Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο καημός που έγινε ψαλμός


Πενήντα πέντε χρόνια παρουσίας συμπληρώνει εφέτος ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στη μουσική και στο τραγούδι και 18 συνάδελφοί του τον τιμούν αύριο στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας σε μια εκδήλωση η οποία τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού. Παράλληλα ο υπουργός Πολιτισμού κ. Ευάγγελος Βενιζέλος θα τιμήσει τον Γρηγόρη Μπιθικώτση για το σύνολο της προσφοράς του. Τη συναυλία θα προλογίσει ο ποιητής Λευτέρης Παπαδόπουλος. Με αδιαμφισβήτητη προσφορά στο λαϊκό τραγούδι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ευτύχησε ανάμεσα στους άλλους δημιουργούς να συνεργαστεί και με τον Μίκη Θεοδωράκη στον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Η παρουσία του Γρηγόρη Μπιθικώτση απετέλεσε τότε την «πέτρα του σκανδάλου». Ηταν αδιανόητη για τους σοβαρούς μουσικούς κύκλους της εποχής η χρησιμοποίηση λαϊκού τραγουδιστή σε ένα έργο που και αυτό με τη σειρά του αμφισβητήθηκε. Εκτός από τον λαϊκό τραγουδιστή το μπουζούκι απετέλεσε επίσης το επίμαχο θέμα σε όλες τις συζητήσεις.


Το 1960 ο Θεοδωράκης επιστρέφει στην Αθήνα και εγκαινιάζει την εικοσαετή του ενασχόληση με το «έντεχνο λαϊκό», όπως το ονομάζει, τραγούδι. Οι απαρχές αυτής της περιόδου βρίσκονται όμως στο Παρίσι το 1958, όταν μελοποιεί τον «Επιτάφιο» του Γ. Ρίτσου. Την περίοδο αυτή ο συνθέτης προβληματίζεται έντονα για τον καλλιτεχνικό δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. «Για δύο λόγους δεν μπήκα στο ρεύμα αυτό της avant garde» λέει ο ίδιος. «Ο ένας ήταν καθαρά, ας πούμε, πολιτικός, ιδεολογικός, υπαρξιακός. Δεν μπορούσα ν’ ανεχθώ ότι θα έγραφα έχοντας συνομιλητή μου αυτούς τους επίλεκτους της κοινωνίας οι οποίοι πολιτικά δεν με εξέφραζαν. Ο δεύτερος ήταν ότι δεν μπορούσα να μπω πλέον σ’ αυτή τη σχολή, δεν με εξέφραζε. Ετσι έμεινα απ’ έξω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή, το 1960, ήταν τα λαϊκά τραγούδια. Ηρθε και η σύμπτωση βέβαια με τους στίχους του Ρίτσου, η μεγάλη επιτυχία που είχε ο «Επιτάφιος». Ηταν και η συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της Ελλάδας όπου το τραγούδι έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την κοινωνική απελευθέρωση και την κατάκτηση της δημοκρατίας».


Ο «Επιτάφιος» αποτελεί μιαν ευτυχή συγκυρία στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού η οποία πραγματώθηκε ως μια σύζευξη τριών στοιχείων άρρηκτα συνδεδεμένων μεταξύ τους: της ποίησης, της μουσικής (μελοποίησης) και της επιλογής της συγκεκριμένης φωνής (και της ενοργάνωσης με χρήση μπουζουκιού). Με αφετηρία την ποίηση το ένα στοιχείο οδήγησε στο άλλο. Η μουσική βγήκε αβίαστα επειδή ο συνθέτης «παρακολούθησε την ίδια διαδικασία με τον Ρίτσο καθώς παίρνει [ο Ρίτσος] τους αρμούς, τα δυνατά στοιχεία, από τα μοιρολόγια και τη δημοτική μας ποίηση και (…) θέλει να είναι (…) η λαϊκή μούσα». Αντιστοίχως «η φωνή του Μπιθικώτση και ο τρόπος που τον δίδαξα εγώ ο ίδιος να τραγουδήσει νομίζω ότι πάει να γίνει η συνισταμένη αυτής της φωνής του έλληνα, ας το πω έτσι, λεβέντη: του ξωμάχου, του φαντάρου, του φοιτητή, του εργάτη. Του καθένα μας… Και η ποίηση του Ρίτσου; Υπάρχει λέξη μήπως μέσα στον Μπιθικώτση που να μη λέγεται καθαρά, σωστά και με το αληθινό συναισθηματικό της νόημα;». Ο Θεοδωράκης αγνοώντας τις αντιδράσεις της δισκογραφικής εταιρείας (Columbia) που δεν ήθελε τον αποτυχημένο τότε και απαίδευτο Μπιθικώτση, ο οποίος ήταν έτοιμος να φύγει για την Αβησσυνία για να δουλέψει ως υδραυλικός, συνέχισε τις πρόβες μαζί του. Η Μούσχουρη ήταν φυσικά ένα ηχηρό όνομα στον χώρο του τραγουδιού το οποίο θα προσέδιδε κύρος στην παρουσίαση και ηχογράφηση του έργου αλλά δεν θα πετύχαινε την επιθυμητή – αδρή και όχι «αβρή» – ερμηνεία, ίσως και λόγω της χατζιδακικής επιρροής και καθοδήγησής της.


