• Αναζήτηση
  • Αποκαλύπτοντας τη βιομηχανία της ψεύτικης δημοφιλίας στο Internet

    Εκατομμύρια ψεύτικοι followers ακολουθούν όσους χρήστες του Twitter επιθυμούν να τους αγοράσουν, ψεύτικα likes ενισχύουν τη δημοτικότητα ιστοσελίδων ή αναρτήσεων στο Facebook, στο Instagram και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ψεύτικα shares πωλούνται από σκοτεινές εταιρείες στο Διαδίκτυο.

    Εκατομμύρια ψεύτικοι followers ακολουθούν όσους χρήστες του Twitter επιθυμούν να τους αγοράσουν, ψεύτικα likes ενισχύουν τη δημοτικότητα ιστοσελίδων ή αναρτήσεων στο Facebook, στο Instagram και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ψεύτικα shares πωλούνται από σκοτεινές εταιρείες στο Διαδίκτυο. Στις αποκαλύψεις των τελευταίων μηνών για τα fake news, τη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές και τα bots (ψεύτικα προφίλ) που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, ιδίως στο Twitter, έρχονται να προστεθούν οι αποκαλύψεις για τη μαύρη αγορά followers, likes, shares, views και retweets.
    Οι αποκαλύψεις αυτές επιβεβαιώνουν όσα υποψιάζονταν εδώ και καιρό οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και θέτουν υπό αμφισβήτηση όλον τον τρόπο με τον οποίο αυτά είναι οργανωμένα, δημιουργώντας ουσιώδη ερωτήματα. Αν κάποιος είναι ψεύτικα δημοφιλής, γιατί να παίρνει διαφήμιση η οποία στο Internet βασίζεται στη δημοτικότητα μιας ιστοσελίδας, ενός vlogger (μπλόγκερ μέσω βίντεο) ή μιας ανάρτησης; Σε μια εποχή όπου όλοι κάνουν τα πάντα στο Internet, πώς μπορεί κάποιος να ξεδιαλύνει τι είναι πραγματικό και τι ψεύτικο; Και γιατί τα ίδια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν κάνουν περισσότερα για να «καθαρίσουν» τους πραγματικούς από τους ψεύτικους χρήστες τους;

    Από τη δημοκρατία στην καχυποψία

    Ο αρχικός ενθουσιασμός των πρώτων (αθώων) ετών για τη δημοκρατικότητα του Internet μετατρέπεται σε καχυποψία λόγω της ευκολίας με την οποία μπορεί κάποιος να χειραγωγήσει ό,τι συμβαίνει στον ιστοχώρο. Οι εταιρείες-κολοσσοί της νέας τεχνολογίας, που γνωρίζουν τα πάντα για εμάς και το εκμεταλλεύονται καταλλήλως πουλώντας μας σε διαφημιζομένους, φαίνεται ότι αυτό που γνωρίζουν (ή θέλουν να γνωρίζουν) λιγότερο είναι ο εαυτός τους. Πόσοι από τους «ενεργούς χρήστες» τους είναι πραγματικοί; Πόση από τη διαφήμιση που έχουν βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία δημοφιλίας;
    Καταλυτικό για τις εξελίξεις υπήρξε ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε πριν από μία εβδομάδα στους «New York Times». Την περασμένη άνοιξη, μετά τις αποκαλύψεις για τη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές, η εφημερίδα ανέθεσε σε ομάδα δημοσιογράφων να ερευνήσει τι ακριβώς συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η πολύμηνη έρευνά τους υπήρξε σοκαριστική: όποιος θέλει να εμφανιστεί δημοφιλής στο Διαδίκτυο, για λόγους «γοήτρου» ή επαγγελματικούς, μπορεί εύκολα να το κάνει με το αζημίωτο. Η έρευνα των «New York Times» επικεντρώθηκε σε μια «σκοτεινή» εταιρεία, ονόματι Devumi, και κατέληξε στο εξής: η Devumi πούλησε τουλάχιστον 200 εκατομμύρια ψεύτικους followers στους πελάτες της. Αντλώντας από ένα στοκ που υπολογίζεται σε τουλάχιστον 3,5 εκατομμύρια αυτοματοποιημένους λογαριασμούς στο Twitter (δηλαδή λογαριασμούς που δεν ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα, αλλά δημιουργήθηκαν από επιτήδειους που στη συνέχεια τους πωλούν), η Devumi πούλησε πολλές φορές καθέναν από τους ψεύτικους αυτούς λογαριασμούς σε διαφορετικούς χρήστες κερδίζοντας εκατομμύρια δολάρια.
    Τρεις είναι ήδη οι κυριότερες επιπτώσεις που έθεσε σε κίνηση το ρεπορτάζ των «New York Times», το οποίο δημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο. Πρώτον, εκατομμύρια προφίλ «κατεβαίνουν» καθημερινά στο Facebook και αλλού και εκατομμύρια followers «εξαφανίζονται» από το Twitter, που δεν μπορεί πλέον να υποβαθμίζει το θέμα, όπως έκανε παγίως μέχρι πρότινος. Δεύτερον, εισαγγελείς έχουν επιληφθεί του θέματος σε διάφορες αμερικανικές πολιτείες, μεταξύ των οποίων η Νέα Υόρκη, λόγω της εξαπάτησης του κοινού και της κλοπής κοινωνικών προφίλ που έφερε στο φως η υπόθεση. Και, τρίτον, φουντώνει το εύλογο ερώτημα γιατί αυτό που κατάφερε να κάνει μια ομάδα δημοσιογράφων ξεκινώντας από το μηδέν, δεν μπορούσαν να το είχαν κάνει το Twitter ή το Instagram, που έχουν και μεγαλύτερη πρόσβαση στα στοιχεία των λογαριασμών των χρηστών τους. Αναμένονται αντιδράσεις και από τις εταιρείες που πληρώνουν χρήματα για να διαφημίζουν τα προϊόντα τους σε «δημοφιλείς» ιστοσελίδες ή μέσω βλόγκερ που έχουν πολλούς (ανύπαρκτους) followers ή πολλά (ψεύτικα) views στο YouTube.

    Πώς οργανώνεται η απάτη

    Η έρευνα των «New York Times» βρήκε ότι τα προφίλ τουλάχιστον 55.000 πραγματικών χρηστών του Twitter (όνομα, φωτογραφία και άλλα προσωπικά στοιχεία) είχαν κλαπεί και η Devumi τα χρησιμοποιούσε αυτούσια ή τα πολλαπλασίαζε παραλλάσσοντάς τα (π.χ. ένα κεφαλαίο γράμμα του ονόματος γινόταν μικρό) για να παριστάνουν τους followers των πελατών της. Τα ψεύτικα αυτά προφίλ ή bots δεν τα κατασκεύαζε καν η Devumi, αλλά τα αγόραζε μαζικά από ιστοσελίδες που πωλούν bots, οι οποίες όμως είναι δύσχρηστες (π.χ. ζητούν πληρωμή σε μπιτκόιν) για τον απλό χρήστη. Η Peakerr, για παράδειγμα, πουλάει 1.000 bots προς 1 δολάριο ενώ η Devumi τα μεταπωλούσε στους πελάτες της προς 17 δολάρια. Τα ίδια bots πωλούνται και ξαναπωλούνται σε διαφορετικούς πελάτες. Η Devumi είχε συνολικά 200.000 πελάτες, κερδίζοντας περισσότερα από 6 εκατομμύρια δολάρια.
    Οι «New York Times» υπολόγισαν ότι ως και 48 εκατομμύρια από τους ενεργούς χρήστες του Twitter είναι ψεύτικοι (σχεδόν το 15% του συνόλου). Το παράδοξο είναι ότι ενώ το Twitter, το Facebook και οι υπόλοιπες πλατφόρμες απαγορεύουν την αγορά followers και likes, αυτοί πωλούνται ελεύθερα στο Internet.
    «Το Βήμα» επισκέφθηκε την ιστοσελίδα της Devumi και προσπάθησε να αγοράσει followers για το Twitter (σε τιμές που ξεκινούν από 10 δολάρια για 500 followers και φθάνουν τα 1.799 δολάρια για 250.000), αλλά η υπηρεσία αυτή δεν λειτουργούσε. Επίσης δεν λειτουργούσε ούτε η αγορά retweets και likes (από 7 δολάρια τα 100 ως 99 δολάρια τα 10.000). Λειτουργούσαν όμως μια χαρά, τουλάχιστον την Πέμπτη το απόγευμα, όταν δοκίμασε «Το Βήμα», οι πωλήσεις views στο YouTube (από 17 δολάρια οι 2.000 ως 21.000 οι 5.000.000 – στην τιμή περιλαμβάνονται τα likes), τα shares στο YouTube (από 10 δολάρια τα 100 ως 499 δολάρια τα 20.000), οι followers στο LinkedIn και στο Pinterest, τα plays (μουσικής) στο SoundCloud και τα views (βίντεο) στο Vimeo.
    Λειτουργούσε επίσης η αγορά likes σε όλα τα παραπάνω, αν και όπως έχει η κατάσταση σήμερα στο Internet, τα likes διατίθενται και δωρεάν. Μια απλή αναζήτηση που έκανε «Το Βήμα» στο Google, επίσης την Πέμπτη, έφερε μερικές δεκάδες ιστοσελίδες ή βίντεο του YouTube που εξηγούν βήμα-βήμα πώς να βάλει κάποιος όσα like επιθυμεί στην ιστοσελίδα του, στις αναρτήσεις του, στις φωτογραφίες που ανεβάζει κ.λπ.
    Αυτά λειτουργούν μια χαρά, όπως φάνηκε από ανάρτηση σε ψεύτικο προφίλ στο Facebook που έλαβε 50 likes σχεδόν αυτοστιγμεί (η επιλογή φθάνει ως δεκάδες χιλιάδες likes).

    Ποιοι αγόρασαν «ακολούθους»

    Στην ψηφιακή εποχή, το κοινωνικό στάτους αλλά και η διαφημιστική αξία κάποιου εξαρτώνται από τον αριθμό των ανθρώπων που τον ακολουθούν, γίνονται φίλοι ή βάζουν like. Αν είναι «δημοφιλής» μπορεί να μοσχοπουλήσει τον εαυτό του και τα φούμαρα που τουιτάρει. Παράδειγμα, τα αδέρφια Αραμπέλα και Τζααντίν Ντάχο που κερδίζουν περισσότερα από 100.000 δολάρια τον χρόνο ως «επιδραστικοί». Η 14χρονη Αραμπέλα, που τουιτάρει ως Amazing Arabella, πληρώθηκε από εταιρείες όπως οι Louis Vuitton, Amazon, Disney και Nintendo για να προωθήσει τα προϊόντα τους. Οι «New York Times» αποκάλυψαν ότι η μητέρα τους είχε αγοράσει χιλιάδες retweets από την Devumi. Ανάμεσα στους υπόλοιπους πελάτες της Devumi που ξεμπρόστιασε η αμερικανική εφημερίδα είναι η βρετανίδα λαίδη Μάρθα Λέιν-Φοξ του Σόχο, μέλος της Βουλής των Λόρδων αλλά και του διοικητικού συμβουλίου του Twitter (!), που αγόρασε δεκάδες χιλιάδες followers (τους 25.000 από αυτούς λίγο μετά τον διορισμό της στο Twitter!).

    Το πελατολόγιο της Devumi περιλαμβάνει τον δισεκατομμυριούχο Μάικλ Ντελ (των υπολογιστών Dell), τη σύζυγο του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Στίβεν Μνούτσιν, τον πρόεδρο του Εκουαδόρ Λενίν Μορένο, τον Ερικ Κάπλαν, ομιλητή και φίλο του Ντόναλντ Τραμπ, μεσαίου βεληνεκούς καλλιτέχνες, υπεύθυνους μάρκετινγκ (που αγόραζαν για πελάτες τους αλλά και για τον εαυτό τους), δημοσιογράφους (περιλαμβανομένου του Λούκας Πίτερσον που γράφει μια ταξιδιωτική στήλη για τους «New York Times»), αθλητές, σεφ, dj, κ.ά.

    Το Internet έχει μια ευρύτατη σκοτεινή πλευρά. Δεν πάει πολύς καιρός που αποκαλύφθηκε ότι οι διαφημίσεις που έβγαιναν στην κορυφή της αναζήτησης στο Google για κλινικές αποτοξίνωσης οδηγούσαν τους εθισμένους στο αλκοόλ ή στα ναρκωτικά σε αμφίβολης ποιότητας κέντρα που είχαν ως στόχο τα χρήματα των εξαρτημένων και όχι την απαλλαγή τους από την εξάρτηση. Αλλη πρόσφατη αποκάλυψη αφορά τις πλασματικές κριτικές προϊόντων, όπου χρήστες πληρώνονταν από τις εταιρείες για να γράψουν θετικά σχόλια π.χ. για ένα στρώμα. Αν σε αυτά προσθέσουμε την παιδεραστία και άλλες μορφές εκμετάλλευσης των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις φωνές που πληθαίνουν για τις επιπτώσεις από την υπερβολική χρήση των σόσιαλ μίντια (από εθισμό ως κατάθλιψη) σε εφήβους και ενηλίκους, τις φωνές που μόλις άρχισαν να υψώνονται για τις επιθετικές τακτικές του Facebook, του LinkedIn και άλλων για να επαναπροσελκύσουν χρήστες που εγκατέλειψαν ή επισκέπτονται σπάνια τον λογαριασμό τους (π.χ. βομβαρδίζονται με email και ειδοποιήσεις) καθώς και την πλασματική δημοφιλία, γίνεται εμφανής η ανάγκη για ρυθμιστικούς κανόνες σε έναν τομέα που είναι, από τη φύση του, δύσκολο να ρυθμιστεί, αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί σε γκρίζες ζώνες.

    Η πλασματική δημοφιλία είναι (άφθονο) χρήμα

    Με δεδομένο ότι όσο πιο πολλά likes έχει μια ανάρτηση τόσο ψηλότερα ανεβαίνει στο News Feed του Facebook λόγω των αλγορίθμων, είναι σαφές γιατί κάποιος έχει συμφέρον να δημιουργήσει ψεύτικα likes: περισσότερα άτομα θα δουν την ανάρτησή του. Ακόμη πιο σαφές είναι γιατί κάποιος έχει συμφέρον να αγοράσει followers, views ή shares: ο αριθμός των ακολούθων ή των θεάσεων καθορίζει αν κάποιος θα χριστεί «επιδραστικός» (influencer) από τις διαφημιστικές εταιρείες και τους σπόνσορες, το οποίο μεταφράζεται σε χιλιάδες δολάρια. Ενας «επιδραστικός» ερασιτέχνης, όπως η Μικρή Ολλανδέζα στα καθ’ ημάς, πληρώνεται αδρά για να προωθήσει προϊόντα. Στις ΗΠΑ, αν έχει 100.000 ακολούθους πληρώνεται κατά μέσο όρο 2.000 δολάρια για ένα tweet, ενώ αν έχει ένα εκατομμύριο ακολούθους, μπορεί να πληρωθεί ως και 20.000 δολάρια ανά tweet.

    Αλλά και τα ίδια τα σόσιαλ μίντια έχουν συμφέρον να κάνουν τα στραβά μάτια στα ψεύτικα προφίλ γιατί η αξία τους ως εταιρειών εξαρτάται από τον αριθμό των χρηστών τους. Γι’ αυτό ακολουθούν τους δικούς τους κανόνες στον εντοπισμό των ψεύτικων λογαριασμών και μόνο αν πιεστούν θα ξεκαθαρίσουν τους πραγματικούς χρήστες από τους ψεύτικους. Θα μπορούσαν πολύ εύκολα να απαιτούν από όποιον θέλει να δημιουργήσει ένα νέο προφίλ να απαντήσει σε μια ερώτηση για να αποδείξει ότι δεν είναι ρομπότ, όπως κάνουν πολλές ιστοσελίδες εταιρειών, αλλά το Twitter, το Facebook και οι λοιποί δεν εφαρμόζουν τέτοιο μέτρο.

    «Το Βήμα» επισκέφθηκε ιστοσελίδες όπως socialenvy.co (που διαφημίζεται ως «ένα ισχυρό εργαλείο ανάπτυξης στο Instagram»), diylikes.com («όλες οι παραγγελίες υποστηρίζονται από 100% αντικατάσταση των followers αν για κάποιον λόγο χάσετε μερικούς» – δηλαδή αν διαγραφούν ως bots), likefake.com («ένα απλό εργαλείο που μετατρέπει τον καθημερινό άνθρωπο σε διεθνή σουπερστάρ»), hublaa.to και techintor.com. Ολες φαίνεται να λειτουργούν.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk