Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς συναντήθηκε ο Σαρλ Μποντλέρ με τον εκδότη του, Ογκύστ Πουλέ Μαλασί. Υποθέτουμε πως οι δύο άνδρες θα πρέπει να συναντήθηκαν μετά το 1850, χρονιά κατά την οποία ο Μαλασί ανελάμβανε επισήμως τις ομώνυμες εκδόσεις και το τυπογραφείο της οικογένειας μαζί με τον γαμπρό του, Ντε Μπρουάζ, συνεχίζοντας μια παράδοση τριών αιώνων, ως το 1862 που κήρυξε πτώχευση.


Περίπου από τα μέσα του 16ου αιώνα οι Μαλασί τύπωναν βιβλία στην Αλανσόν, τη Βρέστη και τη Ρουέν. Το 1859 ο Ογκύστ Πουλέ Μαλασί αναζητούσε μέσω του Τύπου ένα αντίτυπο της Βίβλου που είχε τυπωθεί από τον πρόγονό του Ρομπέρ Μαλασί στην Αλανσόν το 1539. Η φήμη του οίκου ανάμεσα στους βιβλιόφιλους ήταν από τότε μεγάλη. Οι εκδόσεις Μαλασί, ωστόσο, θα περνούσαν στην εκδοτική ιστορία της χώρας κυρίως γιατί σε αυτές βρήκαν στέγη οι σημαντικότεροι παρνασσιακοί ποιητές και ακόμη περισσότερο επειδή στον κατάλογό τους περιλαμβάνονται τα Ανθη του κακού, το πιο ένδοξο βιβλίο της γαλλικής ποίησης ή, όπως λέει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, «το τελευταίο ποιητικό έργο που είχε απήχηση σε όλη την Ευρώπη».


Οι δύο άνδρες είχαν πολλά κοινά: υπήρξαν αμφότεροι μποέμ, μέλη της μικρής κοινωνίας που τη φλόγιζε το επαναστατικό και συνωμοτικό πάθος. Ηταν σπάταλοι, με πρώτο και καλύτερο τον Μποντλέρ, κυρίως όμως είχαν μεγάλη αδυναμία στα σπάνια και ωραία αντικείμενα. Ο Μποντλέρ ζούσε στο Παρίσι ξοδεύοντας πολύ περισσότερα από όσα του επέτρεπε το αξιοσέβαστο επίδομα που έπαιρνε από την οικογένειά του, δανειζόμενος, ασυλλόγιστα, ποσά που μεγάλωναν συνεχώς τα χρέη του, και το σπίτι του ήταν γεμάτο αντίκες και ακριβούς πίνακες. Διέθετε μιαν από τις καλύτερες γκαρνταρόμπες της εποχής και επιπλέον κινέζο υπηρέτη. Οταν εμφανίσθηκε στα φιλολογικά σαλόνια της εποχής χρωστούσε ήδη 15.000 φράγκα και λίγα χρόνια μετά την έκδοση των Ανθέων του κακού το χρέος του θα έφθανε τα 40.000 φράγκα.


Στην Ιστορία των γραμμάτων η σχέση Μποντλέρ – Μαλασί είναι από τις αντιπροσωπευτικότερες όχι μόνο γιατί δένεται από τη βαθιά φιλία τους, αλλά και γιατί οι δύο άνδρες οδηγήθηκαν ταυτοχρόνως στην πτώση, υπέστησαν από κοινού τις διώξεις των Αρχών, και τα όσα συνέβησαν στον Μποντλέρ καθόρισαν ως ένα βαθμό και τη μοίρα του Μαλασί. Μολονότι η πτώχευση του τελευταίου δεν θα έλεγε κανείς πως οφείλεται αποκλειστικά στον Μποντλέρ, εν τούτοις οι διώξεις των Ανθέων του κακού, όπως και τα δανεικά και αγύριστα που έπαιρνε ο Μποντλέρ από τον Μαλασί, επιτάχυναν την πτώση του.


Ο Μποντλέρ πήρε δανεικά από τον Μαλασί πρώτη φορά το 1853. Το 1857 ο ποιητής χρωστούσε στον εκδότη του 850 φράγκα. Πέντε χρόνια αργότερα το σύνολο των οφειλών του στον Μαλασί είχε φθάσει στα 5.000 φράγκα.


