Ενα ακόμη κεφάλαιο γράφεται στην εξελικτική ιστορία ενός από τα σημαντικότερα μουσεία μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης στην Ευρώπη με τη δημιουργία μιας νέας κινηματογραφικής αίθουσας στους χώρους του, η οποία φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στον κινηματογράφο, την αρχιτεκτονική και τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία. Το νέο Cine y Auditorio Sabatini δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αναβάθμιση ενός παλαιού χώρου, αλλά κυρίως μια προσεκτική άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη διατήρηση της μνήμης και την προσαρμογή στις ανάγκες του σύγχρονου πολιτισμού.

Το Museo Reina Sofía στεγάζεται στο ιστορικό συγκρότημα του πρώην Γενικού Νοσοκομείου της Μαδρίτης, ένα κτίριο του 18ου αιώνα και των αρχιτεκτόνων Χοσέ δε Ερμοσίγια και Φραντσέσκο Σαμπατίνι, το οποίο το 1977 χαρακτηρίστηκε Ιστορικό-Καλλιτεχνικό Μνημείο. Μέσα σε αυτό το σύνθετο αρχιτεκτονικό «παλίμψηστο», που πρωτολειτούργησε το 1986 ως Centro de Arte Reina Sofía, βρισκόταν από το 1987 ένα μικρό αμφιθέατρο, σχεδιασμένο από τους Χάουμε Μπαχ και Γκαμπριέλ Μόρα, το οποίο χρησιμοποιούνταν για συνέδρια, εκπαιδευτικά προγράμματα και εκδηλώσεις.

Η επέκταση του μουσείου από τον Ζαν Νουβέλ το 2005 προσέθεσε δύο νέες αίθουσες, αφήνοντας το αρχικό αμφιθέατρο χωρίς σαφή ρόλο. Παρά τη ζεστή και οικεία ατμόσφαιρά του, η ακουστική του δεν ανταποκρινόταν πλέον στις απαιτήσεις σύγχρονων οπτικοακουστικών παραγωγών. Το μουσείο αναζήτησε μια λύση που θα επέτρεπε τη δημιουργία μιας εξειδικευμένης κινηματογραφικής αίθουσας χωρίς να χαθεί η αρχιτεκτονική ταυτότητα του χώρου. Την πρόκληση ανέλαβε το αρχιτεκτονικό γραφείο BACH, των Χάουμε Μπαχ και Αννα & Εουχένι Μπαχ, οι οποίοι επέλεξαν να μη «σβήσουν» την προηγούμενη παρέμβαση, αλλά να την εξελίξουν. Στόχος τους ήταν να διατηρήσουν τα λεγόμενα «εμβληματικά στοιχεία» της αρχικής πρότασης, όπως την τριγωνική αίθουσα προβολής που οργανώνει τη ροή εισόδου και εξόδου των θεατών, αλλά και το χαρακτηριστικό τρίγωνο που μοιάζει να αιωρείται πάνω από τη σκηνή. Το τελευταίο, που αρχικά λειτουργούσε ως στοιχείο αντήχησης, μετατράπηκε σε βασικό ακουστικό εργαλείο της νέας αίθουσας. Σήμερα λειτουργεί ως μεγάλη ηχοαπορροφητική επιφάνεια, πίσω από την οποία κρύβονται τα κεντρικά ηχεία, επιτρέποντας την άριστη διάχυση του ήχου χωρίς επεμβάσεις στους προστατευόμενους τοίχους του κτιρίου.

Η μετατροπή ενός αμφιθεάτρου σε κινηματογραφική αίθουσα αποτέλεσε τη μεγαλύτερη τεχνική πρόκληση. Εκεί όπου ο ήχος βασιζόταν στην αντήχηση, έπρεπε πλέον να απορροφάται για να αποφεύγονται οι ηχητικές επιστροφές. Για τον λόγο αυτόν σχεδόν όλες οι επιφάνειες επανασχεδιάστηκαν: νέα καθίσματα, μοκέτα σε δάπεδο και σκηνή, υφασμάτινη επένδυση στη θολωτή οροφή και ηχοαπορροφητικά πάνελ στα ανοίγματα των παραθύρων. Η αίθουσα μπορεί πλέον να προβάλλει φιλμ σε πολλαπλά φορμά – από αναλογικό 16 mm και 35 mm έως ψηφιακές προβολές –, εξυπηρετώντας τόσο κινηματογραφικά αφιερώματα όσο και εικαστικές εγκαταστάσεις που συνδυάζουν εικόνα και ήχο.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην προσβασιμότητα. Η κλίση της πλατείας τροποποιήθηκε ώστε να βελτιωθεί η ορατότητα της οθόνης, ενώ δημιουργήθηκε συνεχής ράμπα πρόσβασης που επιτρέπει σε άτομα με κινητικές δυσκολίες να κινούνται ανεμπόδιστα από την είσοδο έως τη σκηνή. Από τις συνολικά 133 θέσεις, αρκετές είναι αφαιρούμενες, ώστε να προσαρμόζονται στις ανάγκες θεατών σε αναπηρικά αμαξίδια.

Η αισθητική επιλογή των χρωμάτων αποτελεί επίσης συνειδητή αναφορά στην ιστορία των κινηματογράφων. Το βαθύ μπλε της θολωτής οροφής παραπέμπει στον νυχτερινό ουρανό, ενώ το κόκκινο των καθισμάτων και των χώρων πρόσβασης θυμίζει τα κλασικά ευρωπαϊκά θέατρα. Οι αποχρώσεις αυτές μειώνουν τις αντανακλάσεις φωτός και ενισχύουν τη συγκέντρωση του θεατή στην οθόνη.

