Κλίμα εγκάρδιο, ατμόσφαιρα φιλίας και σεβασμού. Η έλευση στην Κρήτη του Ορχάν Παμούκ, του κορυφαίου Τούρκου συγγραφέα που έχει τιμηθεί με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, εγκαινίασε το 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανιών με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γιατί; Επειδή σηματοδότησε με επισημότητα την εδραίωση ενός σημαντικού πολιτιστικού θεσμού που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τα ελληνικά δεδομένα και να γίνει σημείο αναφοράς, καλλιτεχνικό και πνευματικό, στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Σε μια σημαντική προφεστιβαλική εκδήλωση, στο Ενετικό Λιμάνι της πόλης, το Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» ήταν, το βράδυ της Δευτέρας 18 Μαΐου, κατάμεστο για τον Παμούκ. Με το που εμφανίστηκε ο συγγραφέας, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, ξέσπασε ένα σταθερό, θερμό, επιδοκιμαστικό χειροκρότημα. Ο ίδιος, με μικρές, σύντομες υποκλίσεις, φανερά ικανοποιημένος, χαιρέτησε το κοινό στην πλατεία και τον εξώστη. Τετρακόσια και πλέον άτομα (καθισμένα ακόμα και κάτω, στις σκάλες του θεάτρου) παρακολούθησαν τη συζήτηση με κεντρικό πρωταγωνιστή τον ίδιο. Η συντριπτική πλειοψηφία ήταν, ασφαλώς, γυναίκες. Πολλές κρατούσαν στα χέρια τους διαβασμένα βιβλία του Παμούκ (αν και, στο τέλος, ο ίδιος δεν υπέγραψε αντίτυπα).
«Νύχτες πανούκλας»: Μια επιδημία κοντά στην Κρήτη
«Είμαι ενθουσιασμένος που βρίσκομαι στα Χανιά. Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι εδώ. Σας ευχαριστώ που με καλέσατε, ευχαριστώ για την ευγένειά σας. Ελπίζω να μην σας απογοητεύσω» είπε ο Παμούκ στην αρχή, έχοντας ανέβει στη σκηνή, όπου έπειτα συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα και τη μεταφράστρια των βιβλίων του στα ελληνικά Στέλλα Βρετού. Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Νύχτες πανούκλας» (εκδόσεις Πατάκη), εκτυλίσσεται το 1901 και τοποθετείται στο επινοημένο νησί Μίνγκερ, κάπου μεταξύ Κρήτης και Κύπρου. «Είναι εν μέρει εμπνευσμένο από την Κρήτη» τόνισε ο Παμούκ για τη σκηνογραφία αυτής της «επικής» αφήγησης των 900 και πλέον σελίδων.

φωτό: Παναγιώτης Φραγκουλίδης
Στις «Νύχτες πανούκλας» (ο Παμούκ άρχισε να ερευνά και να γράφει αυτό το βιβλίο πολύ προτού ενσκήψει η πρόσφατη πανδημία με τα εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα) παρακολουθούμε την εξάπλωση μιας επιδημίας και την επιβολή καραντίνας που κλονίζουν την καθημερινότητα και τη συνύπαρξη των κοινοτήτων του νησιού, χριστιανών και μουσουλμάνων. Η τοπική διοίκηση (επικεφαλής της οποίας είναι, προφανώς, ο σουλτάνος) δεν μπορεί να ελέγξει την έκρυθμη κατάσταση που υποδαυλίζεται από τις προκαταλήψεις της κάθε πλευράς. «Θέλησα να δραματοποιήσω τον ανθρώπινο φόβο του θανάτου μέσα σε μια συνθήκη απομόνωσης και έντασης» τόνισε ο Παμούκ , εξηγώντας παράλληλα το ιστορικό πλαίσιο: τη σταδιακή αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την προοδευτική ανάδυση των εθνών-κρατών.
Τα όρια και το εύρος της σύγκρουσης
Η συζήτηση ήταν μεγάλη και κάλυψε τόσο τη λογοτεχνία του Παμούκ όσο και την πολιτική (αναπόφευκτο αυτό, κάτι που ο νομπελίστας συγγραφέας αποδέχεται εσχάτως πιο εύκολα). Το έργο του Παμούκ, ακτινογραφία των σχέσεων Δύσης και Ανατολής, με διαφορετικές αφορμές και μέσα από ποικίλες οπτικές γωνίες, είναι άραγε ακραιφνώς συγκρουσιακό; Το κεντρικό θέμα του φετινού φεστιβάλ, άλλωστε, είναι «Κόσμοι σε σύγκρουση» (πραγματοποιείται στα Χανιά από τις 22 έως τις 28 Ιουνίου). Ο Παμούκ υπογράμμισε ότι βλέπει τη σύγκρουση ως «τη φυσική τάξη των πραγμάτων, η σύγκρουση υπάρχει παντού και είναι πολύμορφη», και ότι «η δουλειά του μυθιστοριογράφου είναι να βλέπει τη σύγκρουση ακόμα και μέσα στο μυαλό και στον εσωτερικό κόσμο ενός και μόνο ατόμου». Σύγκρουση, πρόσθεσε, δεν είναι αναγκαστικά οι πόλεμοι ή ο διχασμός, η αμφιταλάντευση μιας χώρας, όπως η Τουρκία, ανάμεσα στον εκδυτικισμό και τη συντηρητική παράδοση. «Δουλειά μου, ως συγγραφέα, είναι να διερευνώ τη σύγκρουση κυρίως εκεί όπου υποτίθεται πως δεν υφίσταται, αυτή είναι η δική μου μέθοδος να αναλύω τα πράγματα».
Ο Παμούκ, κατά τα λοιπά, ήταν ξεκάθαρος. «Είμαι λογοτέχνης. Δεν είμαι ακτιβιστής. Λυπάμαι που το λέω αλλά δεν έχω το πνεύμα του ακτιβιστή. Κι ούτε είμαι όσο θαρραλέος νομίζετε. Σέβομαι τους πολλούς ανθρώπους, ιδίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες, που λένε την αλήθεια και φυλακίζονται για αυτό στην Τουρκία. Οι πιο γενναίοι άνθρωποι στην Τουρκία σήμερα είναι οι δημοσιογράφοι. Όμως, όταν μου το ζητούν, όταν έρχεται η ώρα, κάνω κι εγώ τα πολιτικά και κοινωνικά μου σχόλια. Δεν μπορώ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Με ρωτούν και νιώθω την ηθική υποχρέωση να απαντήσω, αναλαμβάνοντας την ευθύνη έναντι του εαυτού μου και έναντι των αναγνωστών μου» ανέφερε ο ίδιος, που έχει γίνει στόχος κατά καιρούς για «προσβολή της τουρκικότητας». Σε όλους τους τόνους, πάντως, ο Παμούκ κατέστησε σαφές ότι στην Τουρκία (ειδικά μετά τη φυλάκιση του εκλεγμένου δημάρχου της Κωνσταντινούπολης, του Εκρέμ Ιμάμογλου) τα πράγματα έχουν χειροτερέψει, «έχει καταστραφεί ακόμα και η εκλογική δημοκρατία, εκείνη να μπορείς τουλάχιστον να ψηφίζεις και να διώχνεις την κυβέρνηση που δεν θέλεις». Στην Τουρκία, «η δημοκρατία δεν είναι πλήρης επειδή δεν υπάρχει η ελευθερία της έκφρασης και η αίσθηση της ανοιχτής κοινωνίας».
Τα τρία καλύτερα βιβλία του
Ο Παμούκ, ένας επαγγελματίας με όλη τη σημασία της λέξης, πρότεινε στους αναγνώστες και τρία βιβλία του που θεωρεί τα καλύτερα: «Το μαύρο βιβλίο», «Με λένε Κόκκινο», «Κάτι παράξενο στο νου μου». Ωστόσο, εστιάζοντας στη λογοτεχνία του, ανέτρεξε και στην πορεία του: από έναν ρεαλισμό (με τις κλασικές προδιαγραφές του 19ου αιώνα) μέχρι τα κατοπινά πειραματικά εγχειρήματα (γραμμένα στις συντεταγμένες της μεταμοντέρνας ευαισθησίας). «Όταν βάζεις δύο διαφορετικά πράγματα για πρώτη φορά δίπλα δίπλα και βλέπεις τον ηλεκτρισμό μεταξύ τους, τότε δημιουργείς κάτι καινούργιο» συμπλήρωσε σχετικά με την έννοια της δημιουργικότητας, υπονοώντας την πανθομολογούμενη ανανέωση που επέφερε ο ίδιος στη σύγχρονη τουρκική πεζογραφία.
Από το χαρτί στο Netflix
Εξυπακούεται, βέβαια, ότι μίλησε και για τη μεταφορά του μυθιστορήματός του «Το μουσείο της αθωότητας» στη μικρή οθόνη (έγινε τηλεοπτική σειρά στο Netflix, μια τουρκική παραγωγή που την είδαν περίπου δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι). Δήλωσε πανευτυχής με το αποτέλεσμα και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τον απόλυτο έλεγχο που άσκησε πάνω στο σενάριο. Η σειρά, σε γενικές γραμμές, είχε και έχει θετική αποδοχή στην Ελλάδα.

φωτό: Παναγιώτης Φραγκουλίδης
Το πρωί της Δευτέρας 18 Μαΐου, ο νομπελίστας συγγραφέας είχε επισκεφτεί το Δημαρχείο Χανίων, όπου πραγματοποιήθηκε και μια συνέντευξη τύπου (ήταν ωραίο να βλέπεις τον Παμούκ, χαλαρό, να φωτογραφίζει κι αυτός με το κινητό του, με εκείνη την έντονα κίτρινη θήκη, τους άλλους, διάφορες λεπτομέρειες). Μαζί με τον δήμαρχο Χανίων, Παναγιώτη Σημανδηράκη, πέρασαν και στους χώρους της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Χανίων. Ο Παμούκ μπήκε στην αίθουσα όπου βρίσκεται η βιβλιοθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου, μια πολύγλωσση βιβλιοθήκη, και περιεργάστηκε με περιέργεια και ειλικρινές ενδιαφέρον τους τόμους, πολλοί από αυτούς σπάνιοι. Κουβέντιασε με τις εργαζόμενες, έκανε ακόμα και ερωτήσεις αρχειακού περιεχομένου.
Ο Ορχάν Παμούκ ένιωσε στα Χανιά σαν στο σπίτι του, αυτό απέπνεαν οι κινήσεις του, η όλη διάθεσή του, βρέθηκε σε μια πόλη οικεία (και εξαιτίας του οθωμανικού παρελθόντος της, της θάλασσας, του φαγητού, της μεσογειακής αύρας της, των ανθρώπων της). Το πλάνο είναι να παραμείνει στην Κρήτη για λίγες μέρες ακόμα ο συγγραφέας και να εργαστεί. Έχει τρία μυθιστορήματα εν εξελίξει, μισοτελειωμένα, όμως ξέρει ο 73χρονος πλέον Παμούκ τι πρέπει να κάνει, αυτό κάνει εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Η αφήγηση, η λογοτεχνία είναι η ζωή του και, κάπως έτσι, συναντιέται και με τις δικές μας.