Τα Ανθη του κακού γράφτηκαν στα 1855-1856. Ορισμένα δημοσιεύθηκαν στην «Εφημερίδα της Αλανσόν», που εξέδιδε ο Μαλασί, και άλλα στην «Επιθεώρηση των δύο κόσμων». Στην «Εφημερίδα της Αλανσόν» δημοσιεύθηκαν επίσης αρκετές μεταφράσεις έργων του Ε. Α. Πόου από τον Μποντλέρ και ανάμεσά τους εκείνη του Κορακιού. Τα Ανθη του κακού κυκλοφόρησαν στις 25 Ιουνίου του 1857 σε 1.300 αντίτυπα, όμως ήδη υπήρχαν κάποιες ενδείξεις για τα όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Μετά τη δημοσίευση των ποιημάτων στην «Επιθεώρηση των δύο κόσμων» ακολουθεί άρθρο στην εφημερίδα «Φιγκαρό», που κατηγορεί την ποίηση του Μποντλέρ ως ανήθικη. Σε μια περίοδο κατά την οποίαν η Β’ Αυτοκρατορία μετά την καταστολή της Κομμούνας του Παρισιού είχε αποφασίσει με κάθε τρόπο να καταπνίξει κάθε τάση που θα έθετε σε αμφισβήτηση τα αστικά ήθη της εποχής, το βιβλίο του Μποντλέρ της πρόσφερε μια καλή αφορμή να επιδείξει την ισχύ της και την απόφασή της να «βάλει μυαλό» στην ενοχλητική παρισινή διανόηση. Πρόσφατη άλλωστε ήταν και η δίωξη της Μαντάμ Μποβαρύ του Φλομπέρ.


Δέκα μέρες μετά την κυκλοφορία των Ανθέων του κακού ο «Φιγκαρό» επανέρχεται με άρθρο του Γκυστάβ Μπουρτνέν, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας των Αρχών, κατηγορώντας το βιβλίο ως ανήθικο. Δύο μέρες αργότερα, στις 7 Ιουλίου, η Δημόσια Ασφάλεια στέλνει ένα αντίτυπο στην Εισαγγελία. Τα νέα κυκλοφορούν και ο Μποντλέρ θορυβημένος ειδοποιεί τον Μαλασί να κρύψει όσα αντίτυπα του έχουν μείνει στην αποθήκη, ενώ ταυτοχρόνως γράφει επιστολές σε πρόσωπα με πολιτική επιρροή ζητώντας τους να μεσολαβήσουν και να μην ασκηθεί δίωξη. Τα πράγματα όμως έχουν πάρει τον δρόμο τους. Στις 21 Αυγούστου το δικαστήριο καταδικάζει τον Μποντλέρ σε πρόστιμο 300 φράγκων και τον Μαλασί σε πρόστιμο 100 φράγκων, για προσβολή της ηθικής και των δημόσιων ηθών. Διατάσσει ταυτοχρόνως την αφαίρεση έξι ποιημάτων από το βιβλίο. Ο ποιητής απευθύνει επιστολή στην αυτοκράτειρα Ευγενία και καταφέρνει να μειώσει το πρόστιμο στα 50 φράγκα.


Η στάση του λογοτεχνικού κόσμου δίνει ως ένα σημείο και το μέτρο του φόβου που είχε καταλάβει τους συγγραφείς μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης του 1848. Λίγοι πήραν ανοιχτά τη θέση του Μποντλέρ και αρκετοί ήταν εκείνοι που απέφυγαν να εκφράσουν τη γνώμη τους. Τα γεγονότα της Κομμούνας, όπου το καθεστώς έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 15.000 άτομα, ήταν ακόμη νωπά. Στην Κομμούνα συμμετείχαν τόσο ο Μποντλέρ όσο και ο Μαλασί, και οι δύο μέλη της Κεντρικής Δημοκρατικής Ενωσης του Μπλανκί. Ο Μαλασί μάλιστα συνελήφθη να οπλοφορεί και παρά τρίχα γλίτωσε την εκτέλεση, ενώ ιστορικό παραμένει το περιστατικό κατά το οποίο εθεάθη ο Μποντλέρ σε μια γωνία να παίζει ένα όπλο στα χέρια του και να φωνάζει: «Κάτω ο συνταγματάρχης Οπίκ» (ο πατριός του).


Σε αυτήν όμως τη δύσκολη ώρα της δίκης ο Μποντλέρ έλαβε ένα γράμμα από μια δόξα της λογοτεχνικής Γαλλίας, τον Βικτόρ Ουγκό, που συνόψιζε επιγραμματικά το μέγεθος της αξίας των Ανθέων του κακού και του ριζοσπαστικού τους χαρακτήρα: «Προικίζετε τον ουρανό της τέχνης με μια μακάβρια λάμψη… Δημιουργείτε ένα καινούριο ρίγος». Ο Ουγκό τον εγκαρδίωσε, «περνώντας» το θέμα της δίωξης επί τροχάδην. Να μην ανησυχεί τόσο πολύ, διότι «αυτά είναι μεγαλεία».


