρασε από την Attica Bank για να καταλήξει σε λογαριασμούς εταιρειών συμφερόντων του Χρήστου Καλογρίτσα ήταν η αφορμή για να επιστρέψουμε στο φθινόπωρο του 2016. Τότε, που ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στύλωσε τα πόδια και επέβαλε τη δική του επιλογή, τον Θεόδωρο Πανταλάκη, στην «αμαρτωλή» Attica Bank. Τότε, επίσης, άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι που έστειλε τον υπερθεματιστή της μιας από τις τέσσερις τηλεοπτικές άδειες στα «δανεικά βοσκοτόπια» του Ιονίου Πελάγους και τον εμπνευστή της διαδικασίας, τον Νίκο Παππά, σε ήττα στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Η Τράπεζας Αττικής και  η παρέμβαση Στουρνάρα

Ενας ακόμη άστατος, ως προς τα καιρικά φαινόμενα, Σεπτέμβριος όδευε προς το τέλος του. Παράλληλα, οι προετοιμασίες στο κυβερνητικό επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα για τη μεγάλη επέτειο είχαν μόλις ολοκληρωθεί. Ο πρωθυπουργός της λεγόμενης «Πρώτη Φορά Αριστερά» είχε καταφέρει να ανανεώσει τη λαϊκή εντολή και μετρούσε ήδη έναν χρόνο μετά το δεύτερο νικηφόρο αποτέλεσμα της κάλπης (τον Σεπτέμβριο του 2015) στο Μέγαρο Μαξίμου.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2015, στήθηκαν οι κάλπες. Εναν χρόνο αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, σημειώθηκε μια ήττα που σχεδόν πέρασε απαρατήρητη από το ευρύ κοινό: ακριβώς την ημέρα της επετείου της δεύτερης νίκης Τσίπρα, η Τράπεζα της Ελλάδος με εντολή του διοικητού της Γιάννη Στουρνάρα έδωσε στη δημοσιότητα μια ανακοίνωση, η οποία, σε πρώτη ανάγνωση, φάνταζε υπέρμετρα τυπική. Και όμως, τα φαινόμενα, ως συνήθως, απατούν… Μια δεύτερη ανάγνωση είναι σίγουρο ότι θα κέντριζε το ενδιαφέρον και του πιο ανυποψίαστου τραπεζικού υπαλλήλου. Η ανακοίνωση, δίχως άλλο, συνιστούσε κέντημα και μάλιστα, απαιτητικής σταυροβελονιάς: «Η σημερινή Εκτακτη Γενική Συνέλευση της Τράπεζας Αττικής θέτει τέρμα στο διοικητικό κενό. (…) Η Τράπεζα της Ελλάδος θα συνεργαστεί στενά με τη νέα Διοίκηση της τράπεζας για την περαιτέρω ενίσχυση και βελτίωση των υποδομών και λειτουργιών της. (…) Μετά τις σημερινές εξελίξεις, η ΤτΕ αίρει άμεσα τους περιορισμούς στη χορήγηση νέων πιστώσεων». Η ανακοίνωση ήταν η επιβεβαίωση της νίκης του Γιάννη Στουρνάρα απέναντι στις μεθοδεύσεις του Μεγάρου Μαξίμου για πρόσωπα και πράγματα. Η αλλαγή διοίκησης στην Τράπεζα Αττικής είχε επιβληθεί καθώς και η μεταφορά της πρώτης ευθύνης των διοικητικών πραγμάτων στον έμπειρο, μετριοπαθή κ. Πανταλάκη, παλιό γνώριμο της αγοράς και πρόσωπο εμπιστοσύνης του Γιάννη Στουρνάρα.

