Το 2025 ήταν χρονιά θριάμβου για τον Ντόναλντ Τραμπ. Πολλοί εξοργίζονταν από το αυτοκρατορικό ύφος και τον ιδιαίτερο τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Υπήρχαν, ωστόσο, άλλοι τόσοι, και μάλιστα στη δική μας πλευρά του κόσμου, που θαύμαζαν την ασύδοτη πυγμή του, παρότι εκείνος χλεύαζε την «παρηκμασμένη ήπειρο» με τους «αδύναμους» ηγέτες.

Οι νεοτραμπιστές δεν ανησύχησαν ούτε όταν ο Λευκός Οίκος εξέδωσε ένα εξαιρετικά επιθετικό κείμενο 33 σελίδων για τη Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, στο οποίο μεταξύ άλλων οι ΗΠΑ δεσμεύονταν ότι θα στηρίξουν «πατριωτικά κόμματα». Δηλαδή το Reform του Φάρατζ στη Βρετανία, την AfD στη Γερμανία, τον Ορμπαν και άλλους ομοϊδεάτες τους προκειμένου να διορθώσουν την πορεία της Ευρώπης προς τον πολιτισμικό κατήφορο λόγω του Μεταναστευτικού.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κατάλληλο κόμμα για να διεκδικήσει την πατρονία του Τραμπ. Το κενό ανέλαβαν να καλύψουν πρόσωπα κυρίως από τη ΝΔ. Συγκεκριμένα, ο Αδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος θα ψήφιζε «με τα δύο χέρια» τον αμερικανό πρόεδρο αν μπορούσε, διότι είναι «ένα πρωτόγνωρο πολιτικό φαινόμενο που δεν έχει ξανασυναντήσει ο πλανήτης». Επίσης, ο Μάκης Βορίδης διαπίστωνε ότι «υπάρχει πλέον ένας ηγέτης που υπερασπίζεται έμπρακτα τα συμφέροντα του δυτικού ημισφαιρίου: ο Ντόναλντ Τραμπ», εννοώντας προφανώς τη Δύση και όχι το δυτικό ημισφαίριο. Από κοντά και οι Θάνος Πλεύρης και Νότης Μηταράκης που τον επαινούσαν για την αντιμεταναστευτική πολιτική και για την αντι-woke ατζέντα του.

Τον χαρακτηρισμό του «τραμπικού» πολιτικού περιέφεραν σαν παράσημο όχι μόνο οι παραπάνω, αλλά και άλλοι υπουργοί που έσπευσαν να πλασαριστούν ως αυτοκόλλητοι της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και κατ’ επέκταση σώγαμπροι στο προεδρικό σύστημα. Το 2026, όμως, ο τραμπισμός έχει κόστος και μάλιστα μεγάλο, οπότε σπανίζουν οι πρόθυμοι να το αναλάβουν.

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρέασε ξανά την καθημερινότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που μόλις άρχιζε να ανακάμπτει έπειτα από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση του 2022. Οι κοινωνίες πιέζονται και με τη σειρά τους πιέζουν τους πολιτικούς τους. Η AfD άρχισε να κρατά αποστάσεις από την πολιτική Τραμπ στη Μέση Ανατολή και να συντάσσεται διακριτικά με τη γραμμή Μερτς. Η Μαρίν Λεπέν πατάει σε δύο βάρκες προσπαθώντας και να αποτινάξει τη ρετσινιά του αντισημιτισμού και να μη στηρίξει τις επιθέσεις στο Ιράν σε μια Γαλλία που, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, αντιπαθεί βαθιά τον αμερικανό πρόεδρο.

Ο Ορμπαν έχει εκλογές και η πίεση από το κόστος ζωής στην Ουγγαρία δεν του επιτρέπει να στηρίξει τον σύμμαχό του. To Reform διχάστηκε και μόνο ο Φάρατζ επιμένει ότι «δεν μπορούμε να πούμε “όχι” στην Αμερική».

Αντιθέτως, με την ανοιχτή κριτική τους για όσα συμβαίνουν στη Γάζα και στη Μέση Ανατολή, οι Πράσινοι στη Βρετανία, η Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν και το Die Linke στη Γερμανία μέτρησαν απρόσμενα κέρδη σε τοπικές εκλογές. Πού θα καθίσει πολιτικά η μπίλια είναι απρόβλεπτο, αλλά σε έρευνα μεταξύ οικονομολόγων που πραγματοποίησε το Bloomberg για τους κινδύνους από τον πόλεμο η άνοδος του λαϊκισμού εκτιμήθηκε ψηλότερα και από την ύφεση και από τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Στο μεταξύ, και οι εγχώριοι «τραμπιστές» έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους. Προτιμούν να ροκανίζουν κρακεράκια παρά να στηρίζουν το «πρωτόγνωρο πολιτικό φαινόμενο», όταν η τιμή της βενζίνης έχει φτάσει κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο και το κόστος των αγαθών ανεβαίνει διαρκώς.

Οι προβλέψεις είναι πλέον εφιαλτικές. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ) προτείνει τηλεργασία, μείωση των αεροπορικών ταξιδιών, των ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους, μετακίνηση με μέσα μαζικής μεταφοράς, μαγείρεμα με ηλεκτρικό ρεύμα και όχι με φυσικό αέριο. Στις 11 Μαρτίου ο ΔΟΕ αποφάσισε να απελευθερώσει 400 εκατομμύρια βαρέλια, ποσότητα-ρεκόρ, από τα στρατηγικά του αποθέματα.

Το μεγάλο πρόβλημα που δεν λέγεται, αλλά υπονοείται, είναι ότι αν συνεχιστεί ο πόλεμος επί μακρόν, δεν θα μιλάμε πλέον για την ακρίβεια, αλλά για την επάρκεια των καυσίμων.

Ηδη τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διοχετεύουν περί τα 200 εκατομμύρια βαρέλια λιγότερα ημερησίως στην παγκόσμια αγορά. Από τα Στενά του Ορμούζ περνάει πλέον ελάχιστο πετρέλαιο και από τις εναλλακτικές διαδρομές ακόμα λιγότερο.

Στις Βρυξέλλες, όπου πραγματοποιήθηκε η Σύνοδος Κορυφής, το κλίμα ήταν ζοφερό. «Εξετάζουμε πλέον μόνο τα κακά σενάρια, δηλαδή σενάρια πολέμου για τα καύσιμα» ομολογεί αρμόδια κοινοτική πηγή. «Το τοπίο γίνεται δυστοπικό» προσθέτει. Ο πληθωρισμός στα αγαθά βρίσκεται κατά μέσο όρο στο 12% και στις υπηρεσίες στο 4%. Σε αυτά θα προστεθεί και η άνοδος της τιμής των λιπασμάτων, καθώς το 30% προέρχεται από χώρες του Κόλπου. Η τιμή του φυσικού αερίου ακόμα δεν έχει αυξηθεί αναλόγως, αλλά θα ακολουθήσει σύντομα συμπαρασύροντας και τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.

«Και αύριο να τελειώσει ο πόλεμος, η παγκόσμια οικονομία θα χρειαστεί τουλάχιστον δύο μήνες για να επανέλθει εκεί που ήταν πριν από την κρίση» εκτιμά παράγοντας με βαθιά γνώση του ενεργειακού τοπίου. Τα οικονομικά επιτελεία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων επεξεργάζονται διάφορα μέτρα, αλλά, όπως δήλωσε η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή καθιστώντας δύσκολες τις προβλέψεις. Αρα και τη συγκεκριμενοποίηση μέτρων, επειδή οι κυβερνήσεις δεν θέλουν να ξοδέψουν πρόωρα τα αποθέματά τους.

Το σενάριο να φθάσει η τιμή του πετρελαίου 150 ή και 200 δολάρια το βαρέλι δεν είναι πλέον εξωπραγματικό, αλλά σημαίνει ότι κανένας εθνικός προϋπολογισμός δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί σε μια τέτοια συνθήκη και θα χρειαστεί ευρωπαϊκή λύση, κάτι σαν το Ταμείο Ανάκαμψης.

Την ερχόμενη Παρασκευή αναμένεται να συνεδριάσει εκτάκτως το Eurogroup με τηλεδιάσκεψη για επισκόπηση της κατάστασης, καθώς η επόμενη προγραμματισμένη συνεδρίαση είναι τον Μάιο. Σε αυτό το σκηνικό, η εσωτερική συζήτηση για το αν θα διατηρηθεί αλώβητο το πακέτο της ΔΕΘ μοιάζει εκτός θέματος, αντιθέτως η προοπτική των πρόωρων εκλογών μετατρέπεται στο κυρίως θέμα.