Η απόφαση του Θεοδωράκη να μελοποιήσει και να ενορχηστρώσει τον «Επιτάφιο» χρησιμοποιώντας ως «πρώτη ύλη» ένα λαϊκό μουσικό όργανο (το μπουζούκι) και μια λαϊκή φωνή μπορεί να θεωρηθεί ριζοσπαστική για τα ελληνικά μουσικά χρονικά και καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη, την αποδοχή, την οριοθέτηση και τον κοινωνικό επαναπροσδιορισμό του ελληνικού τραγουδιού: «Πολύ αργότερα, όταν συνειδητοποίησα την εργασία που έκανα στον «Επιτάφιο» του Ρίτσου, κατάλαβα ότι το λαϊκό τραγούδι δεν το είδα καθόλου απ’ έξω αλλά ότι ήμουν ο ίδιος βουτηγμένος μέσα του ως το κούτελο, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, φιλοδοξούσα να γίνω ένας από τους λαϊκούς μας συνθέτες, καθαρά και ουσιαστικά (…). Λέγοντας λαϊκή μουσική και λαϊκές συνθέσεις διαπιστώνω ότι γοητεύομαι τόσο από την πόλη, τους ανθρώπους της και τα προβλήματά τους όσο και από το φωτεινό Αιγαίο, την Κρήτη, ακόμη και τα Επτάνησα».


Ο «Επιτάφιος» κυκλοφόρησε τελικά σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις και ενορχηστρώσεις τον Σεπτέμβριο του 1960. Η δεύτερη ήταν αυτή του Μ. Χατζιδάκι και της Ν. Μούσχουρη, για την οποία θα πει πολύ αργότερα ο Θεοδωράκης: «Ηταν ωραίο ελληνικό τραγούδι αλλά προς το ελαφρό. Εγώ όμως ήθελα να πάρω τη ρίζα και η ρίζα για μένα ήταν λαϊκό τραγούδι μαζί με τους εκφραστές του, το μπουζούκι και τον λαϊκό τραγουδιστή. Αυτό ήταν μια πρόκληση όχι μόνο προς την Αριστερά αλλά και προς την ιντελιγκέντσια και τη μικροαστική τάξη.


Στη συναυλία του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας συμμετέχουν οι Χ. Αλεξίου, Δ. Γαλάνη, Α. Καλογιάννης, Γ. Κότσιρας, Κ. Μακεδόνας, Λ. Μαχαιρίτσας, Δ. Μητροπάνος, Μ. Μητσιάς, Δ. Μπάσης, Γ. Μπιθικώτσης (ο υιός), Γ. Νταλάρας, Π. Πάνου, Β. Παπακωνσταντίνου, Γ. Πάριος, Α. Ρέμος, Μ. Σουλτάτου, Π. Τερζής, Ε. Τσαλιγοπούλου. Ωρα έναρξης: 20.30. Τιμές εισιτηρίων: 10 και 15 ευρώ.


Ο κ. Ηλίας Γιαννόπουλος είναι μουσικολόγος ερευνητής στο μουσικό Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη, το οποίο ανήκει στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών).