Υπάρχει κάτι βαθιά γοητευτικό στο χιόνι. Η καθαρότητα της λευκής του επιφάνειας, η σιωπή που απλώνει γύρω της, η στιγμιαία μεταμόρφωση του τοπίου σε έναν κόσμο σχεδόν εξωπραγματικό. Σε χώρες σαν τη δική μας αυτή η γοητεία γίνεται πιο έντονη: η σπανιότητά του, που οφείλεται όχι μόνο στο ελληνικό κλίμα αλλά και στις πληγές της κλιματικής αλλαγής, το καθιστά θησαυρό κάθε χειμώνα. Το χιόνι πέφτει πλέον πιο σπάνια και σε μεγάλα μόνο υψόμετρα, λιώνει νωρίτερα την άνοιξη και εμφανίζεται αργότερα το φθινόπωρο.
Οταν, δε, έρχεται, είναι πιο βαρύ, πιο υγρό και η μειωμένη λευκότητά του αφήνει τη γη να απορροφά τη ζέστη της ημέρας, επιταχύνοντας τη θέρμανση. Τα οικοσυστήματα, οι παγετώνες, οι υδροφόροι πόροι αλλά και οι άνθρωποι νιώθουν τις συνέπειες: το χιόνι γίνεται σπανιότερο, πιο εύθραυστο, πιο πολύτιμο. Και ίσως γι’ αυτό κάθε νιφάδα που πέφτει σήμερα μοιάζει με ανάμνηση, ένα σύμβολο νοσταλγίας, μια σιωπηλή μελαγχολία που καλύπτει το τοπίο σαν λευκό πέπλο. Οι πίνακες μοιάζουν πλέον να καταγράφουν μια διπλή «εξαφάνιση»: το χιόνι που πάντα έλιωνε και το χιόνι που ίσως παύσει να έρχεται όπως το ξέραμε.
Ο «βασιλιάς» Πίτερ Ντόιγκ
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πίνακες του Πίτερ Ντόιγκ μοιάζουν να είναι φορείς αυτής της εξαφάνισης. Ο σκωτσέζος ζωγράφος, που έχει ζήσει μέρος της ζωής του στον Καναδά, έχει δημιουργήσει μια εντυπωσιακή σειρά έργων με χιονισμένα τοπία που διατρέχονται από μια υπνωτιστική γοητεία: το χιόνι σε αυτά δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά ένα πέπλο μνήμης, ένα μέσο για να εισχωρήσουμε στην ίδια την ψυχή του τοπίου.

Ο πίνακας του Πίτερ Ντόιγκ «Ski Jacket» σε φωτογράφιση στον οίκο Christie’s, εν όψει δημοπρασίας τον Οκτώβριο του 2025, όπου πουλήθηκε τελικά για 14,2 εκατ. στερλίνες. Photo Anadolu via AFP-VisualHellas
Ο Ντόιγκ ζωγραφίζει από φωτογραφίες και από προσωπικές αναμνήσεις, δημιουργώντας ένα φίλτρο ανάμεσα στο πραγματικό και τη μνήμη, ώστε οι θεατές να αισθάνονται το χιόνι όχι μόνο ως φυσικό φαινόμενο αλλά και ως εμπειρία του παρελθόντος.
Τα χιονισμένα τοπία του είναι πρωτίστως συναισθηματικά τοπία και αποπνέουν μια αίσθηση μοναξιάς. Κάθε κύμα χιονιού, κάθε στρώση λευκού πάνω στον καμβά, μοιάζει να είναι ταυτόχρονα παρουσία και απουσία, φωτεινότητα και υπόκωφο σκοτάδι, απόλυτη ορατότητα και φευγαλέα αίσθηση. Η ομορφιά του χιονιού προσφέρεται για να αναπαραστήσει αυτή τη διττή υπόσταση: είναι άμεσο και χειροπιαστό, αλλά και εξαιρετικά εύθραυστο και προσωρινό.
O Ντόιγκ δεν είναι βέβαια ο πρώτος καλλιτέχνης που γοητεύθηκε από το χιόνι. Ο πίνακας «The Trapper» (1921) του αμερικανού ζωγράφου και εικονογράφου Ρόκγουελ Κεντ μοιάζει σαν μακρινός συγγενής των έργων του Ντόιγκ. Απεικονίζει μια μοναχική ανθρώπινη μορφή μέσα σε ένα αχανές, παγωμένο τοπίο όπου το χιόνι κυριαρχεί απόλυτα. Ο άνθρωπος φαίνεται μικρός και ευάλωτος απέναντι στην απεραντοσύνη της φύσης, γεγονός που τονίζει την απομόνωση της ζωής σε ακραίες συνθήκες.
