Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς: Ηρθε η ώρα να τελειώσουμε με τη λιτότητα

Μαζί με τα ηνία του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο νέος γραμματέας των Γάλλων Σοσιαλιστών, ο ελληνικής καταγωγής Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς, αναλαμβάνει και την πιο δύσκολη αποστολή της πολιτικής καριέρας του.
Ο σοσιαλισμός στα χρόνια του Ολάντ, με το πακέτο της κρίσης και της λιτότητας, χρέωσε με έλλειμμα αξιοπιστίας το ιστορικό κόμμα, το οποίο υπέστη βαριά ήττα στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές. Η αναδόμησή του, η συσπείρωση της διχασμένης γαλλικής Αριστεράς και η αλλαγή πλεύσης της μονοδιάστατης ευρωπαϊκής πολιτικής είναι οι προκλήσεις που ο Καμπαντελίς καλείται να αντιμετωπίσει μετά τις ευρωεκλογές.
Ο «Καμπά», όπως τον αποκαλούν οι σύντροφοί του, συγκαταλέγεται σήμερα στα πρωτοκλασάτα στελέχη των Γάλλων Σοσιαλιστών. Με πλούσιο ακροαριστερό παρελθόν, πρώην τροτσκιστής, εισχώρησε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, με το οποίο εξελέγη βουλευτής για πρώτη φορά το 1988. Θήτευσε δίπλα στον Φρανσουά Μιτεράν και στον Λιονέλ Ζοσπέν, υπήρξε δεξί χέρι του άτακτου Στρος-Καν και κατόπιν της Μαρτίν Ομπρί.
Παρά τη δεξιά στροφή της γαλλικής κυβέρνησης, σήμερα στηρίζει τον Φρανσουά Ολάντ και τον νέο πρωθυπουργό Μανουέλ Βαλς, που τάχθηκαν υπέρ του στη μάχη για την ηγεσία του κόμματος. Ο πολιτικός με καταγωγή από τη Μυτιλήνη εξηγεί στο ΒΗmagazino τη σημασία των προκλήσεων.
Εκλεγήκατε πρόσφατα γενικός γραμματέας του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ποια ήταν η διαδρομή σας; «Είμαι από τα παλιά ηγετικά στελέχη του φοιτητικού κινήματος. Την επόμενη ημέρα του Μάη του ’68, διετέλεσα πρόεδρος της UNEF-ID, που είναι το κυριότερο συνδικάτο των γάλλων φοιτητών. Με ένα διδακτορικό στην κοινωνιολογία, κάποια χρόνια αργότερα μπήκα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Εξελέγην βουλευτής στο 19ο διαμέρισμα που βρίσκεται στο Βόρειο Παρίσι. Αρκετά γρήγορα, ο Φρανσουά Μιτεράν με διόρισε υπεύθυνο της προεκλογικής εκστρατείας του. Στη συνέχεια έγινα μέλος της πολιτικής επιτροπής του κόμματος. Είμαι υπεύθυνος για ευρωπαϊκά θέματα, αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος και έχω συνεργαστεί πολύ με το ΠαΣοΚ».
Ποιες είναι οι προτεραιότητές σας ως επικεφαλής του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος; «Το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν ένα κόμμα που στηριζόταν πολύ στους δήμους και στις δημοτικές εκλογές. Οταν υπέστη σοβαρή ήττα, το συγκλόνισε συθέμελα. Αυτή ήταν η αφορμή για να καταλάβουμε ότι είχε χάσει κατά κάποιον τρόπο τη μορφολογία της πολιτικής ιδεολογίας του. Το πρώτο, λοιπόν, που θα πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να αποκαταστήσουμε την αριστερή πολιτική ιδεολογία του κόμματός μας, αναλαμβάνοντας παράλληλα και τη μεταρρύθμιση. Εως σήμερα, ο πολιτικός σχηματισμός μας ήταν μια σύνθεση διαφορετικών ρευμάτων. Η αποστολή μου είναι να του ξαναδώσω αυτό που αποκαλούμε εμείς μια μεταρρυθμιστική ραχοκοκαλιά».


Κάνατε λόγο για αλλοίωση της πολιτικής ιδεολογίας του σοσιαλισμού. Παρά το γεγονός ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία τα τελευταία 30 χρόνια, παγκοσμίως αλλά και στην Ευρώπη, το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών βαθαίνει, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ. Τελικά ποια είναι η διαφοροποίηση που προσφέρουν τα σοσιαλιστικά κόμματα στην κοινωνία; Τι εξηγεί την πτώση των σοσιαλιστικών κομμάτων στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα επίσης; «Αρχικά, υπήρξαν συγκυρίες που είναι ίδιες σε Ελλάδα και Γαλλία. Κληρονομήσαμε – χωρίς αυτό να αποτελεί αιτία διαμάχης – σημαντικά χρέη, σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και μη εκσυγχρονισμένη βιομηχανία. Σημαντικά προβλήματα, τα οποία έπρεπε να αντιμετωπιστούν αμέσως. Συνεπώς, το αίτημα της αλλαγής δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί με την ταχύτητα που θα επιθυμούσαμε.
Αυτό σημαίνει ότι προτεραιότητα δίνεται στην ανοικοδόμηση της χώρας. Δηλαδή, πρέπει πρώτα να παράγουμε προτού επέλθει η διανομή πλούτου και αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί γιατί ο κόσμος, είτε στην Ελλάδα είτε στη Γαλλία, λέει: «Μα εμείς δεν φταίμε σε τίποτε, γιατί επωμιζόμαστε τις συνέπειες αυτής της κρίσης;». Η απάντηση είναι «γιατί δεν θέλουμε να αφήσουμε χρέη στα παιδιά μας, γιατί είμαστε περισσότερο χρεωμένοι σε σχέση με την εισροή χρημάτων και κάποια στιγμή θα πρέπει τα έξοδα να μειωθούν ώστε να μπορέσουμε να αφιερώσουμε περισσότερα χρήματα στην παραγωγή, στις επενδύσεις, στη βιομηχανία»».
Αυτό ήταν το βασικό πρόβλημα; «Οσα προανέφερα, είναι οι συγκυρίες. Ακολουθούν οι δομικοί λόγοι. Η μεγάλη δυσκολία των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είναι ο συνδυασμός της καλής διαχείρισης με την κοινωνική δικαιοσύνη, από τη στιγμή που οι σοσιαλιστές δεν ονειρεύονται πια τον μεγάλο σοσιαλισμό, ο οποίος θα επέλθει ένα βράδυ με την επανάσταση του λαού υπέρ μιας κοινοβουλευτικής πρωτοβουλίας για τη θέσπιση της ισότητας. Η εξισορρόπηση μεταξύ καλής διαχείρισης – κοινωνικής δικαιοσύνης είναι πάντα δύσκολο να επιτευχθεί.

Εάν, για παράδειγμα, είστε υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, αυξάνετε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τους δίνετε επιπλέον μηνιάτικα, όπως επί σειρά κυβερνήσεων έγινε στην Ελλάδα, αλλά έτσι υπερτονίζετε τις δυσκολίες του κράτους, γιατί το κράτος πρέπει να πληρώσει. Την ίδια ώρα, αν καταργήσετε τις συντάξεις και χτυπήσετε τους μισθούς των πιο φτωχών, τότε τους οδηγείτε σε μια κατάσταση που είναι ανυπόφορη. Αρα, το ζήτημα που τίθεται είναι η εξισορρόπηση των δύο. Στη Γαλλία, η βιομηχανία κατέρρευσε μέσα σε δύο δεκαετίες. Σήμερα η βιομηχανική παραγωγή είναι μικρότερη από αυτήν της Ισπανίας και της Ιταλίας. Πρέπει, λοιπόν, η δυναμική της βιομηχανίας να αποκατασταθεί ώστε να υπάρξουν εργαζόμενοι οι οποίοι να μπορούν να πληρώνονται. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς. Η Δεξιά είναι υπέρ της καλής διαχείρισης θέτοντας τη δικαιοσύνη σε δεύτερη μοίρα, για αργότερα…».


Πέρα από τις συγκυρίες και τις δομικές δυσκολίες που επέφεραν ισχυρό πλήγμα στον σοσιαλισμό, πιστεύετε ότι σε αυτό συνέβαλε και το ευρώ; Ο σοσιαλισμός είναι συμβατός με το ευρώ; «Απολύτως. Το ευρώ είναι ένα μέσο, όχι αυτοσκοπός. Οταν το ευρώ είναι ισχυρό, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, υπάρχουν δυσκολίες στις εξαγωγές. Συνεπώς, θα πρέπει να υποχωρήσει, και αυτό είναι που ζητούν σήμερα οι επιχειρηματίες, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν στη Δεξιά ή στην Αριστερά. Το ευρώ είναι ένα εργαλείο ισχύος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Επέτρεψε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ευρωπαϊκές χώρες να εξέλθουν από τις δυσκολίες. Η Ελλάδα το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, καθώς ήταν ένα ευεργετικό στοιχείο για τη χώρα σας όταν έφθανε στην Ευρώπη με τις κυβερνήσεις Παπανδρέου, Σημίτη, καθώς και για την Ισπανία και την Πορτογαλία. Το ενιαίο νόμισμα συνέβαλε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, επιτρέποντας πρότυπα αντίστοιχα με εκείνα άλλων δυτικών χωρών. Ο κόσμος χρεώθηκε, αλλά την ίδια ώρα, το ευρώ επέτρεψε να επιταχύνουμε τους ρυθμούς. Κάποια στιγμή, όμως, τα χρήματα που κυκλοφορούσαν έξω ήταν περισσότερα από αυτά που εισέρρεαν και, συνεπώς, η αντιμετώπιση της κατάστασης ήταν δύσκολη».
Δηλώσατε πρόσφατα ότι η Ευρώπη θα πρέπει να στραφεί προς την ανάπτυξη και όχι προς τη λιτότητα. Οταν οι ευρωπαϊκές χώρες βυθίζονται από τα χρέη, πώς μπορεί αυτό να γίνει εφικτό; «Η κρίση του ευρώ και των κρατικών χρεών είναι πίσω μας. Δεν μπορούμε πια να πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε στην κατάσταση που γνωρίσαμε πριν από τρία-τέσσερα χρόνια. Τώρα, αυτό που αποκαλώ «PPE», δηλαδή η Δεξιά στην Ευρώπη, έχει μια δογματική ανάγνωση των ευρωπαϊκών συνθηκών. Οι συνθήκες δείχνουν ότι χρειάζεται σταθερότητα και ανάπτυξη. Η σταθερότητα μετατράπηκε σε λιτότητα και η ανάπτυξη είναι απούσα. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ισπανία, αλλά και άλλες, όπως η Ολλανδία, μπορεί να κάνουν προσπάθειες για να μειώσουν τα χρέη τους, αλλά δεν μπορούν να προοδεύσουν. Πρώτον, γιατί το ευρώ έρχεται να ψαλιδίσει τις προσπάθειες του κόσμου και, δεύτερον, επειδή η έλλειψη ανάπτυξης δεν επιτρέπει την έξοδο από τη δύσκολη κατάσταση. Βιώσαμε μια τρομερή περίοδο, περισσότερο η Ελλάδα και πολύ λιγότερο η Γαλλία. Οι Γάλλοι δεν έχουν υποφέρει τόσο όσο ο ελληνικός λαός. Στη Γαλλία λέμε ότι βιώνουμε τη λιτότητα, αλλά σε καμία περίπτωση ο κόσμος δεν μπορεί να αναλογιστεί πώς ήταν στην Ισπανία, στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, ακόμη και στην Ιρλανδία. Εχουμε υποστεί αυτή την κρίση και τώρα πρέπει να εξέλθουμε. Αυτό δεν θα γίνει εάν δεν υπάρχει ανάπτυξη. Χρειάζεται ανάπτυξη στην Ευρώπη. Πρέπει η Ευρώπη να επενδύσει ώστε να επανακάμψει η οικονομία και να επανέλθουμε σε μια κανονική κατάσταση».
Είπατε ότι η κρίση είναι πίσω μας. Οι χώρες του Νότου, και ειδικότερα η Ελλάδα, είχαν εναποθέσει πολλές ελπίδες στην εκλογή του Φρανσουά Ολάντ απέναντι στον οικονομικό φιλελευθερισμό των Βρυξελλών. Γιατί ο γάλλος πρόεδρος δεν επιβλήθηκε, όπως είχε υποσχεθεί, και αφήνει τη Γερμανία να υπαγορεύει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της παντού στην Ευρώπη; Μπορούμε να ελπίζουμε ακόμη στην επιστροφή της Γαλλίας στην πρώτη γραμμή, παρά το γεγονός ότι έχει αποδυναμωθεί από το υψηλό χρέος της, τη μεγάλη ανεργία, την αποβιομηχανοποίηση κ.τ.λ.; «Το πρόβλημα στην Ευρώπη είναι ότι δεν μπορούμε να της υπαγορεύσουμε αυτό που σκεπτόμαστε σε εθνικό επίπεδο. Συνηθίζω να λέω ότι η Ευρώπη δεν είναι η Γαλλία σε μεγαλύτερο μέγεθος. Στην Ευρώπη υπάρχουν γερμανοί συντηρητικοί αλλά και βρετανοί συντηρητικοί, παρόλο που οι τελευταίοι δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών υπάρχουν συντηρητικοί. Η Ευρώπη προοδεύει πάντα μέσω συμβιβασμών και αυτό δυσκολεύονται να το καταλάβουν οι λαοί μας. Δεν αρκεί μόνο να πεις «επιθυμώ να υπάρξει ανάπτυξη» για να συμφωνήσουν όλες οι χώρες ότι ο Φρανσουά Ολάντ έχει δίκιο.
Και εδώ έγκειται η σημασία των ευρωεκλογών, γιατί είναι οι λαοί της Ευρώπης που μπορούν να εκφράσουν αυτό που επιθυμούν, και όχι οι δεξιές κυβερνήσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εδώ και μια δεκαετία στην Ευρώπη κυριαρχούν συντηρητικές χώρες. Επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ο Μανουέλ Μπαρόζο που είναι συντηρητικός και η πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι συντηρητική επίσης. Εχουμε την τύχη της σταδιακής μετατροπής του συσχετισμού στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, της αλλαγής του προέδρου της Κομισιόν, ελπίζοντας ότι θα είναι προοδευτικός.

Γι’ αυτό στηρίζουμε τον Μάρτιν Σουλτς, ώστε να έχουμε μια προοδευτική πλειοψηφία στο Ευρωκοινοβούλιο. Μια αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων θα επιτρέψει στον Φρανσουά Ολάντ να εισακουστεί πολύ περισσότερο και έτσι θα χαλαρώσει ο κλοιός».

Πάντως στην Ευρώπη ακούγεται πολύ περισσότερο η Ανγκελα Μέρκελ παρά ο Φρανσουά Ολάντ. «Ακούμε πολύ για την Ανγκελα Μέρκελ γιατί η οικονομία της ευημερεί. Αλλά ευημερεί γιατί οι Γερμανοί έκαναν μεγάλες προσπάθειες. Ομως, πριν από τους Γερμανούς, και οι Γάλλοι είχαν κάνει μεγάλες προσπάθειες τη στιγμή της γερμανικής επανένωσης. Υπενθυμίζω πάντα στους γερμανούς φίλους μας πως αν πριν από το ευρώ δεν υπήρχε η πολιτική του ισχυρού φράγκου επιτρέποντας στο γερμανικό μάρκο να είναι αδύναμο, το βάρος της επανένωσης θα είχε κοστίσει τόσο ακριβά στη Γερμανία, που δεν θα βρισκόταν στην κατάσταση που είναι σήμερα. Αυτό είναι η Ευρώπη, η αλληλεγγύη. Λοιπόν, είναι φυσικό όταν η οικονομία της καγκελαρίου ευημερεί να ακούμε περισσότερο να μιλούν για αυτήν παρά για τον Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος, παρ’ όλα αυτά, πρέπει την ίδια στιγμή να επιχειρήσει να ηγηθεί και να κάνει τη Γερμανία να αντιληφθεί ότι χρειάζεται η ανάπτυξη, επειδή το σύνολο της Ευρώπης στερεύει και αυτό θα στραφεί εναντίον της. Ηδη η ανάπτυξη στη Γερμανία αποδυναμώνεται, όμως την ίδια ώρα ο Ολάντ έχει ένα μεγάλο έργο να κάνει στη Γαλλία. Εχουμε πάρα πολλά χρέη και η βιομηχανική παραγωγή μας δεν στέκεται στο ίδιο ύψος με την ισχύ της χώρας μας».


Στη Γαλλία, αλλά και αλλού στην Ευρώπη, ακούμε συχνά από τους ευρωπαίους ηγέτες ότι η Ελλάδα σώθηκε. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει σωθεί, αλλά όχι και η πλειονότητα των Ελλήνων, που βυθίζεται καθημερινά ολοένα και περισσότερο μέσα στη μιζέρια. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να σώσουμε την Ελλάδα, αλλά και τους Ελληνες μαζί; «Είναι ακριβώς αυτό που τονίζω στις ομιλίες μου. Οτι η αντίληψη των Βρυξελλών του Μπαρόζο για την Ευρώπη είναι αυτή των νεκροζώντανων. Αυτό σημαίνει ότι στα χαρτιά λέμε η Ελλάδα σώθηκε, η Ισπανία, η Πορτογαλία σώθηκαν, αλλά οι λαοί παραμένουν μέσα στη μιζέρια γιατί έχουμε μια τεχνοκρατική αντίληψη, δηλαδή νούμερα. Από τη στιγμή που το εμπορικό ισοζύγιο και η οικονομία πάνε καλύτερα, λέμε πως όλα είναι τέλεια.
Ομως, αναμένοντας τα θετικά αποτελέσματα, το βιοτικό επίπεδο ορισμένων χωρών έχει υποχωρήσει. Αυτό δεν είναι μια κατάσταση που υπάρχει μόνο στην Ελλάδα. Συμβαίνει επίσης και στη Γερμανία. Γιατί ξεχνάμε να πούμε ότι στη Γερμανία προϋπήρξε της σημερινής κατάστασης μεγάλη αβεβαιότητα. Πολλοί γερμανοί εργαζόμενοι απασχολούνται σε επισφαλείς θέσεις εργασίας. Κερδίζουν ελάχιστα χρήματα. Τόσο λίγα όσα και οι Ελληνες μέσα σε μια άλλη κατάσταση. Χρειάστηκε το SPD να επιβάλει έναν κατώτατο μισθό. Ολα αυτά είναι μια ιδεολογία, ένας προσανατολισμός, όπου επιθυμία είναι να επιτευχθεί η ανταγωνιστικότητα με τη μείωση των μισθών. Ενάντια σε αυτό αγωνιζόμαστε. Λέμε ότι την ίδια ώρα που χρειάζεται μια καλή διαχείριση θα πρέπει να βελτιωθεί και η ζωή του κόσμου. Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη των φιλελεύθερων».
Ο απολογισμός του έργου του Φρανσουά Ολάντ μέχρι σήμερα δεν κρίνεται θετικός. Αυτό οφείλεται στην προσωπικότητά του, στις πολιτικές επιλογές του ή στην άσχημη οικονομική κατάσταση της χώρας; «Κάποιος από τη Δεξιά θα σας έλεγε ότι οφείλεται στον Ολάντ, αλλά δεν το πιστεύω. Ο Φρανσουά Ολάντ σταμάτησε την παρακμή της Γαλλίας. Για να το καταφέρει αυτό, έπρεπε να αντιμετωπίσει ορισμένες καταστάσεις. Πρώτα απ’ όλα, το θέμα του χρέους. Το δημόσιο χρέος, το κοινωνικό χρέος, το χρέος των επιχειρήσεων, των Γάλλων κ.τ.λ., που μας απαγόρευε να επενδύσουμε στο μέλλον. Στη συνέχεια, έπρεπε να διορθώσουμε και να στηρίξουμε το παραγωγικό μας
σύστημα. Κατόπιν, να επανεκκινήσουμε τα σχολεία μας. Είμαστε περήφανοι για τα σχολεία μας. Ομως αντιληφθήκαμε ότι στις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες στατιστικές για την εκπαίδευση, η Γαλλία είχε υποχωρήσει. Δεν επιμορφώναμε πια τους Γάλλους. Είμαστε περήφανοι για τα πανεπιστήμια και τους ερευνητές μας, αλλά και εκεί διαπιστώσαμε υποχώρηση. Ολα αυτά αντιμετωπίστηκαν και, αν δεν επιλύθηκαν, λίγο ως πολύ έχουν δρομολογηθεί. Σίγουρα οι Γάλλοι λένε ότι είναι μια καλή εξέλιξη η επανεκκίνηση της γαλλικής οικονομίας, αλλά αναρωτιούνται πού έχει βελτιωθεί η καθημερινότητά τους. Οταν, όμως, ανακάμπτεις, δεν μπορείς να διανείμεις πλούτο, έτσι ο κόσμος θεωρεί ότι η αλλαγή δεν επέρχεται γρήγορα. Μετά προέκυψαν πολιτικά προβλήματα, παραφωνίες, παρεξηγήσεις, καταστάσεις που γνωρίζουν όλες οι κυβερνήσεις. Ολα αυτά δημιούργησαν ένα κλίμα εναντίον των Σοσιαλιστών, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονταν αυτά που έλεγε ο πρώην πρωθυπουργός Ζαν-Μαρκ Ερό. Δεν καταστήσαμε σαφές αρκετά γρήγορα το από πού ξεκινούσαμε και πού θέλαμε να καταλήξουμε».
Για τις ευρωεκλογές αναμένεται πρωτοφανής αποχή και άνοδος των άκρων. Πώς μπορεί να καταπολεμηθεί το αίσθημα του ευρωσκεπτικισμού και την ίδια ώρα ο κόσμος να εμπιστευθεί ξανά την Ευρώπη; «Θα πρότεινα τρία πράγματα. Πρώτον, πρέπει να διαχωρίσουμε την Ευρώπη από τις πολιτικές που εφαρμόζονται. Θα πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε ότι Ευρώπη ίσον πολιτική λιτότητας. Η πολιτική λιτότητας στην Ευρώπη ασκείται από τους πολιτικούς σχηματισμούς. Θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε πολιτικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Υπάρχει μια αριστερή Ευρώπη, μια δεξιά Ευρώπη, υπάρχει μια Ευρώπη των εθνών, της οικολογίας και εκείνη που αποκαλούμε Ευρώπη της άκρας Αριστεράς ή ριζοσπαστική αντιφιλελεύθερη. Είναι διαφορετικές πολιτικές που οι πολίτες θα πρέπει να κρίνουν. Δεύτερον, πρέπει να ανοικοδομήσουμε την ελπίδα. Αυτό σημαίνει να πούμε στον κόσμο ότι υπάρχει έξοδος από το τούνελ και να προσδιορίσουμε το πότε και το πώς. Τρίτον, πρέπει να είμαστε αδιάλλακτοι με τους εθνικιστές, με αυτούς που αποκαλώ στο τελευταίο μου βιβλίο «εθνολαϊκιστές». Με την άκρα Δεξιά που δεν είναι απαραίτητα σαν τη Χρυσή Αυγή. Με εκείνους που λένε ότι το κύριο πρόβλημα δεν είναι η επανεκκίνηση της οικονομίας, η οικονομική δικαιοσύνη, αλλά οι άλλοι. Οσοι έχουν διαφορετικό χρώμα, άλλη κουλτούρα, εκπαίδευση, και από τους οποίους, όπως υποστηρίζουν οι «εθνολαϊκιστές», πηγάζουν τα προβλήματα.
Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί στο τέλος οι εθνικιστές καταλήγουν να είναι κατά των εθνών, όχι εναντίον της Ευρώπης. Το όραμά τους είναι η προστασία. Στη Γαλλία αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό τους. Γάλλοι γαλλικής καταγωγής εναντίον Γάλλων που προέρχονται από αλλού. Εγώ δεν έχω γαλλικές ρίζες. Η καταγωγή μου είναι ελληνική και ο Ζαν-Μαρί Λεπέν μού είπε μια μέρα κατά τη διάρκεια διαμάχης: «Επιστρέψτε στη χώρα σας, επιστρέψτε στη χώρα σας». Ομως είμαι Ελληνας δεύτερης γενιάς εδώ στη Γαλλία. Είμαι ευρωπαίος πολίτης. Και όλο αυτό οδηγεί σε μια «λιβανοποίηση» της Ευρώπης, όπως την αποκαλώ. Πόλεις, γειτονιές, ελέγχονται από τον έναν ή τον άλλον. Αυτή είναι η λογική των «εθνολαϊκιστών» και είναι εξαιρετικά επικίνδυνη γιατί δεν σημαίνει μόνο το τέλος της Ευρώπης, αλλά και το τέλος των Εθνών μας στην Ευρώπη».
Στη Γαλλία παρατηρείται μια πρωτοφανής άνοδος του Εθνικού Μετώπου και ενδεχομένως άλλο ένα Βατερλώ για το Σοσιαλιστικό Κόμμα στις ευρωεκλογές. Φοβάστε τη Μαρίν Λεπέν; «Ολα θα εξαρτηθούν από τη συμμετοχή, γιατί στο τέλος η Μαρίν Λεπέν έχει περίπου πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Το θέμα είναι αν οι ψηφοφόροι των άλλων κομμάτων θα κινητοποιηθούν. Σήμερα, η Αριστερά στη Γαλλία βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο. Είτε πρόκειται για τους σοσιαλιστές, είτε για τους οικολόγους, οι οποίοι από το 18% έπεσαν στο 10% στις δημοσκοπήσεις. Εμείς είμαστε κοντά στο 15%-16%, αλλά αυτό ήταν το δικό μας ποσοστό. Το Αριστερό Μέτωπο και οι Κομμουνιστές είναι εξαιρετικά χαμηλά επίσης. Εάν οι ψηφοφόροι καταλάβουν το ευρωπαϊκό διακύβευμα, μπορεί να έρθουν να ψηφίσουν. Αναλογικά, όσο περισσότεροι έρχονται να ψηφίσουν, τόσο το Εθνικό Μέτωπο θα πέσει. Η πρόκληση δεν είναι η ήττα της Ακροδεξιάς και η διαμάχη μαζί της, ακόμη και αν αυτό πρέπει να γίνει. Το στοίχημα είναι να κινητοποιήσουμε τους ψηφοφόρους της Αριστεράς, λέγοντάς τους ότι είναι το μέλλον του έθνους που διακυβεύεται στην Ευρώπη».


Εάν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις, έχετε ένα σχέδιο διάσωσης για την επομένη των ευρωεκλογών; «Θα διαψεύσω τις δημοσκοπήσεις. Δεν θέλω οι δημοσκοπήσεις να βγουν αληθινές. Πιστεύω ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα μπορεί να έχει ένα καλύτερο αποτέλεσμα από αυτό που του δίνουν οι δημοσκοπήσεις. Εξάλλου, αυτό συμβαίνει. Οταν εξετάζουμε τις δημοσκοπήσεις, είμαστε στο 16%-17%. Σημειώσαμε πρόοδο σε σχέση με τις τελευταίες ευρωεκλογές και τις δημοτικές εκλογές. Πιστεύω ότι οι Γάλλοι θα καταλάβουν ότι η πρόκληση δεν είναι το Παρίσι αλλά οι Βρυξέλλες και θα ψηφίσουν όχι με εθνικό κριτήριο αλλά σε σχέση με το διακύβευμα».
Προηγουμένως αναφερθήκατε στην ελληνική σας καταγωγή. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για τις ελληνικές ρίζες σας; «Οι Καμπαντελίς, όπως δείχνει και το όνομα, είναι νησιώτες. Από τη Μυτιλήνη. Τον προηγούμενο αιώνα, ένα μέρος της οικογένειάς μου έμεινε στο νησί και ένα άλλο έφυγε αναζητώντας δουλειά και έχοντας κατά νου να καταλήξει στην Αμερική. Ομως τελικά ρίζωσαν στη Γαλλία. Ο παππούς μου πήρε την υπηκοότητα σε μεγάλη ηλικία και επέστρεψε να ζήσει στην Αθήνα. Ο πατέρας μου έκανε το ίδιο. Εργάστηκε στη Γαλλία και μετά έφυγε για να δουλέψει στην Αθήνα. Σήμερα είναι άρρωστος και επέστρεψε στη Γαλλία για θεραπεία. Αλλά ένα μέρος της οικογένειάς μου εξακολουθεί να ζει στην Αθήνα και στη Μυτιλήνη».


Ερχεστε στην Ελλάδα; Μιλάτε ελληνικά; «Δεν μιλάω ελληνικά και αυτό είναι το πρόβλημα των παιδιών δεύτερης γενιάς. Ο πατέρας μου μιλάει άπταιστα ελληνικά, όπως και η οικογένειά μου. Η θεία μου, που εργαζόταν στον Πειραιά, μιλούσε και τις δύο γλώσσες, αλλά εγώ δεν μπόρεσα να μάθω. Λυπάμαι πολύ για αυτό, γιατί θα μπορούσαμε να κάνουμε τη συνέντευξη στα ελληνικά».
Αισθάνεστε λίγο Ελληνας; «Μόλις φθάνω στην Αθήνα, αισθάνομαι Ελληνας!».


Η Ελλάδα θα ήταν περήφανη να έχει η Γαλλία έναν πρόεδρο με ελληνική καταγωγή. Είναι πιθανό να συμβεί αυτό; «Δεν το νομίζω. Είναι ήδη πολύ το να έχει το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γαλλίας έναν γενικό γραμματέα με ελληνική καταγωγή, παρόλο που η ζωή του, η ιστορία του, το πάθος του, παραμένει η Γαλλία».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino τo Σάββατο 17 Μαΐου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk