Στη συζήτηση της περασμένης Πέμπτης στη Βουλή, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έμπαινε και έβγαινε συχνά από την αίθουσα του Κοινοβουλίου. Ακουγε για λίγο τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς και στη συνέχεια πήγαινε στο παρακείμενο γραφείο που διαθέτει στο Μέγαρο του Κοινοβουλίου. Δεν άντεξε, ωστόσο, μέχρι το τέλος της συνεδρίασης. Μετά τη δευτερολογία του Νίκου Ανδρουλάκη ζήτησε τον λόγο για να κάνει πρόωρα την τριτολογία του και, παρά τις διαμαρτυρίες των αρχηγών της ελάσσονος αντιπολίτευσης, αποχώρησε επιστρέφοντας στο Μέγαρο Μαξίμου.
Αν και οι αντίπαλοί του διέκριναν άγχος στις κινήσεις και την εν γένει στάση του Πρωθυπουργού, ο οποίος στο σφυροκόπημα που δεχόταν από σύσσωμη την αντιπολίτευση αμύνθηκε με συναισθηματικές αναφορές στην περιπέτεια της υγείας του στενού του συνεργάτη Γιώργου Μυλωνάκη και με καταγγελίες για τοξικότητα του αντιπολιτευτικού λόγου, ο κύκλος των συνεργατών του εκτιμά ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων με τη «φυγή προς τα εμπρός» που επιχείρησε «αφήνοντας πίσω τα σκάνδαλα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ και στρέφοντας την προσοχή του στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση και στις προτάσεις του για αλλαγές στο πολιτικό σύστημα».
Η χλιαρή, ωστόσο, υποδοχή που είχαν οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες από τους «γαλάζιους» βουλευτές, η πλειονότητα των οποίων παρακολουθούσαν «παγωμένοι» και έμοιαζαν να χειροκροτούν από… υποχρέωση και που με την πρώτη ευκαιρία οι περισσότεροι έφυγαν από την αίθουσα, έδειξε ότι «στην παρούσα συγκυρία τα περιθώρια των ελιγμών της κυβερνητικής ηγεσίας είναι πολύ περιορισμένα», όπως σχολίαζε έμπειρος κοινοβουλευτικός.
Στις τάξεις των κοινοβουλευτικών στελεχών της πλειοψηφίας η ατμόσφαιρα ήταν και παραμένει πολύ βαριά εξαιτίας των χειρισμών του Μεγάρου Μαξίμου στην υπόθεση της άρσης των ασυλιών μετά τις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και των όσων ακολούθησαν με τον διορισμό δύο νέων εξωκοινοβουλευτικών υπουργών, αλλά και την αναγγελία για την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού.
Αρνητικό κλίμα
Η ήπια κριτική που άσκησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αλλά και η ανοχή του στη μετωπική αντιπαράθεση του Αδωνη Γεωργιάδη, ο οποίος απείλησε με… κατάργηση τον εν λόγω ευρωπαϊκό θεσμό, δεν βελτίωσαν αισθητά το αρνητικό κλίμα που κυριαρχεί στις σχέσεις της «γαλάζιας» ΚΟ και του πρωθυπουργικού γραφείου.
«Η περίοδος που το Μαξίμου έκανε παραγγελίες και οι βουλευτές μας εκτελούσαν αγόγγυστα έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί» παρατηρούσε κυβερνητικό στέλεχος. Σημείο καμπής, σύμφωνα με τον ίδιο, υπήρξε η διαφοροποίηση βουλευτών στην ψηφοφορία του νόμου για τον γάμο των ομοφύλων, το αποτέλεσμα της οποίας «το πλήρωσε η ΝΔ με την καθίζηση των ποσοστών της στις ευρωεκλογές του 2024».
Γεγονός είναι ότι στη δεύτερη κυβερνητική θητεία έχουν αλλάξει πολλά στις καταστάσεις και στα πρόσωπα που διαδραμάτιζαν ρόλο στην ηρεμία που επικρατούσε στις τάξεις των βουλευτών της ΝΔ. Οι αλλαγές που έγιναν στο Μέγαρο Μαξίμου και κυρίως η μετακίνηση εκεί του Γιώργου Μυλωνάκη, ο οποίος την πρώτη τετραετία ήταν γενικός γραμματέας της Βουλής και λειτουργούσε ως σύνδεσμος της ΚΟ με το πρωθυπουργικό γραφείο, άλλαξαν τις ισορροπίες, οι οποίες έκτοτε παραμένουν ασταθείς.
Η φθορά της κυβερνητικής παράταξης και η συνακόλουθη ανασφάλεια για την επανεκλογή τους που νιώθουν πολλοί «γαλάζιοι» βουλευτές οξύνουν έτι περαιτέρω την ένταση που προκλήθηκε μετά και τον πρόσφατο θόρυβο γύρω από τη λειτουργία των πολιτικών γραφείων και τα θεμιτά ή αθέμιτα ρουσφέτια.
Το εκλογικό σύστημα
Υπό αυτή τη συνθήκη, εκφράζονται από πολλές πλευρές αμφιβολίες για τη αποδοχή που θα τύχουν από τους κυβερνητικούς βουλευτές πρωτοβουλίες όπως αυτή που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός για καθιέρωση μεικτού εκλογικού συστήματος, κατά τα πρότυπα του γερμανικού συστήματος, με στενές περιφέρειες που θα ισχύει ο σταυρός προτίμησης και ευρείες που οι υποψήφιοι θα εκλέγονται με βάση λίστα που θα καταρτίζουν τα κόμματα.
«Δύσκολα θα βρεθεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία που να ψηφίσει ένα τέτοιο σύστημα, ιδίως αν συνοδεύεται και από μείωση του αριθμού των βουλευτών» σχολιάζουν έμπειροι κοινοβουλευτικοί. Υπογραμμίζουν δε ότι «μια τέτοια πρόταση μπορεί να έχει ελπίδες υλοποίησης μόνο αν τύχει ευρείας συναίνεσης», κάτι που παραδέχονται ότι «δεν ισχύει σε αυτή τη φάση».
Σύμφωνα, εξάλλου, με διαρροές συνεργατών του Πρωθυπουργού, η πρόταση για ριζική αλλαγή στο εκλογικό σύστημα θα τεθεί στο τραπέζι μετά τις εκλογές του 2027 και με στόχο να εφαρμοστεί μετά το 2030.
Είναι προφανές ότι στο Μέγαρο Μαξίμου θέλουν να μεταθέσουν την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου στις θεσμικές αλλαγές έτσι ώστε να φύγουν τα φώτα της δημοσιότητας από τις συζητήσεις γύρω από τα σκάνδαλα, αλλά και τα ζητήματα που σχετίζονται με τις πληθωριστικές πιέσεις και την εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια και τα είδη πρώτης ανάγκης που δοκιμάζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπως προανήγγειλε ο Πρωθυπουργός, η ΝΔ θα καταθέσει στον δημόσιο διάλογο έναν πυρήνα περίπου 25 άρθρων του Συντάγματος προς αναθεώρηση. Για τον σκοπό αυτόν θα συγκληθεί στο τέλος του μήνα, με πιο πιθανή ημερομηνία την 30ή Απριλίου, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του κυβερνώντος κόμματος, για να στραφεί η συζήτηση στα θεσμικά ζητήματα και να αποφευχθεί η κριτική προς την κυβερνητική ηγεσία που, όπως λένε, «με τις πρωτοβουλίες της αδειάζει τους βουλευτές».
Κατά τις υπάρχουσες πληροφορίες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα χαρακτηρίσει το όλο εγχείρημα ως «Ατζέντα 2030», υποστηρίζοντας ότι «αποτελεί το στρατηγικό σχέδιο της κυβέρνησης για τη μεταμόρφωση της Ελλάδας, εστιάζοντας σε βαθιές μεταρρυθμίσεις, ψηφιοποίηση και οικονομική ανάπτυξη με ορίζοντα την τρίτη τετραετία».
Σύμφωνα με το επίσημο κυβερνητικό «αφήγημα» που λανσάρει το επικοινωνιακό επιτελείο του πρωθυπουργικού γραφείου, «στο πολιτικό σκηνικό έχουν πλέον ξεκαθαρίσει δύο εικόνες: από τη μία ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ και από την άλλη οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο εικόνες είναι χαώδης, η απόσταση μεταξύ τους αγεφύρωτη».
Πλήγματα
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, εκείνο που αναγνωρίζουν τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη είναι οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από τις δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών, σε συνδυασμό με την έκρηξη της ακρίβειας στην αγορά, που έχουν πλήξει την εικόνα της κυβέρνησης. Προεξοφλούν, μάλιστα, ότι «αυτό θα φανεί στις πρώτες μεταπασχαλινές δημοσκοπήσεις που θα αρχίσουν να διενεργούνται μέσα στην προσεχή εβδομάδα».
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στις αρνητικές εντυπώσεις από την υπόθεση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Μακάριου Λαζαρίδη.
Σύμφωνα με ορισμένα κυβερνητικά στελέχη, η έκταση που έλαβε το θέμα Λαζαρίδη είναι ενδεικτικό για τα «κενά του Μεγάρου Μαξίμου», τα οποία, όπως λέγεται, «δεν μπορούν να καλυφθούν με την προαναγγελία για πολλοστή φορά της φυγής προς τα εμπρός».