Ο Κεντ χρησιμοποιεί απλές, καθαρές φόρμες και έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, ώστε το χιόνι να μοιάζει βαρύ, ψυχρό και σιωπηλό. Το τοπίο δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος δράσης, αλλά και ως συναισθηματική διάσταση που μεταφέρει την ιδέα του θαυμασμού αλλά και της μοναξιάς του ανθρώπου απέναντι στη δύναμη της φύσης.
Ο Κεντ ταξίδευε σε μέρη όπως η Αλάσκα, η Γροιλανδία και η Νέα Αγγλία για να ζωγραφίσει χιονισμένα τοπία, αντιμετωπίζοντας δηλαδή και ο ίδιος το ακραίο ψύχος, για να το περιγράψει τελικά ως μια δοκιμασία αντοχής αλλά και σαν απόλαυση, σαν μια διέγερση που αναζωογονεί την ψυχή.
Ιστορίες χιονιού
Πηγαίνοντας πιο πίσω στην Ιστορία της τέχνης, το χιόνι εμφανίζεται στα έργα του Πίτερ Μπρίγκελ του Πρεσβύτερου, όπως στο αριστουργηματικό «The Hunters in the Snow» (1565), όπου η πολυποίκιλη ανθρώπινη δραστηριότητα μικραίνει μπροστά στη μεγαλοπρέπεια του χειμωνιάτικου τοπίου.
Το χιόνι δεν είναι απλώς φόντο, αλλά ο βασικός πρωταγωνιστής: καλύπτει τα πάντα και καθορίζει τη διάθεση των ανθρώπων. Οι κυνηγοί και τα σκυλιά τους προχωρούν σκυφτοί μέσα στο παγωμένο λευκό, κουρασμένοι και σιωπηλοί, σαν να υποτάσσονται στη δύναμη του χειμώνα, ενώ στο βάθος το χιονισμένο χωριό συνεχίζει να ζει με πατινάζ και καθημερινές δραστηριότητες πάνω στον πάγο. Το χιόνι ενώνει όλα τα στοιχεία του πίνακα, δημιουργώντας μια αίσθηση σκληρότητας αλλά και ηρεμίας, και δείχνει πώς η φύση κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο, καθορίζοντας τον ρυθμό και τη μοίρα της ζωής του.
Οπως αναφέρει σε άρθρο της στην εφημερίδα «The New York Times» η Εϊμι Γουόλντμαν, από τον 15ο αιώνα και μετά οι καλλιτέχνες άρχισαν να απεικονίζουν το χιόνι και τον χειμώνα στην τέχνη, ιδιαίτερα στα εικονογραφημένα Βιβλία των Ωρών (είδος μεσαιωνικού χειρογράφου που χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί για προσωπική προσευχή και λατρεία πριν από την ευρεία διάδοση της τυπογραφίας).
Το πιο διάσημο έργο αυτού του είδους είναι ο «Φεβρουάριος» (περίπου 1412-1416), που αποδίδεται στους ολλανδούς αδελφούς Λίμπουρχ, και συγκεκριμένα στον Πολ Λίμπουρχ, τον αδελφό που φημιζόταν για τις πιο αγροτικές σκηνές ζωής. Αυτό το έργο αποτελεί μέρος του περίφημου χειρογράφου «Les Très Riches Heures du Duc de Berry», που φιλοτεχνήθηκε για τον δούκα του Μπερί στη Γαλλία και θεωρείται αριστούργημα της μεσαιωνικής εικονογράφησης. Στην εικόνα ζωντανεύει ο χειμώνας με κάθε λεπτομέρεια: το χιόνι ακουμπά απαλά στα κτίρια, ενώ οι άνθρωποι και τα ζώα συνεχίζουν τις δουλειές τους παρά το ψύχος. Μέσα από την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία των Λίμπουρχ, η φύση και η καθημερινότητα αποτυπώνονται με μια αίσθηση ζωντάνιας που εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα.

Ο πίνακας του Κλοντ Μονέ «The Magpie».
Το χιόνι ως παιχνίδι χρωμάτων
Με τον 19ο αιώνα οι ιμπρεσιονιστές άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουμε το χιόνι. Οι καλλιτέχνες άρχισαν να μελετούν το χειμερινό τοπίο με νέο τρόπο, δίνοντας έμφαση στο φως, τις σκιές και την ατμόσφαιρα.
Ο Κλοντ Μονέ ζωγράφισε περισσότερα από 100 έργα με χιόνι. Στο «The Magpie» (1868-1869) παρουσιάζει ένα ήσυχο, παγωμένο τοπίο, όπου το χιόνι καλύπτει τα πάντα και δεν είναι απλώς λευκό, αλλά έχει αποχρώσεις του μπλε, του γκρι και του μπεζ, καθώς ο γάλλος ζωγράφος αποτυπώνει τις διακυμάνσεις του φωτός και τις σκιές των δέντρων που πέφτουν πάνω του. Μικρή λεπτομέρεια, η καρακάξα ή κίσσα πάνω στον φράχτη, η οποία προσδίδει κλίμακα και ζωντάνια σε ένα τοπίο βυθισμένο στη σιωπή και την ηρεμία.
Λίγο αργότερα, ο Βίνσεντ βαν Γκογκ στο «Landscape with Snow» (1888) αποδίδει τα χιονισμένα χωράφια και μονοπάτια με έντονες πινελιές και αποχρώσεις του μπλε, του γκρι και του κίτρινου-μπεζ, δίνοντας στο χειμερινό φως μια προσωπική, ζωντανή εκφραστικότητα.

«Landscape with Snow» του Βίνσεντ βαν Γκογκ.
Ο Εντβαρντ Μουνκ, από την άλλη, προσεγγίζει τον χειμώνα με πιο «ψυχολογικό» και υποκειμενικό τρόπο. Στον πίνακα «New Snow in the Avenue» (1906), τα χιονισμένα δέντρα και η λεωφόρος δημιουργούν μια αίσθηση απομόνωσης και σιωπής, ενώ οι έντονες γραμμές και οι χρωματικές αντιθέσεις αποκαλύπτουν την ψυχική διάθεση που συνοδεύει το τοπίο, προσεγγίζοντας τη φύση μέσα από μια συναισθηματική αντίληψη.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Βασίλι Καντίνσκι εξερευνά το χειμωνιάτικο τοπίο μέσα από μια διαφορετική οπτική. Στο έργο του «Winter Landscape» (1909), το χιόνι καλύπτει δέντρα και έδαφος, αλλά αντί για πιστή αναπαράσταση, ο ρώσος ζωγράφος επιλέγει γεωμετρικές γραμμές και καθαρές φόρμες, δίνοντας κίνηση και ρυθμό στο σκηνικό. Το χιόνι αποτυπώνεται με γαλάζιες και γκρι αποχρώσεις, τονίζοντας το φως, τη σκιά και την ατμόσφαιρα, ενώ η σύνθεση προαναγγέλλει το ιδίωμα της αφηρημένης τέχνης που θα αναπτύξει αργότερα.
Η προσέγγιση του χειμώνα αποκτά νέα διάσταση με τον αμερικανό γλύπτη Αλεξάντερ Κάλντερ και την κινητική δημιουργία του «Snow Flurry» (1948). Το έργο απαρτίζεται από λευκούς μεταλλικούς δίσκους διαφορετικών μεγεθών που αιωρούνται και περιστρέφονται στον χώρο σαν νιφάδες χιονιού.
Αν και δεν είναι «πίνακας με χιόνι» με την παραδοσιακή έννοια, το έργο παραπέμπει σε χιονοθύελλα – από εκεί και ο τίτλος –, καθώς οι δίσκοι φαίνονται να αιωρούνται σαν νιφάδες σε κίνηση. Με αυτό το κινητικό γλυπτό, ο Κάλντερ μεταφέρει την αίσθηση του χιονιού σε ένα αφηρημένο, τρισδιάστατο πλαίσιο, όπου ο θεατής βιώνει την ελαφρότητα και την ατμόσφαιρα του χειμώνα μέσα από τη μορφή, την ισορροπία και την κίνηση.
Το βλέμμα της Ανατολής
Σε άλλους πολιτισμούς, η παρουσία του χιονιού αποκτούσε διαφορετικές διαστάσεις και σημασίες. Στην περσική ζωγραφική, ειδικά σε έργα που σχετίζονται με το ιρανικό έπος «Shahnama» (Βιβλίο των Βασιλέων) του ποιητή Φερντοσί (940-1020 μ.Χ.), το χιόνι εμφανίζεται συχνά ως στοιχείο απειλής, μια φυσική δύναμη ικανή να κυριεύει τον άνθρωπο.
Σε ορισμένες εικονογραφήσεις, για παράδειγμα, ένας μάγος προκαλεί καταιγίδα για να καταστρέψει έναν περσικό στρατό, δείχνοντας πώς το χιόνι και οι χειμωνιάτικες κακοκαιρίες γίνονται μέρος της δράσης και της μυθολογίας.
Στην Ιαπωνία, αντίθετα, το χιόνι στις ξυλογραφίες λειτουργεί περισσότερο ως σημείο ηρεμίας και διαλογισμού. Το χαρτί washi, πάνω στο οποίο τυπώνονταν οι ξυλογραφίες, αφηνόταν συχνά κενό για να δημιουργήσει έναν λευκό χώρο, αναδεικνύοντας τη σιωπή και την απλότητα του τοπίου. Κάπως έτσι, έργα όπως το «Morning after the Snow at Koishikawa in Edo» (1830-1832) του Κατσουσίκα Χοκουσάι αποτυπώνουν ήσυχα, σχεδόν αιωρούμενα αντικείμενα ανάμεσα στις λευκές επιφάνειες, αφήνοντας το κενό του χαρτιού να αναδείξει την παύση και τη γαλήνη.