Στο μεταξύ, η εκδοτική δραστηριότητα του Μαλασί συνεχίζεται αμείωτη. Ωστόσο ο εκδότης του Γκοτιέ, του Μπανβίλ, του Ντοντέ, του Λεκόντ ντε Λιλ και του Σεν Μπεβ δεν περιορίζεται μόνο στη λογοτεχνία, αλλά εκδίδει και βιβλία εχθρικά προς το καθεστώς, με αποτέλεσμα οι διώξεις όπως και οι καταδίκες να διαδέχονται η μια την άλλη. Οι σπατάλες και τα πρόστιμα σύντομα θα τον γονατίσουν οικονομικά και το 1861 θα αναγκασθεί να παραχωρήσει τον τίτλο του εκδότη – τυπογράφου στον γαμπρό του, Ντε Μπρουάζ, κρατώντας για τον εαυτό του μόνο τον τίτλο του βιβλιοπώλη του Παρισιού. Η οικονομική καταστροφή ήταν μαθηματικά βέβαιη ­ και ωστόσο ο Μαλασί το 1860 υπογράφει με τον Μποντλέρ συμβόλαιο για την έκδοση τεσσάρων βιβλίων: Των Τεχνητών Παραδείσων, των Αιωνίων Παραδόξων, ενός τόμου κριτικών κειμένων, και μιας δεύτερης έκδοσης των Ανθέων του κακού εμπλουτισμένης με τριάντα δύο νέα ποιήματα. Σε αυτήν την τελευταία είχαν και οι δύο εναποθέσει τις ελπίδες τους και αναρωτιέται κανείς γιατί: το κάθε βιβλίο θα κυκλοφορούσε σε 1.500 αντίτυπα και η συνολική αμοιβή των Μποντλέρ θα ήταν 1.200 φράγκα, σταγόνα στον ωκεανό των χρεών του.


Η δεύτερη έκδοση των Ανθέων του κακού δεν είχε την εμπορική επιτυχία της πρώτης και η κριτική της υποδοχή υπήρξε χλιαρή. Τον Μάρτιο του 1862 ο Μαλασί πτωχεύει και τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς ρίχνεται στη φυλακή, για χρέη. Στέλνει από εκεί αγωνιώδη γράμματα στον Μποντλέρ, ρωτώντας να μάθει πώς είναι η ζωή «έξω». Ο τελευταίος του απαντά πως δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε και ότι όπως όλοι οι φυλακισμένοι ο Μαλασί πιστεύει πως κάτι συμβαίνει εκτός των τειχών της φυλακής.


Το 1864 ο Μαλασί φεύγει για το Βέλγιο, με ψεύτικο όνομα, παριστάνοντας τον μαθηματικό και εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες, στη συνοικία των αυτοεξόριστων γάλλων αντικαθεστωτικών. Λίγο αργότερα τον ακολουθεί ο Μποντλέρ, προκειμένου να αποφύγει και αυτός τους δανειστές του και να ξεφύγει από τη βαθιά κατάθλιψη στην οποίαν είχε περιπέσει. Η υγεία του είναι κλονισμένη λόγω της προχωρημένης σύφιλης, αλλά ο ποιητής ελπίζει σε μια νέα αρχή. Εχει πουλήσει, στο μεταξύ, όλα τα δικαιώματά του των μεταφράσεων του Πόου στο εξευτελιστικό ποσό των 2.000 φράγκων. Στις Βρυξέλλες τού έχουν κλείσει τέσσερις διαλέξεις: μία για τον Ντελακρουά, μία για τον Γκοτιέ, και δύο για τον Πόου. Ομως το όνομα «Μποντλέρ» δεν έλεγε σχεδόν τίποτε τότε στους Βέλγους. Ο δημοφιλέστερος συγγραφέας της εποχής ήταν ο Αλέξανδρος Δουμάς πατέρας, η διάλεξη του οποίου λίγον καιρό νωρίτερα στις Βρυξέλλες υπήρξε τεράστια κοινωνική και εμπορική επιτυχία.


Ο Μποντλέρ όμως έτρεφε αυταπάτες. Ετσι, στην πρώτη του διάλεξη μίλησε σε πολύ μικρό κοινό, ενώ στη δεύτερη μπροστά σε άδεια καθίσματα. Οι διοργανωτές ακύρωσαν τις υπόλοιπες διαλέξεις (για τον Πόου) και σαν να μην έφθανε αυτό, έδωσαν στον Μποντλέρ το ένα δεύτερο της συμφωνηθείσης αμοιβής. Στα φιλολογικά σαλόνια της πόλης ο ποιητής κορόιδευε τους Βέλγους και γελούσε περιπαιχτικά, με αποτέλεσμα τα δύο χρόνια που έμεινε στις Βρυξέλλες να αποκτήσει μόνον εχθρούς. Για να τους εκδικηθεί, σχεδίασε να γράψει βιβλίο με τίτλο Δύστυχο Βέλγιο, ένα άκρως ειρωνικό ανάγνωσμα, το οποίο δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Ο ωφελιμισμός, ο επαρχιωτισμός, η αφέλεια και το κακό γούστο εξόργιζαν και κατέθλιβαν αυτόν τον δανδή, που έλεγε καυστικά: «Η πίστη στην πρόοδο είναι ένα δόγμα των αργόσχολων και των Βέλγων».


