Σβήνοντας τις μουντζούρες της μνήμης

Αυτή την ανάμνηση θα ήθελα πολύ να τη «σβήσω». Την περασμένη Παρασκευή, στις 9.15 π.μ., μας τηλεφώνησε έντρομη η θυρωρός της πολυκατοικίας μας

Σβήνοντας τις μουντζούρες της μνήμης | tovima.gr
Αυτή την ανάμνηση θα ήθελα πολύ να τη «σβήσω». Την περασμένη Παρασκευή, στις 9.15 π.μ., μας τηλεφώνησε έντρομη η θυρωρός της πολυκατοικίας μας. Επρεπε να εκκενώσουμε το ταχύτερο το κτίριο διότι η γειτονική τράπεζα είχε δεχτεί απειλή για βόμβα. Κατεβήκαμε κουτρουβαλώντας – μαζί και τα δύο παιδιά, τα οποία λόγω εκλογών δεν είχαν σχολείο – για να διαπιστώσουμε ότι τελικά δεν επιτρεπόταν να εξέλθουμε του κτιρίου. Η Αστυνομία «χτένιζε» τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα επί της Σκουφά και επειδή η προαγγελθείσα ώρα έκρηξης πλησίαζε, επιβαλλόταν να μείνουμε στο διαμέρισμά μας και να αναμένουμε μέχρι νεωτέρας. Η περιπέτεια έληξε αναίμακτα αλλά η μίνι οδυνηρή εμπειρία κατεγράφη, φοβούμαι διά παντός, στον ταλαιπωρημένο σκληρό δίσκο του εγκεφάλου μου. Οσον αφορά τα παιδιά, εναποθέτω τις ελπίδες μου στην περίφημη «αμνησία της παιδικής ηλικίας».
Και όμως, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να ρίξεις στον Καιάδα τον κονιορτό της μνήμης σου. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Nature», η παλαιά, δοκιμασμένη μέθοδος του ηλεκτροσόκ (που εφήρμοσε εκτενώς αρχικά ο Ζίγκ-μουντ Φρόιντ για να την αποσύρει εν συνεχεία από το ρεπερτόριό του) γίνεται αίφνης ξανά à la mode διότι επιβεβαιώνεται ότι «εξασθενεί την επανεδραίωση της επεισοδιακής (ή αυτοβιογραφικής) μνήμης». Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Marijn Kroes, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Ράντμπουντ του Νάιμεχεν στην Ολλανδία, υπενθύμισε ότι αυτή η démodé και πολλαπλώς… φορτισμένη πρακτική στον χώρο της ψυχιατρικής είναι ταμάμ για τη διαγραφή δυσάρεστων αναμνήσεων (σε περιπτώσεις ασθενών με κατάθλιψη, σχιζοφρένεια κ.τ.λ.). Το ερώτημα που αναπόφευκτα ανακύπτει, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητα της ηλεκτροσυσπαστικής θεραπείας: «Είναι θεμιτό να κάνεις μοντάζ στις αναμνήσεις σου;». Οπως αποφαίνεται ο Κόντι Σ. Ντιλίστρατι στο άρθρο του «Τhe Εthics of Εrasing Βad Μemories» που δημοσιεύτηκε προ ημερών στο «Atlantic»: «Για να είσαι σε θέση να απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να αξιολογήσεις τη σημασία της μνήμης. Αν πράγματι οι πράξεις, οι προσωπικότητές μας, η ίδια η αντίληψη του εαυτού μας βασίζονται στις εμπειρίες μας και στις αναμνήσεις που έχουμε περισυλλέξει, η διαγραφή των αναμνήσεών μας ισοδυναμεί με την καταστροφή ενός ολόκληρου κομματιού του εαυτού μας». Σαν να τραβάς ένα τούβλο από τα τείχη του κάστρου. Ο εχθρός θα βρεθεί σίγουρα ante portas.
Υπάρχουν βέβαια και οι υπέρμαχοι της παντελούς εξολόθρευσης των διαβρωτικών αναμνήσεων που σε κρατούν ισόβια δέσμιο. Ενδεχομένως να είσαι καλύτερος άνθρωπος αν ξεχάσεις, π.χ., εκείνο τον ολέθριο καβγά με τον πατέρα στα 15 σου, τη βαρύτατη βρογχοπνευμονία της αδελφής σου, το τροχαίο, τη σεξουαλική επίθεση, τον χωρισμό και εκείνο το ολέθριο επαγγελματικό σφάλμα για το οποίο οι «φιλικά προσκείμενοι» συνάδελφοί σου θα γελάνε (στους διαδρόμους) για πολλά, πολλά χρόνια. Οπως εξηγεί στο «Atlantic» ο Αρθουρ Κάπλαν, επικεφαλής του Τμήματος Βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης: «Πιστεύω ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάποιες από τις αναμνήσεις μας, χωρίς να αλλάξουμε θεμελιωδώς το ποιοι είμαστε ή το πώς συμπεριφερόμαστε». Αλλωστε, κανείς δεν έχει ποτέ «καθαρές» αναμνήσεις. Οι έρευνες καταδεικνύουν ότι όλες τις αναμνήσεις σου (καλές και κακές) στην πραγματικότητα τις αναπλάθεις με βάση τις νέες σου εμπειρίες. Αλλά και κανείς ποτέ δεν λησμονεί πλήρως. Ακόμη και οι πάσχοντες από αμνησία, λένε οι ειδικοί, υπό κατάλληλες συνθήκες ενθυμούνται συναισθήματα του παρελθόντος.
Τελικά, ακόμη και στην εποχή του Facebook και του Google, η μνήμη και η λήθη χρειάζονται σε κάθε ζώντα οργανισμό. Οπως το φως και το σκοτάδι. Στο θεσπέσιο δοκίμιό του «Ιστορία και ζωή» ο Φρειδερίκος Νίτσε περιγράφει τη ζήλια του ανθρώπου για το ζώο που δεν θυμάται αλλά ζει δεμένο στον «πάσσαλο της στιγμής». Μιλάει και για την παιδική ηλικία: «Το παιδί, το οποίο δεν έχει ακόμη παρελθόν ν’ απαρνηθεί, παίζει ανάμεσα στους φράκτες του παρελθόντος και του μέλλοντος σε κατάσταση τρισμακάριας τυφλότητας. Και όμως, το παιχνίδι του αυτό θα του το χαλάσουν πάρα πολύ νωρίς, θα το καλέσουν να βγει από τη λησμονησιά. Μαθαίνει τότε να ακούει τη λέξη «ήταν», εκείνη τη συνθηματική λέξη με την οποία ο αγώνας, ο πόνος και ο κόρος αγγίζουν τον άνθρωπο για να του θυμίσουν τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του – ένας εσαεί παρατατικός».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino τo Σάββατο 24 Μαΐου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk