Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οι διαστάσεις του είναι μόλις 18×13 εκατοστά, το μέγεθος μιας μεσαίας φωτογραφίας. Το υλικό, λάδι σε χαλκό, κάπως ασυνήθιστο. Η κορνίζα απλή, ξύλινη. Το πρόσωπο που εικονίζεται, στις αποχρώσεις του μπεζ και του κίτρινου, σε πολύ κοντινό πλάνο κοιτάζει προς τα κάτω. Απόλυτα χαρακτηριστική της τεχνοτροπίας του Λούσιαν Φρόιντ, η προσωπογραφία αυτή του διάσημου ζωγράφου και φίλου του Φράνσις Μπέικον έχει χαρακτηριστεί ως «το μεγαλύτερο μικρό πορτρέτο του 20ού αιώνα». Η αξία του έργου του 1952 υπολογίζεται σε 23 εκατομμύρια ευρώ. Και κανείς δεν το έχει δει από τις 27 Μαΐου 1988, όταν εκλάπη από τη Neue Nationalgalerie (Νέα Εθνική Πινακοθήκη) του Βερολίνου στη διάρκεια της πρώτης μεγάλης έκθεσης του Φρόιντ εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία επρόκειτο να εκτινάξει ουσιαστικά τη διεθνή φήμη του στη στρατόσφαιρα, όπου και βρίσκεται έκτοτε. Η απώλεια ήταν σημαντική. Οχι μόνο ο ίδιος ζωγράφισε λίγα πορτρέτα, αλλά θεωρούσε το συγκεκριμένο έργο κομβικό για την πρώιμη καριέρα του, εξ ου και μετά την κλοπή επέμενε πάντοτε η όποια φωτογραφική αναπαραγωγή του να γίνεται σε ασπρόμαυρο, ως ένα είδος πένθους.

«Αντικατοπτρισμός με δύο παιδιά» (1984) έργο του Λούσιαν Φρόιντ

Σήμερα, 38 χρόνια μετά, όπως έγραφε στα τέλη Απριλίου ο Στίβεν Σμιθ στον «Observer», η γερμανική αστυνομία αισθάνεται ότι πλησιάζει, αν όχι στη λύση του μυστηρίου, τουλάχιστον στον εντοπισμό του δράστη. Το νήμα που συνέχει την ιστορία του πίνακα, τις περιστάσεις που οδήγησαν στη δημιουργία και την εξαφάνισή του, μοιάζει εκ των υστερών συμβολικό της συνολικής σχέσης μεταξύ Φρόιντ και Μπέικον, δύο κορυφαίων καλλιτεχνών της σύγχρονης εποχής.

Φιλία και καλλιτεχνική αλληλεπίδραση

Οι γνώμες διίστανται αν ήταν το 1944 ή το 1945, στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ή μετά το τέλος του, σε μία από τις παμπ στις οποίες αρέσκονταν να συχνάζουν ή σε κάποια σύναξη ανθρώπων της τέχνης, όπου ο διακεκριμένος άγγλος ζωγράφος Γκρέιαμ Σάδερλαντ σύστησε τον Λούσιαν στον Φράνσις. Δεν ανήκαν στην ίδια γενιά ο γεννημένος στο Δουβλίνο το 1909 Μπέικον και ο γεννημένος στο Βερολίνο το 1922 Φρόιντ. Γόνος εύπορης οικογένειας ο πρώτος, εγγονός του Σίγκμουντ Φρόιντ ο δεύτερος, ομοφυλόφιλος ο μεν, αθεράπευτος γυναικάς αλλά διόλου απορριπτικός απέναντι στο δικό του φύλο ο δε, μοιράζονταν εξαρχής το έντονο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη φιγούρα σε μια εποχή κυριαρχίας του αφηρημένου στοιχείου. Το έκαναν όμως με έναν τρόπο που ξέφευγε από τις κλασικές παραμέτρους της αναπαράστασης: οι φιγούρες του Μπέικον, συχνά παραμορφωμένες, αλλοιωμένες ή θρυμματισμένες, παραπέμπουν στην ψυχολογική αποτύπωση των υποκειμένων του, εκείνες του Φρόιντ, που φέρουν τα σημάδια του υπερρεαλισμού και του εξπρεσιονισμού, εστιάζουν στην απόδοση της ανθρώπινης σωματικότητας χωρίς οίκτο, με τρόπο ασεβή προς την έννοια του ωραίου.

Ο βρετανός ζωγράφος Σάδερλαντ (Credit Image: © Keystone Pictures USA/ZUMAPRESS.com)

Αν κάτι τους προσέλκυσε αμοιβαία, ήταν η διανοητική έλξη της τέχνης και της ανταπόκρισης του καθενός στις προκλήσεις της. Ο Φρόιντ θα έλεγε αργότερα ότι εντυπωσιάστηκε από τη στάση του Μπέικον ως προς τη δημιουργία: «Αποτύπωνε τις ιδέες του, τις κατέστρεφε και γρήγορα αποτύπωνε άλλες. Τη θαύμαζα αυτή του την ικανότητα. Το ότι ήταν εντελώς αδίστακτος απέναντι στο ίδιο του το έργο». Λιγότερο ομιλητικός για το ζήτημα, ο Μπέικον πειραματίστηκε παρ’ όλα αυτά με προσεγγίσεις της οικειότητας και της σάρκας που θυμίζουν τις αντίστοιχες του Φρόιντ.

Η επίδραση της τεχνοτροπίας συνέβη, θα έλεγε κανείς, στο περιθώριο της ασταμάτητης συναναστροφής. Γράφοντας στο περιοδικό «Avenue» τον Ιανουάριο του 2021, ο Τομ Σόουν περιέγραφε μια τυπική ημέρα τους ως εξής: «Ο Φρόιντ περνούσε με την Bentley του να πάρει τον Μπέικον από το διαμέρισμά του για να πάνε για πρωινό σε ένα από τα μικρά εργατικά cafés στη Smithfield Market. Συχνά συνέχιζαν για μεσημεριανό στο Wheeler’s στην Old Compton Street ή στο Colony Room στην Dean Street, όπου ο Μπέικον, ενθουσιώδης και καλότροπος στο μέγιστο, ντυμένος με μαύρα δερμάτινα, έκανε νεύμα στους σερβιτόρους για σαμπάνια καθώς έπαιρνε τη θέση του ανάμεσα στους καπνούς των τσιγάρων Gitanes και τις ύβρεις διάφορων μεθυσμένων».

Τα βράδια στα ίδια clubs, στο Golgotha ή αλλού, Μπέικον και Φρόιντ συζητούσαν «περί Τζιακομέτι και Βελάσκεθ», τζόγαραν στους ληστές με το ένα χέρι ή χαρτόπαιζαν έως ότου ο πρώτος αποχωρήσει για να αναζητήσει συντροφιά για το υπόλοιπο της νύχτας και ο δεύτερος για ολονύχτιες συνεδρίες με ζωγραφικούς καμβάδες. «Ηταν σαν θέατρο» έλεγε η Ανι Φρόιντ, κόρη του Λούσιαν, στον βιογράφο του Γουίλιαμ Φίβερ («The Lives of Lucian Freud – Fame, 1968-2011», εκδ. Knopf, 2021): «Αφηγούνταν ιστορίες, σκανδάλιζαν με την παρουσία τους, φαίνονταν υπέροχοι, τραβούσαν την προσοχή και επιζητούσαν την επίδειξη».

Αυτό το τρίπτυχο του Μπέικον πουλήθηκε αντί 142,4 εκατ. δολαρίων το 2013

Το περιθώριο, όμως, της εργασίας ήταν αρκετό για να παραγάγει αριστουργήματα του 20ού αιώνα, ορισμένα μάλιστα από τα οποία είχαν ως υποκείμενο τον εαυτό τους. Αρχής γενομένης από το 1951, όταν ο Μπέικον ολοκλήρωσε το πρώτο πορτρέτο του φίλου του, θα τον απεικόνιζε σε 16 συνολικά πίνακες – ο πιο γνωστός από τους οποίους, το τρίπτυχο με τίτλο «Three Studies of Lucian Freud» (Τρεις σπουδές του Λούσιαν Φρόιντ), αγοράστηκε το 2013 αντί 142,4 εκατομμυρίων δολαρίων. Το 1952 οι ρόλοι αντιστράφηκαν και ο Μπέικον βίωσε την επίπονη εμπειρία των μοντέλων του Φρόιντ – που σχεδόν 50 χρόνια αργότερα θα έκανε τη βασίλισσα Ελισάβετ να τολμήσει να ψελλίσει, ποζάροντας για εκείνον, ότι ζωγραφίζει πολύ αργά και τον ίδιο να την αποστομώσει λέγοντας: «Κυρία μου, με τα δικά μου μέτρα τώρα κινούμαι σαν πύραυλος».

Χρειάστηκαν τρεις ολόκληροι μήνες έως ότου περατωθεί η διαδικασία του σπιθαμιαίου πορτρέτου του Φράνσις. Υπήρξαν και άλλα στη συνέχεια – πλήθος σκίτσων, άλλη μία προσωπογραφία το 1956-1957 που πουλήθηκε για 9,4 εκατομμύρια δολάρια το 2008 –, ωστόσο πιο διάσημο από όλα παραμένει εκείνο που πλέον επιζεί μόνο στη μνήμη.

«Τρεις σπουδές για ενα πορτρέτο του Λούσιαν Φρόιντ» (1964) έργο του Φρανσις Μπέικον

Η κλοπή και οι διάφορες θεωρίες

Αν τη δεκαετία του ’60 ο Φρόιντ θεωρούνταν «κάπως σαν κατοικίδιο του Μπέικον», όπως γράφει ο Τομ Σόουν, το 1988 είχε κατακτήσει το Ηνωμένο Βασίλειο και πραγματοποιούσε την απόβασή του στην Ευρώπη. Η έκθεση της Neue Nationalgalerie του Βερολίνου, τελευταίος σταθμός μιας περιοδείας στην Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι, είχε για εκείνον ιδιαίτερη καλλιτεχνική και συναισθηματική αξία, εξ ου και συμπεριέλαβε σε αυτήν το «Πορτρέτο του Φράνσις Μπέικον».

Στις 27 Μαΐου, περισσότερα από 800 άτομα επισκέφθηκαν την πινακοθήκη. Επτά από τους φρουρούς ασφαλείας ήταν ασθενείς. Αλλοι εννέα σε άδεια. Μόνο ένας βρισκόταν στην αίθουσα όπου κανονικά προβλέπονταν τρεις. Τηλεόραση κλειστού κυκλώματος δεν υπήρχε. Κανείς δεν είδε τον δράστη να αφαιρεί τον πίνακα. Οταν το απόγευμα ο επιστάτης του βεστιαρίου παρατήρησε την απουσία του, ήταν αργά. Το μικρό μέγεθος του έργου σήμαινε ότι άνετα μπορούσε να κρυφτεί, θα χωρούσε ως και σε μια βαθιά τσέπη παλτού. Αρχικά, η αστυνομία της Δυτικής Γερμανίας εξέφραζε τη βεβαιότητα ότι, λόγω του υλικού του, το πορτρέτο δεν θα περνούσε από τους ανιχνευτές μετάλλων των αεροδρομίων, άρα εντός της χώρας ήταν ζήτημα χρόνου να βρεθεί. Καθώς όμως ούτε οι καταθέσεις ούτε η έρευνα του χώρου αποδείχθηκαν τελικά γόνιμες, διάφορες θεωρίες συνωμοσίας άρχισαν να διαδίδονται αναμειγνύοντας, στο πνεύμα του Ψυχρού Πολέμου και στην κατ’ εξοχήν πρωτεύουσά του, ως και τη διαβόητη μυστική υπηρεσία της Ανατολικής Γερμανίας Στάζι.

Η αφίσα «Wanted» του Φρόιντ το 2001 αναζητώντας το πρωτότπο πορτρέτο

Μια ακόμη πιο ακραία θεωρία είχε προσωπικό χαρακτήρα. Από την προηγούμενη ήδη δεκαετία, οι πρώην αχώριστοι φίλοι είχαν διακόψει τις σχέσεις τους για λόγους που εξακολουθούν να παραμένουν μυστήριο. Φιλικοί κύκλοι που επικαλούνται τόσο ο Στίβεν Σμιθ του «Observer» όσο και ο Τομ Σόουν του «Avenue» απέδιδαν τη ρήξη σε επαγγελματική ζήλεια εκατέρωθεν. «Ολα όσα κάνει ο Λούσιαν είναι τόσο προσεκτικά, ρεαλιστικά αλλά όχι αληθινά» σχολίαζε απορριπτικά ο Μπέικον το 1974, σύμφωνα με τον Σόουν.

Αργότερα, θα χαρακτήριζε τα έργα του της δεκαετίας του ’80 «φρικτά» και «γελοία». Οταν η σχεδιάστρια μόδας Μπέλα Φρόιντ, κόρη του Λούσιαν, ρώτησε κάποτε τον πατέρα της ευθέως για τα αίτια της ρήξης με τον Φράνσις, εκείνος της απάντησε «επειδή το έργο του ξίνισε». O φίλος του Φράνσις Μπέικον, δημοσιογράφος Μπάρι Τζάουλ, μιλώντας στον «Guardian» το 2018 με αφορμή άγνωστες ηχογραφήσεις του ζωγράφου που έδωσε τότε στη δημοσιότητα, τόνιζε πως μείζον μέρος του προβλήματος ήταν ο πίνακάς του «Two Figures», τον οποίο ο Φρόιντ είχε αγοράσει το 1953 έναντι του ευτελούς ποσού των 100 στερλινών και έκτοτε αρνούνταν επανειλημμένα να τον δανείσει στον Μπέικον για ρετροσπεκτίβες του. Ηταν μάλιστα παρών σε μια τηλεφωνική συνδιάλεξη μεταξύ των δύο το 1988, όταν ο Φρόιντ προσκάλεσε τον πρώην φίλο του σε δείπνο εν όψει μιας επερχόμενης έκθεσής του, για να εισπράξει μια κοφτή άρνηση προτού ο Μπέικον κοπανήσει το ακουστικό λέγοντας: «Δεν μου δανείζει ποτέ το “Two Figures” και κοίτα τι έχει το θράσος να μου ζητάει».

Δημοσίως, αγνοούσαν ο ένας τον άλλον: τρία χρόνια μετά, ο Φρόιντ μπήκε σε ένα café στο Μάρλιµπον και πέρασε δίπλα από τον Μπέικον που βρισκόταν ήδη εκεί προσποιούμενος πως δεν τον είδε. Στο πλαίσιο αυτής τη υποβόσκουσας έχθρας, σημειώνει ο Στίβεν Σμιθ, μετά την κλοπή του Βερολίνου κυκλοφόρησε στους κύκλους της τέχνης η εξωφρενική φήμη ότι αρχιτέκτονάς της ήταν ο Μπέικον, ο οποίος την είχε δήθεν οργανώσει ως αντίποινα για την «ομηρεία» του δικού του πίνακα και σαμποτάζ της έκθεσης του Φρόιντ.

Στην πραγματικότητα, μια άλλη, παλιά υποψία μοιάζει σήμερα πιθανότερη. Μιλώντας με τον Φρόιντ, ο ιστορικός της τέχνης Ρόμπερτ Χιουζ είχε εκφράσει την άποψη ότι ο κλέφτης είχε εμμονή με το έργο του. «Λες; Καμία σχέση. Πρέπει να ήταν τρελός για τη δουλειά του Φράνσις. Αυτό θα δικαιολογούσε το ρίσκο» είπε εκείνος. Η τρέχουσα έρευνα της γερμανικής αστυνομίας τείνει να τον δικαιώσει. Συζητώντας με τον υπεύθυνο του αρμόδιου τμήματος Ρενέ Αλόνζ, ο Σμιθ έγραφε στον «Observer» της 27ης Απριλίου ότι ο επικρατέστερος ύποπτος τότε και σήμερα είναι ένας άνδρας ανατολικογερμανικής καταγωγής, γνωστός στις Αρχές, που περιγράφεται ως «εμμονικός με τον Φράνσις Μπέικον» και έχει παραδεχθεί ότι επισκέφθηκε την έκθεση του 1988. Εχοντας απελαθεί απο τη Λαΐκή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1987, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο όπου παρουσιαζόταν ως καλλιτέχνης.

Μια πηγή ανέφερε ότι ζωγράφιζε μιμούμενος το στυλ του Μπέικον, το σημαντικότερο όμως στοιχείο είναι η κατάθεση ενός αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος δήλωσε ότι είδε το πορτρέτο του Φρόιντ στο διαμέρισμά του την επομένη της κλοπής. Για τη γερμανική νομοθεσία, ωστόσο, αυτό από μόνο του δεν αποτελεί τεκμήριο ικανό για την έκδοση εντάλματος έρευνας. Ο Αλόνζ εδώ και κάποια χρόνια παίζει με τον ύποπτο το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, συζητώντας κατά καιρούς μαζί του και επιχειρώντας να τον οδηγήσει σε αντιφάσεις ή να του αποσπάσει μια ομολογία. Μάταια, προς το παρόν.

Το έργο «Σπουδή στο πορτρέτο του Πάπα Ινοκέντιου Ί από ριν Βελάσκεθ» (1953) του Μπέικον (Photo by PIERRE-PHILIPPE MARCOU / AFP)

Αν δεν το επιτύχει, δύσκολα θα αρθεί το αδιέξοδο. Και στην περίπτωση αυτή το μόνο που θα απομένει από αυτό το τεκμήριο της θυελλώδους σχέσης δύο καλλιτεχνών παγκόσμιας εμβέλειας θα είναι ένα σχέδιο το οποίο, όπως έγραφε η Μέιβ Κένεντι στον «Guardian» το 2001, ο Φρόιντ έκανε από μνήμης στη διάρκεια ενός γεύματος. Τυπωμένο σε 2.500 αντίτυπα, με τη λέξη «Wanted» στην κορυφή του και την προσφορά του ποσού των 300.000 γερμανικών μάρκων στη βάση του σαν επικήρυξη του καιρού του Φαρ Ουέστ, τοιχοκολλήθηκε στο Βερολίνο εκείνη τη χρονιά σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ανακτηθεί ο πίνακας εν όψει μιας μεγάλης αναδρομικής έκθεσης στην Tate το 2002. Σαν τη φιλία του Φράνσις Μπέικον και του Λούσιαν Φρόιντ, οι αφίσες φυλλορρόησαν χωρίς αποτέλεσμα, θύματα συλλεκτών και κυνηγών τροπαίων της τέχνης.