Στο μεταξύ ο Μαλασί περνούσε μια δεύτερη εκδοτική άνοιξη στις Βρυξέλλες, μολονότι τίποτε δεν ήταν πλέον όπως παλιά και τα βιβλία που εξέδιδε δεν είχαν καμία σχέση με τις προηγούμενες εκδόσεις του. Ηταν κατά κύριο λόγο σκανδαλώδη ερωτογραφήματα ή κείμενα πολιτικής προπαγάνδας. Ενα από αυτά λ.χ. φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο Ο Μακιαβέλι και ο Μοντεσκιέ στην κόλαση. Εκείνο που παρέμεινε στο ίδιο υψηλό επίπεδο ήταν η αισθητική της τυπογραφίας, που έκανε τις εκδόσεις Μαλασί να ξεχωρίζουν: τα ίδια καθαρά μελάνια, τα άψογα πρωτογράμματα, η δίχρωμη εκτύπωση (με μαύρο και κόκκινο μελάνι), τα ακριβά χαρτιά, τα θαυμάσια χαρακτικά.


Ο Μποντλέρ επιστρέφει το 1866 στο Παρίσ, με το αίσθημα ότι άφησε πίσω του τοπίο καταστροφής. Αυτός που έζησε το ταξίδι με τέτοιο πάθος και του προσέδωσε ασύλληπτη φαντασιακή λάμψη, έζησε το μόνο ταξίδι της ζωής του σαν κατάρα και ανείπωτη συμφορά. Είναι όμως πλέον σκιά του παλιού εαυτού του. Πάντοτε αντιμετώπιζε το Παρίσι σαν κάτεργο και τον εαυτό του σαν ηθοποιό – κατάδικο και φυλακισμένο αναχωρητή, αλλά τώρα βλέπει να πλησιάζει το τέλος. Κυκλοφορεί με μπαστούνι και οι φίλοι του τον συνοδεύουν στις εξόδους του κρατώντας τον από το χέρι. Μιλά ελάχιστα, και πιο συχνά, σε όσους του απευθύνουν τον λόγο απαντά με ένα παράξενο βροντερό γέλιο. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς η προχωρημένη σύφιλη του προκαλεί εγκεφαλικές διαταραχές που θα τον τυραννήσουν όλον τον χρόνο. Πεθαίνει στις αρχές του 1867 σε ηλικία 46 ετών και θάβεται στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς. Ο Τύπος πέρασε το γεγονός σχεδόν στα ψιλά, ενώ από την κηδεία του απουσίασαν ο Γκοτιέ και ο Σεν Μπεβ (για τις Αρχές δεν γίνεται, βέβαια, λόγος και την αίτηση που υπέβαλε ­ και σχεδόν αμέσως την απέσυρε ­ ο Μποντλέρ παλαιότερα να γίνει μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας θα πρέπει να τη θεωρήσουμε φιλολογική φάρσα).


Το 1870 ο Μαλασί πουλά τα δικαιώματα των έργων του Μποντλέρ στον εκδοτικό οίκο του Μισέλ Λεβύ, τακτοποιεί τα χρέη του και επιστρέφει στο Παρίσι. Από τότε και ως το 1878 που πέθανε εργαζόταν ως επιμελητής άλλων εκδοτικών οίκων. Μετά τον θάνατό του εκποιήθηκε η πολύτιμη βιβλιοθήκη του και αυτό διήρκησε τέσσερις μέρες.


Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν την πορεία που όλοι γνωρίζουμε. Το μποντλερικό ρίγος διαπερνά την παγκόσμια λογοτεχνία και σήμερα. Μπορεί κανείς να το αρνηθεί, αλλά είναι αδύνατον να το αγνοήσει.


Το 1921 το αντίτυπο της πρώτης έκδοσης των Ανθέων του κακού, που ανήκε στον Μαλασί και έφερε τις διορθώσεις του Μποντλέρ, πουλήθηκε σε πλειστηριασμό στο Παρίσι, έναντι του ποσού των 35.950 φράγκων. Στον Μποντλέρ άρεσε να επαναλαμβάνει μια φράση από τον Σέλεϊ: «Γνωρίζω πολύ καλά πως δεν ανήκω σε αυτούς που αγαπούν οι άνθρωποι, αλλά είμαι από εκείνους που θα τους θυμούνται για πάντα».


Ο κ. Αναστάσης Βιστωνίτης είναι συγγραφέας.


* Την ερχόμενη Κυριακή: Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ και Τσαρλς Σκρίμπνερ.