Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, σε μια περίοδο όπου το Χόλιγουντ λειτουργούσε ακόμη με τους δικούς του, αυτάρκεις ρυθμούς, δύο πορείες διαφορετικών ταχυτήτων διασταυρώθηκαν σε ένα κινηματογραφικό πλατό. Από τη μία πλευρά, ο Liam Neeson, ήδη παρών στη βιομηχανία για περίπου μία δεκαετία, με εμπειρία, κύρος και μια σταδιακά εδραιωμένη καριέρα. Από την άλλη, η πρωτοεμφανιζόμενη Julia Roberts, μόλις 19 ετών, στην αρχή μιας διαδρομής που τότε δεν προμήνυε ακόμη το εύρος της μετέπειτα επιρροής της. Η συνάντηση έγινε το 1987, στα γυρίσματα της ταινίας Satisfaction - το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Roberts (θεωρητικά το ντεμπούτο της ήταν λίγους μήνες νωρίτερα, με την ταινία Blood Red, όπου είχε μόλις δύο ατάκες και η ταινία έκανε τελικά πρεμιέρα έναν χρόνο μετά το Satisfaction).
Η χρονική συγκυρία είχε τη δική της σημασία. Η Roberts ακόμη συστηνόταν στο χώρο, με το μεγάλο της άλμα να ακολουθεί τρία χρόνια αργότερα, το 1990, με το Pretty Woman. Ο Neeson, αντίθετα, είχε ήδη διανύσει μια σημαντική απόσταση και θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο τη θέση του λίγα χρόνια μετά, το 1993, με το Schindler’s List του Steven Spielberg. Ανάμεσά τους υπήρχε μια διαφορά ηλικίας περίπου δεκαέξι ετών -εκείνος σχεδόν 36 κι εκείνη 19- στοιχείο που ήδη από τότε προκαλούσε ερωτήματα και έντονα σχόλια από τους γύρω τους.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επαγγελματική συνεργασία φαίνεται πως εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο. Παρότι η ίδια η ταινία δεν γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία, η συνύπαρξη στο σετ λειτούργησε ως σημείο εκκίνησης μιας σχέσης εκτός κάμερας. Οι πληροφορίες που υπάρχουν παραμένουν περιορισμένες, αποσπασματικές κι υπαινικτικές, πράγμα σύνηθες για ειδύλλια που είχαν την τύχη να συμβούν σε μια προ-ιντερνετική και προ-παπαρατσική εποχή, όπου η προσωπική ζωή των ηθοποιών δεν καταγραφόταν με τη σημερινή αδιάκοπη ένταση.