Για την ιστορία και μόνο έχει σημασία να αναφερθεί με δύο λόγια το χρονικό: Τον Σεπτέμβριο του 2016 η Attica Bank – όπως ονομάζεται πλέον η Τράπεζα Αττικής – είχε βρεθεί ένα βήμα πριν από τον ορισμό επιτρόπου, που θα αναλάμβανε να οδηγήσει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα σε εκκαθάριση. Μάλιστα, λίγες ημέρες πριν από την έκτακτη γενική συνέλευση είχε ανασταλεί η διαπραγμάτευση της μετοχής της στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος είχε – και με το δίκιο του – «στυλώσει τα πόδια» και δεν έκανε βήμα αν η κυβέρνηση Τσίπρα δεν έπαιρνε πίσω τα ονόματα των εκλεκτών της. Το προτεινόμενο δίδυμο Μάκης Σαπουντζόγλου για πρόεδρος και Παναγιώτης Ρουμελιώτης για διευθύνων σύμβουλος δεν επρόκειτο να πάρει «πράσινη κάρτα» από τον Γιάννη Στουρνάρα, παρά την αντίδραση του τότε αντιπροέδρου της κυβέρνησης Τσίπρα, του βετεράνου του «κόμματος» Γιάννη Δρασαγάκη που είχε τα δικά του σχέδια για τη μικρή τράπεζα ως ένα εν δυνάμει οργανικό μέρος του παράλληλου ή συμπληρωματικού χρηματοπιστωτικού συστήματος που προωθούσε.

Το πρόσωπο πίσω από  το ενδιαφέρον του ΣΥΡΙΖΑ

Εκείνες τις κρίσιμες για την τύχη της Τράπεζας Αττικής μέρες καταγράφεται μια σημαντική τηλεφωνική συνομιλία. Ο Γιάννης Στουρνάρας τηλεφωνεί στο Μέγαρο Μαξίμου και ενημερώνει τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα για τις προθέσεις του, δηλαδή να αναγκαστεί να λάβει το έσχατο μέτρο του διορισμού επιτρόπου. Και επίτροπος σήμαινε εκκαθάριση… Αλλά, γιατί τόση πρεμούρα από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ για την Τράπεζα Αττικής και τη διοίκησή της; Ποιο ήταν το μυστικό; Το μυστικό ή, αν προτιμάτε, μέρος του μυστικού είχε να κάνει με ένα και μόνο πρόσωπο και τις πολυσχιδείς δραστηριότητές του. Το όνομα αυτό δεν ήταν και δεν είναι άλλο από εκείνο του Χρήστου Καλογρίτσα. Ο τελευταίος (και δικαίως) θα πρέπει να θεωρούσε την Τράπεζα Αττικής ως το δεύτερο σπίτι του, ειδικά όταν τα κλειδιά της ήρθαν στα χέρια των ανθρώπων του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο μεγάλος χορός των χρηματοδοτήσεων

Ο χαρακτηρισμός «δεύτερο σπίτι» προκύπτει αβίαστα από τα ψυχρά νούμερα, τα δεδομένα των χρηματοδοτήσεων. Τα στοιχεία που είχε υπόψη της η Τράπεζα της Ελλάδος δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ούτε για αστείο σε πάνελ μεταμεσονύκτιας τηλεοπτικής εκπομπής. Το διάστημα από 2.1.2015 έως 31.12.2015 , ο Χρ. Καλογρίτσας μέσω των εταιρειών του πήρε από την Τράπεζα Αττικής δάνεια περίπου 55 εκατ. ευρώ. Το 2016, και συγκεκριμένα μέχρι και το τέλος του Ιουνίου του ίδιου έτους, πήρε ακόμη 22,6 εκατ. ευρώ. Από αυτά, τα 7,6 εκατ. ευρώ είχαν δοθεί από τον Ιανουάριο μέχρι τα τέλη Ιουνίου, ενώ στις 27 Ιουνίου δόθηκαν επιπλέον 15 εκατ. ευρώ σε δύο εταιρείες συμφερόντων του. Από τους λογαριασμούς αυτών των εταιρειών ο Χρήστος Καλογρίτσας – που το εύρος των επαφών αλλά και των συνομιλητών του ξεκινούν από υπουργούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ όπως ο Χρήστος Σπίρτζης και ο Νίκος Παππάς, περνούν από κουμπαριές στον χώρο των media και της επικοινωνίας και καταλήγουν σε βαρυποινίτες του Κορυδαλλού – φαίνεται να «τραβάει» μεγάλο μέρος των 15 εκατ. ευρώ, τα οποία και κατευθύνει για την εξυπηρέτηση αναγκών που προκύπτουν από τη συμμετοχή του στον διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών που δεν ευδοκίμησε…

Η CCC και οι φίλοι από τον Λίβανο

Ο εκτεταμένος πρόλογος για τα τεκταινόμενα του Σεπτεμβρίου του 2016 δικαιολογείται για έναν και μόνο λόγο: «Δένει» τις τρεις πλευρές ενός παράξενου κομματικού/πολιτικού/μιντιακού επιχειρηματικού τριγώνου.

Μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 2016 η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα αρμένιζε στα ανοικτά με τον αέρα του ολοκληρωτικού νικητή – είχε καταφέρει να κερδίσει ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση μετά την κωλοτούμπα του καλοκαιριού του 2015, δίχως την ενοχλητική αριστερή τάση των αμετανόητων του Παναγιώτη Λαφαζάνη και με την οικονομία και την αγορά σε καθεστώς capital controls. Επιπλέον, είχε βάλει μπροστά και τη διαδικασία του «ολονύχτιου ράντζου» για να δώσει, με προδιαγραφές… Ινστιτούτου Φλωρεντίας, τις τέσσερις άδειες για τα τηλεοπτικά κανάλια. Ενας εκ των υπερθεματιστών και ο γιος του Χρήστου Καλογρίτσα, ο κομψός κατά τα άλλα Ιωάννης-Βλαδίμηρος (προφανώς το τελευταίο ως όνομα-τιμή στον ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης). Το τι συνέβη και η άδεια χάθηκε κάπου στα δανεικά βοσκοτόπια του Ιονίου Πελάγους είναι μια άλλη γνωστή υπόθεση – τις τελευταίες ημέρες μάθαμε από μια διαμάχη στις δικαστικές αίθουσες και το τι προηγήθηκε για να συγκεντρωθούν τα «χρήματα» της άδειας ή, για την ακρίβεια, εκείνα της εγγύησης συμμετοχής στον διαγωνισμό!

Τα τρία εκατομμύρια ευρώ έφθασαν στην Τράπεζα Αττικής (τι σύμπτωση!) και από εκεί κατευθύνθηκαν σε λογαριασμούς εταιρειών συμφερόντων της οικογένειας Καλογρίτσα. «Αποστολέας» μια, πέραν πάσης υποψίας, πολυεθνική των κατασκευών που ήρθε από τον Λίβανο – την εποχή του αιματηρού εμφυλίου πολέμου, κάπου εκεί στο μακρινό 1976 – και ρίζωσε στην οδό Πρεμετής στο Μαρούσι. Αν και το καθεστώς λειτουργίας της «CCC – CONSOLIDATED CONTRACTORS GROUP SAL» (το καθεστώς του α.ν. 89/1967) δεν επέτρεπε δραστηριότητες εντός της ελληνικής επικράτειας, αυτό δεν εμπόδισε τα μέλη των οικογενειών που συγκροτούσαν την πολυεθνική των κατασκευών (Sabbagh και Khoury) να αναπτύξουν ισχυρούς δεσμούς με μέλη πολιτικών οικογενειών στη χώρα μας, ιδιαίτερα δε με την οικογένεια του Ανδρέα Παπανδρέου. Συνδετικός κρίκος, ο ιδρυτής της PLO, ο παλαιστίνιος ηγέτης Γιασέρ Αραφάτ, συμπατριώτης των ιδρυτών της CCC που έφυγαν από την Παλαιστίνη το 1948 και έφθασαν στον Λίβανο όπου σπούδασαν μηχανικοί στο περίφημο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού και διέπρεψαν ως εργολάβοι σε όλον τον αραβικό κόσμο. Οταν αποφάσισαν κάπου εκεί στο μακρινό 1975 να αναζητήσουν μια νέα πατρίδα ήταν ήδη γνωστοί και πλούσιοι.

Αλλά γιατί οι απολύτως διακριτικοί στις επιλογές και στις κινήσεις τους ηγέτες μιας πολυεθνικής αποφασίζουν να προχωρήσουν σε μια συναλλαγή έστω και τριών εκατομμυρίων ευρώ με έναν εργολάβο Δ’ Εθνικής Κατηγορίας (με όρους πρωταθλημάτων ΕΠΟ) που δεν μπορεί να φθάσει με τις μπουλντόζες και τους εκσκαφείς του μέχρι τον Πύργο μέσω Πατρών; Μια καλή ερώτηση που απαιτεί, δίχως άλλο, απάντηση. Κυρίως από την πλευρά των πολιτικών διαχειριστών αυτής της κρίσιμης υπόθεσης μιας και τα δικαστήρια θα πράξουν τα δέοντα.

Ο «καλός στρατιώτης» Γιώργος Βασιλειάδης

Αναζητώντας απαντήσεις στην ερώτηση έφθασα και σε έναν καλό και παλαιό φίλο – σύντροφός μου στο Κ.Σ. του «Ρήγα» στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 – και εκείνος, αμετανόητα κυνικός, μου υπέδειξε να διαβάσω το βιογραφικό ενός κυβερνητικού στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ: «Ο Γιώργος Βασιλειάδης ανέλαβε τον κομβικό ρόλο του Γενικού Γραμματέα για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς στο υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Ολη την περίοδο της προετοιμασίας της διαγωνιστικής διαδικασίας για τις τηλεοπτικές άδειες προδιαγραφών… Ινστιτούτου Φλωρεντίας ο νομικός και με μεταπτυχιακές σπουδές στην Πληροφορική και στις Επικοινωνίες στο Πανεπιστήμιο Strathchyde της Γλασκώβης κ. Βασιλειάδης είχε πάνω του όλη την ευθύνη για τις λίστες Λαγκάρντ, Φαλτσιανί κ.λπ. Οι κακές γλώσσες των συντρόφων του στην πλατεία Κουμουνδούρου (εκεί, που είχε κάποτε τα γραφεία του το ΚΚΕ Εσωτερικού και ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου) που δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι την παρέα γύρω από τον Νίκο Παππά (απόφοιτος και εκείνος του Πανεπιστημίου του Strathchyde) υποστηρίζουν με επιμονή ότι πέραν των «λιστομαχιών» υπήρξε και στοχευμένη «παρενόχληση» των μελών πλουσίων οικογενειών προκειμένου να αποδεχθούν να καταβάλλουν μια μικρή ιδιότυπη συνδρομή – ένα χρήσιμο μέτρο για την αποφυγή επισκέψεων φορολογικών και άλλων υπηρεσιών… «Συντροφικά μαχαιρώματα» θα έλεγε κάποιος και ίσως να μην είχε άδικο. Αλλωστε, ο Γιώργος Βασιλειάδης στον ανασχηματισμό του Νοεμβρίου του 2016 αλλάζει πόστο αναβαθμιζόμενος σε υφυπουργό Αθλητισμού. Αλλά αυτό είναι μια άλλη πικρή ιστορία…

Το φιάσκο με τις τηλεοπτικές άδειες

Ας επιστρέψουμε όμως στην Τράπεζα Αττικής. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβριο του 2016. Η Τράπεζα της Ελλάδος με τη στάση της έχει επιβάλει τις απόψεις της και εγκαταστήσει τη νέα διοίκηση, όπου τον πρώτο λόγο έχει ο Θεόδωρος Πανταλάκης. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει προλάβει να συνειδητοποιήσει το κάζο που έπαθε – την πρώτη της ήττα, εντός ελληνικού εδάφους, από την εκλογική της νίκη τον Ιανουάριο του 2015 – και η οικογένεια Καλογρίτσα, παρά τη «φοβερά προστασία», αρχίζει να μη νιώθει καλά… Τότε, υπήρξε μια απάντηση που ξένισε καθώς δεν προήλθε από κανένα γραφείο Τύπου, non paper ή ελεγχόμενες διαρροές από κυβέρνηση και κόμμα αλλά από μια εβδομαδιαία εφημερίδα. Η εφημερίδα «Documento» – συμφερόντων αρχικά της οικογένειας Καλογρίτσα με διευθυντή τον Κώστα Βαξεβάνη – είχε «ανέβει στα κάγκελα» καταγγέλλοντας τη «συνωμοσία». Αλλά γιατί να απαντήσει μια εφημερίδα που βρισκόταν κιόλας στα πρώτα της βήματα, τι είχε να κερδίσει, τι συμφέροντα υπεράσπιζε; Ερωτηματικά που ενδεχομένως βρήκαν μια απάντηση τις τελευταίες ημέρες με τα απόνερα της δικαστικής διαμάχης της CCC και του Χρήστου Καλογρίτσα.

Μια «μαρτυρία» του Γρηγόρη Φαράκου

Εφημερίδες, τράπεζες, μπίζνες με δημόσια έργα, διαμεσολαβητές, παρασκήνιο, ίντριγκες. Ενα σκηνικό όπου κατά καιρούς πρωταγωνιστεί ο Χρήστος Καλογρίτσας – ένας άνθρωπος των «πίσω δωματίων», πάντα στα ενδότερα της εξουσίας (ακόμη και όταν εκείνη αφορούσε ένα κόμμα κάτω από διψήφια νούμερα). Ο Γρηγόρης Φαράκος ήταν για ένα μικρό χρονικό διάστημα (Ιούλιος 1989 – Φεβρουάριος 1991) γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, διαδεχόμενος τον ιστορικό ηγέτη του κόμματος Χαρίλαο Φλωράκη. Ο Φαράκος αν και αναδείχθηκε στο ανώτατο κομματικό αξίωμα δεν είχε ποτέ στα χέρια του την πραγματική εξουσία. Αυτή παρέμεινε καλά κρυμμένη στα ενδότερα του Περισσού!

Ο διανοούμενος Φαράκος που μετά το 1989 και την κατάρρευση του Τείχους είχε απαρνηθεί τα «εικονίσματα» και τα «λάβαρα» και είχε προσχωρήσει στο πολιτικό εγχείρημα του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» (μετά και τη διάσπαση του ΚΚΕ), άφησε πίσω του ως κληρονομιά στην Ιστορία ένα δυνατό και αποκαλυπτικό αυτοβιογραφικό βιβλίο, το «Μαρτυρίες και Στοχασμοί» (εκδόσεις Προσκήνιο, 1993).

Στο παράρτημα αυτού του βιβλίου ο αείμνηστος Φαράκος παραθέτει απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα μιας συνομιλίας του Νίκου Καλούδη (στενός συνεργάτης επί σειρά ετών του Χαρίλαου Φλωράκη, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ και υπεύθυνος για το «ταμείο» του Περισσού) με τον επιχειρηματία Μ.Κ. (αγνώστων λοιπών στοιχείων) και τον Χρήστο Καλογρίτσα. Ο Καλογρίτσας στο σχετικό τεκμήριο αναφέρεται ως επιχειρηματίας  αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν ο έμπιστος της κομματικής ηγεσίας του Περισσού και ένα είδος ενδιάμεσου ανάμεσα στο κόμμα και στην επιχειρηματική πιάτσα. Στη συγκεκριμένη συνάντηση που περιγράφεται στο τεκμήριο λέγονται πολλά για πολλούς. Οι λεπτομέρειες των συνομιλιών μάλλον περιττεύουν και δεν βοηθούν. Το ενδιαφέρον – δεκαετίες μετά – έχει να κάνει με τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτή την ιδιαίτερη (εντός των κομματικών τειχών) συνομιλία και τα οποία βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή τις ημέρες της διακυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα.

 

Οι «αυλές» της εξουσίας και η πολιτική κάλυψη

Ο Χρήστος Καλογρίτσας δεν θέλει άλλες συστάσεις. Είναι ο επιχειρηματίας που συνδέθηκε περισσότερο από κάθε άλλον με το σύστημα εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ ασκώντας τα συνήθη εργολαβικά του καθήκοντα. Σε εκείνη την συνομιλία από το μακρινό ’90 ο Καλογρίτσας κάνει αναφορές τόσο στον Στέργιο Πιτσιόρλα (επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ για μια συγκεκριμένη περίοδο αλλά και υφυπουργός Βιομηχανίας στη συνέχεια) όσο και στον Δημήτρη Κοντοφάκα (από τις παλιές καραβάνες του Περισσού, στέλεχος της λεγόμενης «ανανεωτικής πτέρυγας» που αποχώρησε μετά το συνέδριο του 1991 και ήταν από τους στενότερους συνεργάτες του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη). Στη δε προαναφερθείσα συνομιλία, αποσπάσματα της όποιας ως τεκμήριο παραθέτει ο Φαράκος, το ακατάσχετο κουβεντολόι για δάνεια που μπορούν να εξασφαλιστούν στο… μιλητό και με πολιτική κάλυψη δίνουν και παίρνουν. Ο Χρήστος Καλογρίτσας τότε εκπροσωπούσε το βαθύ κόμμα του Περισσού.  Αργότερα, μετά το 2015, τα ενδότερα του συνασπισμού της εξουσίας και των προσώπων που την εκπροσωπούσαν. Τα σκοτεινά «μέσα δωμάτια»…

Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk