• Αναζήτηση
  • Οι γερμανικές εκλογές και το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης

    Αναμφίβολα, το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών της προσεχούς Κυριακής θα κρίνει πολλά για τις αλλαγές που

    Οι γερμανικές εκλογές και το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης | tovima.gr

    Αναμφίβολα, το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών της προσεχούς Κυριακής θα κρίνει πολλά για τις αλλαγές που θεωρούνται απαραίτητες για τη βιωσιμότητα και λειτουργικότητα του οικοδομήματος της Ενωμένης Ευρώπης.
    Είναι άλλωστε κοινή η διαπίστωση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα μετά τους ισχυρούς τριγμούς που προκάλεσαν στη συνοχή της το Brexit και το Προσφυγικό, ταλαντώνεται ανάμεσα σε μία συνομοσπονδία ανεξάρτητων κρατών την οποία οραματίστηκαν οι Θάτσερ και Ντε Γκωλ και στις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», που διακήρυξε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ.

    Κι όμως η πολιτική συγκυρία φαίνεται ιδανική. Γιατί, εάν η Άνγκελα Μέρκελ επαληθεύσει τις δημοσκοπήσεις που τη φέρνουν αδιαφιλονίκητο φαβορί και κερδίσει μία τέταρτη θητεία στη γερμανική καγκελαρία, θα αποτελέσει το αναγκαίο και ισχυρό έρεισμα για να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις που εισηγείται ο Εμανουέλ Μακρόν για την εμβάθυνση και ισχυροποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δη της Ευρωζώνης.

    Ο τελευταίος, φορέας φιλελεύθερων ιδεών και φιλευρωπαϊστής, κινούμενος πέρα από το παραδοσιακό δίπολο Αριστερά-Δεξιά, υπερίσχυσε έναντι των ευρωσκεπτικιστών της γαλλικής Ακροδεξιάς εξασθενίζοντας περαιτέρω την επιρροή των ακροδεξιών-εθνικιστικών κομμάτων, μετά τις απανωτές αποτυχίες τους στις αυστριακές και ολλανδικές εκλογές.

    Έτσι, η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί πλέον στην Ευρώπη και αναμένεται να αποτυπωθεί στα ποσοστά της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», ακροδεξιού-αντιμεταναστευτικού κόμματος, απότοκου του Προσφυγικού και της διαχείρισής του από τη Μέρκελ, ευνοεί τη μεταρρύθμιση βασικών θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εισαγωγή νέων.

    Στο καινούργιο περιβάλλον, οι ιδέες του Μακρόν αλλά και άλλων αξιωματούχων της Ένωσης για τη δημιουργία θέσης Υπουργού Οικονομικών, τη σύσταση ευρωπαϊκού οικονομικού ταμείου, την εφαρμογή πολιτικών για την εξωτερική ασφάλεια της Ένωσης, την ενέργεια, την καταπολέμηση της ανεργίας και των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, μπορούν να ευοδωθούν.

    Ας ελπίσουμε ότι δε θα χρειαστεί να περιμένουμε τη συνταξιοδότηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (η οποία μάλλον αργεί, αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις…) για να επιτευχθεί κάποια, μικρή έστω, δημοσιονομική χαλάρωση των ασθενέστερων οικονομιών της Ευρωζώνης, και μάλιστα «δια χειρός» Μέρκελ, εφόσον εκείνη αποφασίσει να μεταβάλει την πολιτική της ασφυκτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μακρόν τιτλοφορεί τη δέσμη των μεταρρυθμίσεων που προτείνει για την Ευρωπαϊκή Ένωση «Για μια Ευρώπη που προστατεύει».

    Όλα αυτά θα κριθούν από το πόσο ενισχυμένη θα βγει η Μέρκελ από την κάλπη της Κυριακής. Σημειωτέον, εάν η γερμανίδα καγκελάριος επικρατήσει στις εκλογές, θα είναι η τελευταία της ευκαιρία να δραστηριοποιηθεί περισσότερο αποτελεσματικά για το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης και των πολιτών της κι σχεδόν αποκλειστικά για την οικονομική ευμάρεια της χώρας της, όπως έκανε σε μεγάλο βαθμό μέχρι τώρα (η ανεργία στη Γερμανία, σύμφωνα με πρόσφατα στατιστικά στοιχεία, κυμαίνεται μόλις στο 5,7% ελέω Μέρκελ…).

    Στις γερμανικές εκλογές, ωστόσο, συμμετέχουν και οι Σοσιαλδημοκράτες του Μάρτιν Σουλτς, κατεξοχήν θιασώτες της Ενωμένης Ευρώπης ως υπερεθνικής οντότητας και σύμμαχοι της Μέρκελ στην παρούσα κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, οι οποίοι έχουν πληρώσει μέχρι στιγμής βαρύ το τίμημα της οικονομικής κρίσης χάνοντας σημαντικό ποσοστό της εκλογικής επιρροής τους.

    Η συνύπαρξη των τελευταίων με τους Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ σε ένα νέο κυβερνητικό σχήμα, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι θα προτιμούσαν να παραμείνουν στην αντιπολίτευση στην περίπτωση που ηττηθούν ώστε να ανασυγκροτηθούν εκλογικά, ευνοεί τη σταθερότητα και τη μεταρρύθμιση της Ενωμένης Ευρώπης, καθώς στην πράξη αρκετές από τις πολιτικές τους έχουν ήδη εφαρμοστεί από τη Μέρκελ.

    Αν θέλουμε, πάντως, να είμαστε ειλικρινείς, η επιμονή κυρίως της Άνγκελα Μέρκελ να προχωρήσει στην υποδοχή και την κατά το δυνατό ενσωμάτωση 890.000 προσφύγων το 2015 στη χώρα της, παρά τις αντιδράσεις και την προσωρινή δημοσκοπική της «κατρακύλα» υπέρ των ακροδεξιών, αλλά και η σχετικά ικανοποιητική διαχείριση της οικονομικής κρίσης σε επίπεδο Ευρωζώνης, με το αζημίωτο βέβαια για τη γερμανική οικονομία, αποτελούν ασφαλή εχέγγυα για την αναδιοργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Σε μια πολιτική συγκυρία μάλιστα που η Ενωμένη Ευρώπη χάνει παραδοσιακούς συμμάχους, τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, που η βία των τζιχαντιστών, εισαγόμενη από τα συριακά εδάφη, απειλεί την ασφάλεια των κρατών-μελών και που οι ανισότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών αλλά και των πολιτών στο εσωτερικό τους μεγεθύνονται, ηγέτες του πολιτικού διαμετρήματος της Μέρκελ, ικανοί να διασφαλίσουν το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης, δυστυχώς δεν περισσεύουν. Αντίθετα, στο νέο παγκόσμιο μετα-ψυχροπολεμικό τοπίο, κυριαρχούν ηγέτες «παλαιάς κοπής», όπως ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Ερντογάν, ο Κιμ Γιονγκ Ουν. Και να αναλογιστεί κανείς ότι η γερμανίδα καγκελάριος δεν διακρίνεται για επικοινωνιακό χάρισμα…

    Πολλοί, εξάλλου, από τους ηγέτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδίδονται σε ασκήσεις λαϊκισμού και δημαγωγίας προσβλέποντας στον προσπορισμό εκλογικών κερδών στις χώρες τους και αναβιώνοντας εθνικισμούς του παρελθόντος.

    Η επανεκλογή της Άνγκελα Μέρκελ ενδεχομένως να είναι μια καλή ευκαιρία για τους ευρωπαίους πολίτες, το γερμανικό λαό, που διαχρονικά επιζητά ηγέτες με σταθερότητα και σύνεση, αλλά και το οικοδόμημα της Ευρώπης. Στη δεδομένη μάλιστα ιστορική στιγμή που εμφανίστηκε στον αστερισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής ο Εμανουέλ Μακρόν, οι μεταρρυθμιστικές ιδέες του οποίου, ωστόσο, είναι πιθανό να αποτελέσουν «κενό γράμμα» χωρίς γερμανικό έρεισμα. Αρκεί βέβαια και οι Γάλλοι να δείξουν προθυμία να συμμαζέψουν «τα του οίκου τους».

    Σε κάθε περίπτωση, είτε με τη συνδρομή της Άνγκελα Μέρκελ είτε με τις καλές προθέσεις και το ήπιο ευρωπαϊκό προφίλ του Μάρτιν Σουλτς, όπως απέδειξε η επιτυχημένη παρουσία του στο Ευρωκοινοβούλιο, ή και των δύο μαζί, οι επικείμενες και επιβεβλημένες μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσκόπτουν σε δομικά προβλήματα της αρχιτεκτονικής της• έχουν ενταχθεί σε αυτή κράτη λιγότερο προσηλωμένα στο ευρωπαϊκό ιδεώδες, όπως η Βρετανία, που τελικά αποσκίρτησε και αναζητά φόρμουλα συνεννόησης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, και η Δανία, αλλά και οικονομίες λιγότερο ισχυρές, κυρίως αυτές των χωρών του Νότου.

    Ας ελπίσουμε, βέβαια, η επόμενη γερμανική κυβέρνηση, εφόσον στη χώρα αυτή «ευδοκιμούν» από παλιά οι κυβερνήσεις συνασπισμού, να συμπηχθεί ξανά με τη συμμετοχή τουλάχιστον των δύο κομμάτων, Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, που ηγούνται οι Μέρκελ και Σουλτς αντίστοιχα, σε πείσμα των «Ελεύθερων Δημοκρατών» του Κρίστιαν Λίντνερ, οι οποίοι φιλοδοξούν να επιστρέψουν στην εξουσία, ως κυβερνητικοί εταίροι της Μέρκελ, με «σκληρότερη» ακόμη οικονομική ατζέντα.

    Η Ελλάδα, στο κατώφλι επικείμενων αλλαγών στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως της Ευρωζώνης, οι οποίες, εάν τελικά πραγματοποιηθούν, θα την ωφελήσουν στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής, οφείλει να παραμένει προσηλωμένη στην επίτευξη των δημοσιονομικών της στόχων, ώστε σε ενδεχόμενη «στενότερη» σύγκλιση των οικονομιών των κρατών-μελών της Ευρωζώνης να διατηρηθεί στο «σκληρό πυρήνα» της.
    Συμπερασματικά, οι νέες ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί παγκοσμίως αλλά και η ευνοϊκή πολιτική συγκυρία στη γηραιά ήπειρο, μετά την επικράτηση του Μακρόν και την «ύφεση» του ευρωσκεπτικισμού, ωθούν στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας κρατών, κατά το πρότυπο των «Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής».

    Ο κ. Βασίλης Πλατής είναι φιλόλογος-δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.

    Γνώμες
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk