ΟΣΟΙ ακολούθησαν τον πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη στην προεκλογική περιοδεία του ανά την επικράτεια αισθάνθηκαν σαν να παρακολουθούσαν όπερα και ροκ συναυλία σε μία παράσταση! Η εναλλαγή ήπιων και έντονων τόνων από πόλη σε πόλη αλλά και κατά την ίδια ομιλία ήταν αποκαλυπτική για έναν πολιτικό που γνωρίζει περισσότερο να συζητεί και λιγότερο να εκφωνεί λόγους. Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ ξεκίνησε έναν εκλογικό αγώνα με καινοτομίες στους ρυθμούς και στο περιεχόμενο, προτιθέμενος περισσότερο να ενημερώσει παρά να συναρπάσει τους ψηφοφόρους. Οσοι νόμισαν ότι το έκανε εξ ανάγκης διαψεύστηκαν. Καθ’ οδόν ύψωσε τη φωνή του και όταν χρειάστηκε άλλαξε και τους τρόπους του.
Κανένας ωστόσο δεν μπορεί να τον κατηγορήσει ότι αυτός ήρξατο χειρών αδίκων. Απλώς πήρε το γάντι που του έριξε ο βασικός αντίπαλός του, κ. Μ. Εβερτ. Ετσι, μια προεκλογική περίοδος που ξεκίνησε χωρίς πλαστικές σημαίες, κορόνες και συνθήματα κατέληξε να θυμίζει σε πολλά τις εκλογές του παρελθόντος. Ευτυχώς όχι σε όλα. Πάντως μετά την εντυπωσιακή αυλαία του Πεδίου του Αρεως ο Πρωθυπουργός εκδήλωσε προς τους συνεργάτες του την ικανοποίησή του για το αποτέλεσμα. Εστω και αν δεν επιτεύχθηκε με τους τρόπους που ο ίδιος αρχικά επιθυμούσε.
Ο κ. Σημίτης άρχισε την περιοδεία του από περιοχές όπου το ΠαΣοΚ είχε μια ευρεία διακύμανση εκλογικών ποσοστών στο παρελθόν. Π.χ., στη Β’ Αθηνών, στη Θεσσαλονίκη, στη Χίο, στη Μυτιλήνη και στη Βέροια δεν πήρε ποτέ μετά το 1981 κάτω από 37% και στις καλές στιγμές του έφθασε ως το 50%. Συνέχισε σε περιοχές όπως η Κρήτη και η Αχαΐα, όπου δεν έπεσε ποτέ κάτω από 50%. Και άφησε για την τελευταία φάση τις περιοχές όπου τα ποσοστά του ΠαΣοΚ βρίσκονταν πάντα κοντά στις πανελλήνιες επιδόσεις του. Π.χ., στη Φθιώτιδα πήρε το 1993 46,72% και το 1990 39%. Στη Λάρισα 46,11% και 38,39% αντιστοίχως. Σε μερικές από αυτές τις περιοχές οι παλαιοί πολιτικοί της «προ γκάλοπ εποχής» παρατηρούσαν πάντα τη διαμόρφωση του κλίματος για να συμπεράνουν «πού πάνε τα πράγματα». Στο στρατόπεδο του «εκστρατευτικού σώματος» με το οποίο ο Πρωθυπουργός εκπορθούσε τη μία μετά την άλλη τις πόλεις της υπαίθρου είναι βέβαιοι πλέον ότι τα δεδομένα σε αυτές τις περιοχές προεξοφλούν την επιτυχία τους.
Στη Χίο και στη Λέσβο, στο Περιστέρι και στο Αιγάλεω, στη Θεσσαλονίκη και στα Ιωάννινα οι συγκεντρώσεις στις οποίες μίλησε δεν ήταν άσχημες για την εποχή. Στην Αρτα, στην Πάτρα και στη Λαμία ήταν πολύ καλές. Στο Ηράκλειο αναβίωσαν οι παλαιές ένδοξες εποχές. Στον Βόλο και στη Λάρισα, όπως και στην Καλαμάτα όλα θύμιζαν κλασική προεκλογική συγκέντρωση: πλήθος και πάθος. Το αξιοπρόσεκτο όμως είναι ότι για αυτές τις συγκεντρώσεις το ΠαΣοΚ διέθεσε από λίγες ώς ελάχιστες δυνάμεις για κινητοποίηση. Μία αναγγελία και αυτό ήταν όλο. Αλλωστε ο κ. Σημίτης έλεγε σε μια συζήτηση στη Χίο ότι τον απωθεί η ιδέα «του εξαναγκασμού των οπαδών να πάνε στη συγκέντρωση».
Από την πλευρά τους οι κάτοικοι των περιοχών όπου περιόδευσε έδειχναν σαν να είχαν «συνωμοτήσει» μαζί του: τον υποδέχθηκαν με θέρμη χωρίς να κρατούν μια πράσινη σημαία. Αλλο που δεν ήθελε ο κ. Σημίτης, που παραπονέθηκε πολλές φορές στους συνεργάτες του ότι… δεν θέλει ορυμαγδό όταν εκφωνεί τον λόγο του. Αυτό σε τίποτε δεν φαίνεται να επηρεάζει την εκλογική του εμβέλεια. Οπως δεν την επηρέασε, π.χ., στις αρχές του θέρους όταν περιόδευσε στην Κρήτη και μίλησε σε μικρές συγκεντρώσεις. Ηταν κάτι σαν «πρόβα τζενεράλε» για το είδος της προεκλογικής τακτικής που θα ακολουθούσε, αλλά αυτό το ήξεραν τότε μόνο λίγοι συνεργάτες του. Οι άλλοι πίστεψαν ότι «δεν τραβάει». Το αποτέλεσμα τους διέψευσε. Στις αρχαιρεσίες για την εκλογή συνέδρων του ΠαΣοΚ ο κ. Σημίτης επεκράτησε κατά κράτος!
Είναι χαρακτηριστικό ότι τις πρώτες εβδομάδες των περιοδειών του ο κ. Σημίτης μιλούσε με μια ηρεμία που μάλλον εκνεύριζε τους αντιπάλους του. Στο Περιστέρι μίλησε σε δύο συγκεντρώσεις και δεν ανέφερε ούτε μία φορά το όνομα του βασικού αντιπάλου του, του κ. Μ. Εβερτ. Ούτε και με τη ΝΔ πολυασχολήθηκε. Σαν να πολιτευόταν μόνος του! Ωσπου να επανέλθουν τα «Κάρμινα Μπουράνα» ως ηχητικό ντεκόρ στις συγκεντρώσεις εναλλάξ με τον «ύμνο» του ΠαΣοΚ «Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο» και τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ένας αδαής δύσκολα θα καταλάβαινε ότι είχε μπροστά του προεκλογική εκδήλωση! Και όμως ήταν εμφανέστατη η αποδοχή αυτού του «στυλ». Ενας από τους υποψήφιους βουλευτές της Β’ Αθηνών σχολίασε: «Αυτό που συμβαίνει με τον Σημίτη είναι ότι δεν τον ερωτεύονται. Τον παντρεύονται κατευθείαν».
Ο κ. Σημίτης μάλλον δεν σκόπευε να αλλάξει αυτό το είδος προεκλογικής εκστρατείας αν οι αντίπαλοί του δεν το εξελάμβαναν ως αδυναμία. Αλλωστε οι αντιδράσεις του στις επιθέσεις που δεχόταν από τον κ. Εβερτ ως εκείνη τη στιγμή θύμιζαν έναν στίχο του Δ. Σαββόπουλου: «Χτύπαγε τον αέρα, δεν ήμουν εκεί. Τον συγχωρώ». Τα πράγματα άλλαξαν όταν οι δημοσκοπήσεις έδειξαν κάποιες διαρροές ψηφοφόρων του 1993 και όταν ο πρόεδρος της ΝΔ άρχισε να χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι με την αίσθηση ότι «του πήρε τον αέρα». Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Πρωθυπουργό. Και άρχισε να ανεβάζει τους τόνους για να δείξει ότι, αν είναι να αρχίσουν τις φωνές, δεν προτίθεται να υστερήσει. Συνεπώς, αν οι άλλοι δεν βολεύονται με ανταλλαγή επιχειρημάτων και προτάσεων, δεν έχει αντίρρηση να ανταλλάξουν και χαρακτηρισμούς. Στο κάτω κάτω ο ίδιος προσωπικώς δεν έχει τίποτε να χάσει. Π.χ., όταν στα Πεζά Ηρακλείου αντέτεινε στο πλήθος το γνωστό «όχι στους ΕΚΟΦίτες», η ΝΔ την επομένη δεν βρήκε αντίστοιχο χαρακτηρισμό για να ανταποδώσει το χτύπημα. Τι να πει; «Οχι σ’ αυτούς που ήταν στον Ομιλο Παπαναστασίου»;
Ετσι, από ένα σημείο και πέρα ο κ. Σημίτης υιοθέτησε και έναν νέο τρόπο προεκλογικών εμφανίσεων χωρίς να εγκαταλείψει τον παλαιό. Εδειξε ότι μπορεί να μιλήσει και σε άλλη γλώσσα χωρίς να αλλοιώσει τα βασικά στοιχεία της παρουσίας του.
Σταδιακά εξοικειώθηκε και με την ατμόσφαιρα των συγκεντρώσεων. Από την Πάτρα και εντεύθεν μιλούσε εν μέσω καπνών και πυροτεχνημάτων. Στο Ηράκλειο επιτέθηκε πολλές φορές στη ΝΔ και μίλησε με σκληρά λόγια για τον αρχηγό της. Στην Αρτα επανέλαβε και ο ίδιος το σύνθημα «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Στη Λιβαδειά αστειεύθηκε με τον «χοντρό». Στη Λάρισα και στη Λαμία συνομιλούσε απευθείας με το πλήθος και έριχνε συνθήματα που προκαλούσαν ενθουσιασμό. Πολύ συχνά άνοιγε διάλογο και όχι σπάνια έδειχνε να ενθουσιάζεται και ο ίδιος με την ανταπόκριση των λόγων του. «Το ΠαΣοΚ είναι εδώ» ήταν η μόνιμη επωδός του. Οι προτροπές και οι κορόνες για «μεγάλη νίκη» άρχισαν να διανθίζουν κάθε ομιλία του. Μέσα σε λίγες ημέρες έγινε άλλος άνθρωπος. Ή μάλλον άλλος ηγέτης. Τελικά το μπαλκόνι έχει τη μαγεία του!
Οταν όμως κατέβαινε από το μπαλκόνι ο Πρωθυπουργός και άρχιζε η απαραίτητη για κάθε νομό σύσκεψη με τους τοπικούς φορείς, το ήρεμο χαμόγελο επανερχόταν. Ακουγε με προσοχή, σημείωνε και υποσχόταν όσο το δυνατόν λιγότερα. Ζητούσε πάντα ένα γραπτό υπόμνημα και ήταν συνεπής στην ώρα του. Η μόνη ομοιότητα με το μπαλκόνι ήταν η κατά τομέα σύγκριση των περιόδων όπου κυβέρνησαν τα τελευταία έξι χρόνια η ΝΔ και το ΠαΣοΚ. Σε αυτό δεν απέφευγε το «καθηγητικό ύφος». Με στοιχεία και αναλύσεις επιχειρούσε να καταδείξει ότι η σύγκριση είναι συντριπτική υπέρ του ΠαΣοΚ. Οι αναφορές του στον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν περιορισμένες και καμιά φορά υπαγορεύονταν από το κοινό. Δεν παρέλειπε όμως να αναφερθεί στη συνολική διαδρομή του ΠαΣοΚ και δεν επέτρεπε στο ακροατήριό του να αποδοκιμάζει τους πολιτικούς αντιπάλους του: «Εχουμε επιχειρήματα, δεν χρειάζονται αυτά». Ο «στρατηγός» και ο σκηνοθέτης
ΤΟ ΝΕΟ μοντέλο προεκλογικής εξόρμησης που σχεδίασε το επιτελείο του κ. Σημίτη εφαρμόστηκε πλήρως. Το περίφημο λεωφορείο «εξπρές» έγινε αποκλειστικό μέσο μετακίνησης του Πρωθυπουργού σε κοντινές και σε μεσαίες αποστάσεις. Διέσχισε τη Χίο, τη Μυτιλήνη, τα δυτικά προάστια και τη συμπρωτεύουσα, την Αρτα, το Ηράκλειο και τα Ιωάννινα, τον Βόλο, τη Λαμία, τη Λάρισα, την Καλαμάτα και τον Πύργο και κινήθηκε σαν να ήταν το… λεωφορείο της γραμμής. Ούτε στημένες υποδοχές ούτε πλαστικές σημαίες ούτε μεσσιανικές εμφανίσεις και ρωμαϊκές φιέστες. Ενα αναλόγιο ή μια απλή εξέδρα με μια μικροφωνική εγκατάσταση, μια σύντομη ομιλία και μετά γραμμή για την τοπική σύσκεψη επί της ουσίας.
Ο κ. Σημίτης χτυπούσε τις πόρτες των πόλεων σαν διακριτικός επισκέπτης, τους έλεγε γιατί πήγε και αναχωρούσε ευγενικά για να μην προκαλέσει ενόχληση. Οσοι πήγαν στη συγκέντρωση πήγαν. Πίσω του οι ντόπιοι αισθάνονταν συμπάθεια και ανακούφιση. Κανένας δεν τους εμπόδισε να κυκλοφορούν μέσα στην ίδια την πόλη τους. Ενας ταξιτζής στη Χίο έλεγε σε μια ομάδα δημοσιογράφων που μετέφερε: «Εδώ κανένας δεν θέλει συγκεντρώσεις και τους άρεσε που δεν έκλεισαν οι δρόμοι».
Ετσι ήταν και πιο εύκολη η δουλειά των ανθρώπων που συνόδευαν τον κ. Σημίτη. Ο σκηνοθέτης κ. Τ. Μπιρσίμ, που ανέλαβε την κάλυψη της προεκλογικής διαδρομής του, έστησε τις κάμερες στη Μυτιλήνη και επέστρεψε στην Αθήνα προτού καν αρχίσει η ομιλία! Ακολουθούσε τον Πρωθυπουργό χωρίς άγχος και κανένας δεν του ζήτησε να κάνει κάτι που θα «πλαστογραφούσε» τον όγκο μιας συγκέντρωσης. Απλώς εργάστηκε «με το μεράκι των παλαιών εποχών». Ο «στρατηγός» κ. Θ. Τσουκάτος, που προπορευόταν του κ. Σημίτη για να τακτοποιήσει τα οργανωτικά, κανόνιζε κυρίως τη διαδρομή, τους ενδιάμεσους σταθμούς και τις συναντήσεις με φορείς, ενώ τελευταία συζητούσε τα της υποδοχής. Τα κλιμάκια των υπουργών που συνόδευαν τον Πρωθυπουργό δεν αισθάνθηκαν καμία πίεση να δώσουν υποσχέσεις για λύσεις που δεν είχαν έτοιμες. Αν δεν ήταν οι ανεβασμένοι τόνοι για τις ανάγκες των τηλεοπτικών δελτίων καθώς πλησιάζαμε προς την κάλπη, οι περιοδείες αυτές θα έμοιαζαν περισσότερο με ενημερωτικές επισκέψεις παρά με προεκλογική επιχείρηση απόσπασης ψήφου.



