Ο νέος πόλεμος μετά τον Πόλεμο

Σε τριλογία του πολέμου καταλήγουν με το σημερινό σημείωμα οι παιδικές αναμνήσεις μου από την εποποιία του ’40 και τη γερμανοϊταλική κατοχή που ακολούθησε πριν από την τελική νίκη επί των δυνάμεων του Αξονα χάρη στην ευτυχή συνεργασία Αγγλων, Αμερικανών και Ρώσων. Και ενώ όλος ο πλανήτης έγλειφε τις πληγές του και ανασκουμπωνόταν για την ειρηνική ανασυγκρότηση, η συντετριμμένη Ελλάδα έπεφτε και πάλι θύμα των αθεράπευτων αδυναμιών της. Πριν από 160 χρόνια ο Εμμανουήλ Ροΐδης είχε διαπιστώσει με τη θανατηφόρο σάτιρά του: «Εκαστος τόπος έχει την πληγήν του. Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος την οφθαλμίαν, η Ελβετία τους περιηγητάς και η Ελλάς τους Ελληνας». Πριν προλάβει η Ελλάς να απελευθερωθεί από τους Γερμανούς, υπέκυπτε στην πληγή των αριστερών Ελλήνων. Αντί σύσσωμος ο ταλαίπωρος λαός να στρατευτεί στην ανασυγκρότηση της διαλυμένης πατρίδας, εκλήθη να συνεχίσει πολεμώντας για να αποτρέψει τη διά της βίας επιβολή της δικτατορίας του Κομμουνιστικού Κόμματος και την ένταξη της χώρας στο σοβιετικό μπλοκ. Ανελέητα αιματηρός ο αγώνας, με, ευτυχώς, ενωμένα σε εθνική συσπείρωση όλα τα μη αριστερά κόμματα και με τη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια των Αγγλων αρχικά και των Αμερικανών στη συνέχεια κατεστάλη η ανταρσία για να αναπνεύσει επιτέλους ελεύθερη η χώρα.

Το κόστος των αλλεπάλληλων πολέμων πολλαπλάσιο και η περίοδος ανασυγκρότησης ήλθε με επικίνδυνη καθυστέρηση, αφού είχε ως μια από τις παράπλευρες συνέπειες την ατιμωρησία εκείνων που πλούτισαν επί Κατοχής συνεργαζόμενοι με τα στρατεύματα κατοχής και κερδοσκοπούντες στη μαύρη αγορά. Και την επί χρόνια περιθωριοποίηση και τις διώξεις των ηττημένων της Αριστεράς.

Δυστυχώς η ανάκαμψη υπήρξε βραδεία και επώδυνη. Η αξία της δραχμής είχε εκμηδενιστεί και οι συναλλαγές διεξήγοντο με βάση τη χρυσή λίρα. Η σπάνης των αγαθών ήταν γενική. Το ψωμί και βασικά αγαθά διενέμοντο με δελτίο. Η ανεργία στα ύψη. Εμπορικά καταστήματα σχεδόν δεν υπήρχαν επί πολύ καιρό. Τα πιο περιζήτητα επαγγέλματα ήταν των τσαγκαράδων για να μπαλώνουν το μοναδικό ζευγάρι παπουτσιών, και της μανταρίστρας, για να διασώζει τους πόντους στις χιλιοφορεμένες γυναικείες κάλτσες.

Εμείς οι μαθητές με τρύπια κοντά παντελονάκια και χιλιομπαλωμένα ρούχα στριμωχνόμασταν 70-80 σε κάθε τάξη, σε αίθουσες χωρίς θέρμανση και με σπασμένα τζάμια. Τα χέρια μας τα κατέτρωγαν χιονίστρες λόγω ψύχους και ανεπαρκούς διατροφής, στην οποία το κρέας, τα ψάρια και το βούτυρο κυριαρχούσαν μόνο στα ανεκπλήρωτα όνειρά μας. Ομως εμείς ήμασταν παιδιά και οι νεανικές προσδοκίες μάς έδιναν κουράγιο να παλέψουμε για καλές επιδόσεις στα μαθήματα, για το όνειρο της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση χωρίς φροντιστήρια και μαθησιακή στήριξη. Ο κάθε μαθητής με την προσωπική του προσπάθεια, τον αγώνα και την προσδοκία για επαγγελματική ευδοκίμηση.

Αυτή η αναδρομή στο παρελθόν σε τρεις συνέχειες, που στηρίχθηκε στις παιδικές μου αναμνήσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, φιλοδοξεί να στηρίξει τον τιτάνιο αγώνα, στον οποίο είναι βέβαιο ότι θα υποχρεωθούμε για να επουλώσουμε τις πληγές από τον πόλεμο με τον κορωνοϊό, που δυστυχώς είναι ακόμα σε εξέλιξη και τις οικονομικές ιδίως συνέπειες του οποίου δεν έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει.

Γνώμες
Σίβυλλα
Helios Kiosk