Η γεωμετρία παραμένει κυρίαρχη: τρίγωνα, καμάρες και η μεγάλη θολωτή οροφή – που αρχικά είχε σχεδιαστεί ως «έναστρος ουρανός» κάτω από τον οποίο διοργανώνονταν οι εκδηλώσεις – συνυπάρχουν πλέον με σύγχρονα υλικά και τεχνολογία αιχμής.

Η νέα αίθουσα εγκαινιάζει τη λειτουργία της με δράσεις που εντάσσονται στο πρόγραμμα εκθεσιακού κινηματογράφου του Museo Reina Sofía, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική του μουσείου να αντιμετωπίζει το σινεμά όχι απλώς ως ψυχαγωγία, αλλά ως μορφή σύγχρονης καλλιτεχνικής έκφρασης ισότιμη με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και την εγκατάσταση.

Η ιστορία και η καινοτομία ως παράλληλες έννοιες

Σε μια εποχή όπου τα μουσεία επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο τους ως ζωντανών πολιτιστικών οργανισμών, το Cine Edificio Sabatini – όπως ονομάζεται πλέον η αίθουσα – αποτελεί παράδειγμα του πώς η αρχιτεκτονική αποκατάσταση μπορεί να μετατρέψει τους περιορισμούς ενός ιστορικού μνημείου σε δημιουργικό πλεονέκτημα, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία και η καινοτομία δεν είναι αντίθετες έννοιες, αλλά μπορούν να συνυπάρξουν κάτω από την ίδια στέγη.

Η παρέμβαση δεν περιορίστηκε μόνο σε τεχνικές βελτιώσεις, αλλά επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο το μουσείο αντιλαμβάνεται την κινηματογραφική εμπειρία ως πολιτιστικό γεγονός.

Σε αντίθεση με τις συμβατικές αίθουσες προβολής, όπου η τεχνολογία κυριαρχεί εις βάρος της αρχιτεκτονικής ταυτότητας, στο Museo Reina Sofía επιλέχθηκε μια διαφορετική προσέγγιση: η τεχνολογία να ενσωματωθεί διακριτικά μέσα στο ιστορικό κέλυφος χωρίς να αλλοιώσει την αίσθηση του χώρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διατήρηση των παλαιών «ψευδοπαραθύρων» που είχαν σχεδιάσει οι Μπαχ και Μόρα τη δεκαετία του 1980. Τα ανοίγματα αυτά, διακοσμημένα με ξύλινα διάτρητα πάνελ που θυμίζουν σταγόνες βροχής, δεν αφαιρέθηκαν αλλά επενδύθηκαν με χρυσά υφασμάτινα ηχοαπορροφητικά υλικά. Ετσι, λειτουργούν ταυτόχρονα ως αισθητικό στοιχείο και ως εργαλείο ακουστικής εξισορρόπησης, δημιουργώντας έναν ζεστό φωτισμό που ενισχύει την αίσθηση ιδιωτικότητας κατά τη διάρκεια των προβολών.

Η είσοδος για το κοινό διατηρεί επίσης σημαντικά ιστορικά χαρακτηριστικά, όπως το μαρμάρινο δάπεδο και τη λεγόμενη «serliana» – ένα αναγεννησιακό αρχιτεκτονικό μοτίβο αποτελούμενο από μια κεντρική καμάρα και δύο πλευρικά ανοίγματα –, που λειτουργεί ως τελετουργική μετάβαση από τον δημόσιο χώρο του μουσείου στη σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα. Οι αρχιτέκτονες προσέθεσαν έναν νέο τριγωνικό όγκο στην πρόσβαση, ο οποίος συνομιλεί μορφολογικά με την αρχική αίθουσα προβολής, ενισχύοντας τη συνοχή της εμπειρίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τεχνολογική αναβάθμιση των συστημάτων εικόνας και ήχου. Η εγκατάσταση εξοπλισμού που υποστηρίζει τόσο αναλογικά φιλμ όσο και ψηφιακές παραγωγές επιτρέπει στο μουσείο να φιλοξενεί από ιστορικές κινηματογραφικές αναδρομές έως πειραματικές εγκαταστάσεις σύγχρονων καλλιτεχνών. Με αυτόν τον τρόπο ο κινηματογράφος εντάσσεται οργανικά στην εκθεσιακή στρατηγική του Museo Reina Sofía, που τα τελευταία χρόνια δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση μεταξύ εικόνας, μνήμης και πολιτικής αφήγησης.

Η νέα αίθουσα εγκαινιάστηκε με την εγκατάσταση «HU/هُوَ. Bailad como si nadie os viera» (Χόρεψε σαν να μη σε βλέπει κανείς) του σκηνοθέτη Ολιβερ Λάσε, η οποία, σχεδιασμένη ειδικά για τον χώρο, σηματοδότησε την πρόθεση του μουσείου να χρησιμοποιεί το σινεμά όχι μόνο ως μέσο προβολής αλλά και ως καλλιτεχνικό εργαστήριο. Η Μαδρίτη, μια πόλη με ισχυρή κινηματογραφική παράδοση, αποκτά έτσι έναν χώρο όπου η αρχιτεκτονική, η ιστορία και η σύγχρονη οπτικοακουστική δημιουργία συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο πολιτιστικό αφήγημα.