Δεν είναι παράλογο να φοβόμαστε τον covid-19. Ένας εξαιρετικά μεταδοτικός ιός, στον οποίο δεν έχουμε καμιά προηγούμενη ανοσία και ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικό κίνδυνο ζωής. Η εμπειρία της ταχείας επιδείνωσης που παρατηρείται στα βαριά περιστατικά και κάνει αυτό που έμοιαζε μια γρίπη να εξελίσσεται σε μια βαριά και επικίνδυνη για τη ζωή πνευμονία είναι τρομακτική. Και τα πράγματα κάνει χειρότερα το γεγονός ότι τα μέτρα μη διασποράς, κάνουν αυτή την εμπειρία μια ιδιαίτερα μοναχική εμπειρία, χωρίς καν την παρουσία αγαπημένων προσώπων τη δύσκολη ώρα. Άνθρωποι βρίσκονται να χαροπαλεύουν χωρίς καν την παρηγοριά της παρουσίας αγαπημένων ανθρώπων.

 

Η μοναξιά του φόβου

Ο φόβος είναι ένα πολύ βαθύ, προσωπικό και αναπόδραστο συναίσθημα. Μπορεί να μας κινητοποιήσει, να μας συγκρατήσει, αλλά και να μας παραλύσει. Και ο φόβος για τη ζωή έρχεται από τις βαθιές πλευρές της ύπαρξής μας. Γι’ αυτό και μπορεί να μας καταλαμβάνει, κυριολεκτικά, όποιες και εάν είναι οι άμυνές μας απέναντί του, και να μας επιβάλει να σκεφτόμαστε με τους δικούς του όρους.

Και ως ένα βαθμό, αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε. Να δεχτούμε τον φόβο ως ένδειξη πραγματικού, μεγάλου και ενεργού κινδύνου και να πάρουμε όλα τα μέτρα που απαιτούνται. Να αλλάξουμε τις συμπεριφορές και τις πρακτικές μας. Να δεχτούμε ότι θα υπάρχουν περιορισμοί. Να κατανοήσουμε ότι από το πώς φερόμαστε κρίνεται η ζωή τόσο άλλων ανθρώπων όσο και η δική μας.

Μπροστά στο φόβο οι άνθρωποι νιώθουν μόνοι. Αυτό αφορά ιδιαίτερα το φόβο που αφορά τη ζωή. Νιώθουν ότι κυρίως μπορούν να σώσουν τον εαυτό τους. Μπορεί να αισθανθούν ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προστατεύσουν τον εαυτό τους και τους οικείους τους, ακόμη και σε βάρος άλλων ανθρώπων.

 

Ακόμη χειρότερα σε μια τέτοια πανδημία, όπου ο τρόπος μετάδοσης προϋποθέτει κυρίως την επαφή με τον άλλον, είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο να δει κάποιος τον άλλο ως τον κίνδυνο, ως την απειλή. Αυτό εξηγεί και το πώς ο μεγάλος πανικός συχνά οδηγεί και σε εξατομικευμένες ανταγωνιστικές πρακτικές. Ο υπερτονισμός της αναγκαίας ατομικής ευθύνης μπορεί να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση.

 

Και όμως δεν είμαστε μόνες και μόνοι απέναντι στον φόβο

Όμως, στην πραγματικότητα δεν είμαστε μόνες και μόνοι απέναντι στην απειλή. Πιο σωστά ούτε αρρωσταίνουμε, ούτε υγιαίνουμε ατομικά, παρότι προφανώς η υγεία, η ζωή και ο θάνατος είναι και βαθιά προσωπικά πράγματα. Η συγκυρία της πανδημίας έχει δείξει ότι την ώρα που μας καταλαμβάνει αυτό το βαθύ ατομικό αίσθημα του φόβου, ταυτόχρονα η ζωή και η υγεία μας εξαρτώνται από άλλους και άλλοι εξαρτώνται από εμάς.

Αυτό αφορά τόσο την αναγκαία προσαρμογή της συμπεριφοράς ώστε να προστατεύσουμε άλλους και να μην γίνουμε κομμάτι μιας αλυσίδας μετάδοσης της νόσου, ακόμη και με τη σημερινή ακραία μορφή του περιορισμού όλου σχεδόν των μετακινήσεων, όσο και το πώς όλη αυτή η μάχη κρίνεται και από την εργασία και τη στάση άλλων: από το νοσηλευτικό προσωπικό όσο όσους είναι υποχρεωμένοι ακόμη να εργάζονται γιατί προφανώς οι βασικές λειτουργίες πρέπει να συνεχιστούν.

Αυτή η δεύτερη διαπίστωση σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα το ατομικό στη μάχη ενάντια στην πανδημία. Όσο βαθύς και ατομικός και εάν είναι ο φόβος στον πυρήνα του, άλλο τόσο συλλογική είναι η ίδια η πραγματικότητα της πανδημίας, τόσο στην εξέλιξή της, όσο και στην αντιμετώπισή της.

 

 

Η δεύτερη διαπίστωση οφείλει να αντιπαλέψει τον φόβο. Πιο σωστά να τον μετασχηματίσει. Το ζήτημα δεν είναι κάποιος να διαγράψει το φόβο ή να πιστέψει ότι τον ξεγελά. Αυτό θα ήταν ανέφικτο και προφανώς επικίνδυνο. Το ζήτημα είναι να τον μετασχηματίσει. Την αντανακλαστική κινητοποίηση που φέρνει ο φόβος, όταν δεν γίνεται παραλυτικός πανικός, να την κάνει ευθύνη και αλληλεγγύη.

 

Να νικήσουμε τον φόβο

Να φοβόμαστε, αλλά να μην μας καθορίζει ο φόβος. Να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι. Να κάνουμε κάτι που να συνεισφέρει σε αυτή την κοινή μάχη. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Να κάνουμε πράξη τους περιορισμούς ως τμήμα αυτής της προσπάθειας. Να σκεφτόμαστε τις ευάλωτες ομάδες και να μην τις εκθέτουμε σε κίνδυνους. Να μην αφήνουμε κανέναν και καμιά μόνη. Να εξασφαλίζουμε ότι η δική μας συμπεριφορά στην εργασία ή τις όποιες συναλλαγές να διευρύνει το δίκτυ προστασίας και να μην το διακινδυνεύει. Να δείχνουμε το δρόμο και σε άλλους ώστε επίσης να προσαρμόζουν πρακτικές και συμπεριφορές. Να σεβόμαστε απεριόριστα την εργασία όσων σήμερα πρέπει να εργαστούν, ξεκινώντας από το προσωπικό του ΕΣΥ. Να διεκδικούμε αυτά που πρέπει, αλλά να μην παραλείπουμε και τις απλές χειρονομίες αλληλεγγύης που μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Κοντολογίς να κάνουμε πράξη τη συλλογική ευθύνη που είναι η μόνη απάντηση στο φόβο.

Η πανδημία κάποια στιγμή θα περάσει. Υπάρχει ο κίνδυνος να αφήσει πίσω της μια κοινωνία ακόμη πιο φοβισμένη και ακόμη πιο εξατομικευμένη. Αυτή θα είναι μια κοινωνία στην πραγματικότητα ηττημένη από την πανδημία, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων. Μπορεί, όμως, να αφήσει πίσω και μια κοινωνία με συλλογικότητα, αλληλεγγύη και ευθύνη. Αυτή θα είναι μια κοινωνία που θα έχει κερδίσει τη μάχη.