Μπορεί να αντιμετωπίσουν ποινικές ευθύνες οι ιατροί που διαλέγουν ποιους ασθενείς θα σώσουν απο τον κορωνοϊό;

Στα πλαίσια της αντιμετώπισης της πανδημίας του Covid-19, παρατηρήθηκε ευτυχώς όχι ακόμη στην χώρα μας, διατηρουμένης της ελπίδας να μην παρατηρηθεί ποτέ, το τραγικό καθήκον των ιατρών να πρέπει να επιλέξουν ποιος (ποιοι) εκ των πολλών νοσούντων, θα τύχουν της φροντίδας εντός ΜΕΘ και ποιοι όχι.

«Στα πλαίσια της αντιμετώπισης της πανδημίας του Covid-19, παρατηρήθηκε ευτυχώς όχι ακόμη στην χώρα μας, διατηρουμένης της ελπίδας να μην παρατηρηθεί ποτέ, το τραγικό καθήκον των ιατρών να πρέπει να επιλέξουν ποιος (ποιοι) εκ των πολλών νοσούντων, θα τύχουν της φροντίδας εντός ΜΕΘ και ποιοι όχι.

Η ανάγκη της προσφυγής σε μια τέτοια επιλογής υπαγορεύθηκε από την έλλειψη ικανού αριθμού κλινών εντός ΜΕΘ, ώστε να τύχουν φροντίδας όλοι όσοι νοσούσαν βαριά από τον Covid-19, και έχρηζαν αντίστοιχης νοσηλείας. Σε κάθε τέτοια επιλογή, που ο ιατρός καλείται να αποφασίσει, πρακτικά, σε ποιόν θα παρασχεθεί δυνατότητα-ελπίδα να σωθεί και σε ποιόν όχι, ανακύπτει το ερώτημα της ύπαρξης ευθύνης του ιατρού για τυχόν επιβάρυνση της υγείας ή και τον θάνατο του νοσούντος που δεν επιλέγεται.

Το ερώτημα αυτό, το οποίο ανέκυψε παγκοσμίως εκ των ιδιαίτερων συνθηκών που προκάλεσε η πανδημία του Covid-19 (:συνθήκες που χαρακτηρίζονται ευρέως ως «πολεμικές») εντός των οποίων οι ιατροί ασκούν τα καθήκοντά τους, δεν είναι, ασφαλώς, καινοφανές. Τέτοιες (ή παρεμφερούς χαρακτήρα) περιπτώσεις δεν είναι άγνωστες στο ποινικό δίκαιο όπως πχ. η περίπτωση ναυαγίου, κατά την οποία ο χειριστής λέμβου, που μπορεί να σώσει μόνο έναν εκ των πολλών ναυαγών, επιλέγει να σώσει έναν συγκεκριμένο από αυτούς και όχι κάποιον άλλο ή μια και αναφερόμαστε σε ιατρούς, σε περίπτωση που μεταξύ των πολλών ετοιμοθάνατων θυμάτων ενός αυτοκινητικού ατυχήματος, που απαιτούν όλοι άμεση φροντίδα, ο ιατρός επιλέγει να ασχοληθεί πρώτα με κάποιον από αυτούς, συνήθως, στην ιατρική πρακτική, με αυτόν που εκτιμά ότι έχει περισσότερες πιθανότητες να σωθεί από την παρέμβασή του.

Ο ιατρός, κατά την ελληνική έννομη τάξη, υπέχει θέση εγγυητού της υγείας του ασθενούς, της θεραπείας του οποίου επιλαμβάνεται. Έχει, δηλαδή, ιδιαίτερο καθήκον και υποχρέωση να φροντίσει κάθε ασθενή την θεραπεία του οποίου αναλαμβάνει, χωρίς δυνατότητα άρνησης παροχής των υπηρεσιών του.Έτσι, η επιλογή, μεταξύ πολλών ασθενών που χρήζουν εισαγωγής σε ΜΕΘ, να μην εισαχθεί σε αυτή κάποιος εξ αυτών και να μην τύχει, έτσι, της δέουσας ενδονοσοκομειακής φροντίδας, με πιθανό αποτέλεσμα την περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασής του ή ακόμη και τον θάνατό του, φαντάζει, σε πρώτη ανάγνωση, μη νόμιμη πράξη.

Όμως, η κρίσιμη αυτή για την ζωή του ασθενούς απόφαση του ιατρού και η απάντησή του στο τραγικό και αφόρητα φορτισμένο συναισθηματικά και ηθικά δίλημμα «ποιόν να σώσω», όταν λαμβάνεται σε αντικειμενικά υπάρχουσα κατάσταση ως η εν προκειμένω στην αντιμετώπιση του COVID-19, κατά την οποία δεν υπάρχει ικανή υλικοτεχνική υποδομή – επάρκεια μονάδων ΜΕΘ – για την θεραπεία όλων των ασθενών, η επιλογή του ιατρού να σώσει κάποιον(ους) από αυτούς συγχωρείται από το Ποινικό Δίκαιο μας(ΣΣ και των περισσοτέρων χωρών)

Πράγματι, στην περίπτωση αυτή ο ιατρός αδυνατεί (αντικειμενικά) να εκπληρώσει το καθήκον του προς όλους, η δε επιλογή στην οποία προβαίνει αποτελεί το αποτέλεσμα μιας αναμενόμενης κοινωνικά και ηθικά διεργασίας στάθμισης των δυνατοτήτων και του καθήκοντος του ιατρού, που δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο.

Η κοινωνία μας και οι θεσμοί της απαιτούν από τον ιατρό να σώσει όποιον μπορεί, καθώς η υποχρέωσή του να τελέσει το καθήκον του σύμφωνα με την ιατρική δεοντολογία για παροχή βοήθειας είναι γενική και δεν εντοπίζεται σε ορισμένο(α) πρόσωπο(α).

Το δίλημμά του ιατρού του ποιόν θα προτιμήσει είναι ηθικό-ιατρικό και αδιάφορο νομικά, αφού η μη παροχή βοήθειας στους λοιπούς (λόγω αντικειμενικής αδυναμίας) είναι, εκ των συνθηκών, κοινωνικά αναμενόμενη.

Η παράλειψη ενέργειας αυτή του ιατρού δεν εντάσσεται στην έννοια της αξιόποινης πράξης και ειδικότερα αξιόποινης παράλειψης ως αυτή περιγράφεται στο αρθρ.14 του Ποινικού Κώδικα διότι η παράλειψη ή με άλλα λόγια η θετική ενέργεια της οποίας διαπιστώνεται η έλλειψη, μπορεί να είναι έχει ποινική διάσταση, όταν αυτή είναι δυνατή και όχι αδύνατη όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.

Είμαστε τυχεροί που στην χώρα μας τέτοια διλήμματα δεν έχουν προκύψει και όλοι μας ευελπιστούμε να μην προκύψουν και στο μέλλον, αφού θα επιβάρυναν, ακόμη περισσότερο, τον τιτάνιο αγώνα που αγόγγυστα δίνουν νυχθημερόν οι Έλληνες ιατροί και για τον οποίο τους οφείλουμε την αμέριστη ευγνωμοσύνη μας»

*Ο κ Ιωάννης Λάγγας είναι δικηγόρος Αθηνών ( απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστήμων του Παντείου Πανεπιστημίου, απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, Δικηγόρος, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων) κι ο οποίος έχει εμπειρία στην εκδίκαση ποινικών κι αστικών υποθέσεων με αναφερόμενες παραλείψεις ιατρών.

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk