• Αναζήτηση
  • Προσολωμικών συνέχεια

    Με την ανταπάντησή του στο «Βήμα» τής 20.3.2016 ο Νάσος Βαγενάς δεν «θολώνει» απλώς τα νερά ως προς το θέμα του πονήματός μου,

    Με την ανταπάντησή του στο «Βήμα» τής 20.3.2016 ο Νάσος Βαγενάς δεν «θολώνει» απλώς τα νερά ως προς το θέμα του πονήματός μου, ήτοι τη μεταφορά των ιδεών και των στρατηγικών της Γαλλικής Επανάστασης στα Επτάνησα μετά το 1797, σε συνάρτηση με τη σύνθεση ποικίλων στιχουργημάτων από τους λεγόμενους επτανήσιους «προσολωμικούς» ποιητές· στηριζόμενος σε ελάχιστες αποσπασματικές φράσεις και στο ανθολόγιο του βιβλίου, διαστρεβλώνει τα οικεία δεδομένα και προβαίνει σε αφοριστικές, πλην όμως επιφανειακές για την εργασία διαπιστώσεις, όπως θα καταδείξω επιγραμματικά πιο κάτω:
    1) Ο ΝΒ σημειώνει ότι «όλοι οι πριν από το 1797 επτανήσιοι ποιητές έγραφαν σε γλώσσα απλοελληνική κατανοητή από το πλήθος». Ωστόσο, πολυάριθμα παραδείγματα βεβαιώνουν το αντίθετο: δεν έχει παρά να διαβάσει ο αναγνώστης τα στιχουργήματα των σελ. 158-160 του βιβλίου και να λάβει υπόψη του ότι οι δύο «πρωταγωνιστές» των «προσολωμικών» που συζητώ, οι Μαρτελάος και Κουτούζης, συνέθεσαν πολλούς στίχους σε αρχαΐζουσα.
    2) Είναι αναληθές ότι στη σελ. 19 του βιβλίου μου αναφέρω πως «δεν υπάρχει» έντεχνη/προσωπική λογοτεχνική δημιουργία πριν από το 1797, αφού στο οικείο σημείο απλώς επισημαίνω την «ουσιαστική στροφή» της επτανησιακής λογοτεχνίας μετά την έλευση των Γάλλων στα Ιόνια Νησιά.
    3) Ο ΝΒ συνάγει ότι δεν γνώριζα ως την «κριτική» του τους επτανήσιους δημιουργούς στους οποίους αναφέρεται. Η αλήθεια είναι ότι το έργο όσων (κυρίως δραματουργών) παραθέτει βρίσκεται εντελώς έξω από όσα συζητώ στο βιβλίο. Από την άλλη, η αναφορά μου στους (γνωστότερους ως ποιητές) Σιγούρο, Κατήφορο, Ξανθόπουλο και Αυξέντιο αποσκοπεί στο να καταδειχθεί η συναφής στιχουργική ατμόσφαιρα τα αμέσως προηγούμενα του ερχομού των Γάλλων χρόνια.
    4) Ο ΝΒ επισημαίνει θριαμβευτικά πως «δεν πρόσεξα ότι τα μισά σχεδόν (17 από τα 36) ποιήματα της Ανθολογίας μου γράφτηκαν (σε γλώσσα «τόσο κοντινή στη γλώσσα του λαού») πριν από το 1797». Στις 6.3, όμως, σημείωνε ότι «οι εβδομήντα δύο από τις ενενήντα τρεις σελίδες του «Ανθολογίου» καλύπτονται από πολιτικοσατιρικά στιχουργήματα της «μεταιχμιακής περιόδου»»! Ας αποφασίσει: Τι από τα δύο ισχύει; Η αλήθεια, φυσικά, είναι ότι από τα 40 ελληνόφωνα στιχουργήματα που ανθολόγησα μόλις τα τρία πρώτα τοποθετούνται με ασφάλεια πριν από το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ενώ 30 εξ αυτών (που καλύπτουν 85 από τις 95 συναφείς σελίδες) έχουν αφετηρία τους την έλευση των Γάλλων.
    5) Οι εργασίες που μνημονεύει ο ΝΒ ως «βιβλιογραφικές» μου ελλείψεις όχι μόνο δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στο πόνημά μου αλλά καταδεικνύουν την επιπολαιότητα του εν λόγω «κριτικού»: α) Ο ίδιος πρωτίστως εικοτολογεί ως προς τη ζωή και το έργο του Ιωάννη Λαζαρόπουλου (βλ. Η ειρωνική γλώσσα, 1994, 177-184). β) Αποδέχεται άκριτα την απλή αναφορά του Δημαρά στον Κάρολο Παδοβά (1740-1827) (βλ. ΙΝΕΛ, 2000, 301), χωρίς να ελέγξει τις οικείες αναφορές σε αυτόν (733-734)· αν το έκανε, θα διαπίστωνε, π.χ., ότι στο Εθνικόν Ημερολόγιον του Βρετού (1862, 92-94) δημοσιεύονται δύο ποιήματα του Κερκυραίου Κάρολου Παδοβάνη, γραμμένα το 1825, και όχι του… «προσολωμικού» Παβοδά, τον οποίο, μάλιστα, ο ΝΒ εντάσσει «εντός της στόχευσης της εργασίας μου»! γ) Η δε μελέτη του Γιώργου Κεχαγιόγλου «Ο Σολωμός και η προσολωμική νεοελληνική λογοτεχνία» (1991) εξετάζει μόνο τρεις σολωμικές συνθέσεις («Σκιά του Ομήρου», «Γυναίκα της Ζάκυθος», «Carmen Seculare») σε συνάφεια με τους Βηλαρά, Χριστόπουλο, Ανώνυμο του 1789 και τις αποδόσεις του βιβλίου της Χαλιμάς στα ελληνικά και στα ιταλικά και κατ’ ουδέναν τρόπο δεν συζητά ευρύτερα τις σχέσεις του Σολωμού με την προγενέστερή του επτανησιακή (και φαναριώτικη) γραμματεία, όπως υπονοεί ο ΝΒ.
    6) Ουδέποτε «αγανάκτησα» με τον ΝΒ. Αυτός επιτίθεται και απαξιώνει συνολικά μιαν επιστημονική εργασία, απαγορεύοντας μάλιστα στον συγγραφέα της να έχει τις δικές του προθέσεις και τη στόχευση που επιθυμεί!
    7) Συμπέρασμα: ο ΝΒ δεν αντιλήφθηκε καν τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του βιβλίου μου, εμμένοντας σε αυτό που είχε ο ίδιος στο μυαλό του για την επτανησιακή (και όχι μόνο) ποίηση του 18ου αιώνα, «λασπώνοντας» τα νερά και παραπλανώντας τον αναγνώστη για λόγους που ο ίδιος μόνο γνωρίζει. Με άλλα λόγια: έγραψε δύο κείμενα που όχι μόνο δεν προωθούν τον διάλογο ως προς το θέμα της μελέτης μου αλλά γέμουν σημαντικών διαστρεβλώσεων και παρερμηνειών.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk