Σε πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους της Αμερικής και της Ευρώπης επικρατεί σχεδόν η βεβαιότητα πια ότι ο εξελισσόμενος πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν συνδέεται απλά και μόνο με τον έλεγχο των ροών του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής, παρά με ευρύτερες στρατηγικές στοχεύσεις της υπερδύναμης και κυρίως με την προπαρασκευαζόμενη εδώ και χρόνια μετατόπιση των ενδιαφερόντων της στην ευρύτερη, πολυπληθέστερη και απείρως πλουσιότερη ζώνη του Ειρηνικού, προς αντιμετώπιση του ανταγωνισμού τής οικονομικά, τεχνολογικά και αμυντικά ανερχόμενης Κίνας.
Κατά την επικρατούσα άποψη, αυτή η μετατόπιση δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς προηγουμένως να ασφαλιστεί, κατά το δυνατόν, το Ισραήλ, ο σημαντικότερος σύμμαχος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, έναντι των υπαρξιακών απειλών που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει.
Εδώ και καιρό λοιπόν, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, εκπονήθηκε με την ουσιαστική συνδρομή του ισραηλινού γαμπρού του Τζάρεντ Κούσνερ ένα σχέδιο οικονομικής ανασύνταξης και ανασύνθεσης της ευρύτερης περιοχής με πυρήνα το Ισραήλ και τη συνεργασία σημαντικού αριθμού αραβικών χωρών. Εκείνο το σχέδιο εκφράστηκε με τις περίφημες «Συμφωνίες του Αβραάμ», οι οποίες υπογράφηκαν στις 15 Σεπτεμβρίου του 2020 μεταξύ του Ισραήλ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μπαχρέιν, του Μαρόκου και του Σουδάν.
Οι προαναφερθείσες αραβικές χώρες συμφώνησαν να αναγνωρίσουν επισήμως το Ισραήλ, να εξομαλύνουν τις διπλωματικές τους σχέσεις ώστε να ανοίξει ένας δρόμος για συνεργασία σε τομείς όπως το εμπόριο, οι επενδύσεις, ο τουρισμός, η ασφάλεια, οι επιστήμες, οι νέες τεχνολογίες και η δημιουργία ενεργειακών, ηλεκτρικών και ψηφιακών δικτύων διασύνδεσης, τα οποία επεκτεινόμενα ανατολικά και δυτικά θα μπορούσαν προοπτικά να αποτελέσουν τη βάση για τη σύνδεση της Ινδίας με την Ευρώπη.
Εκείνο το φιλόδοξο σχέδιο οικονομικής, εμπορικής και επενδυτικής συνύπαρξης του Ισραήλ με τον αραβικό κόσμο τορπιλίσθηκε στην κυριολεξία με την εκδηλωθείσα τα ξημερώματα της 7ης Οκτωβρίου του 2023 μαζικής δολοφονικής επίθεσης της Χαμάς εναντίον του Ισραήλ και όσα ακολούθησαν βεβαίως με τη σφαγή και την ισοπέδωση της Γάζας. Κοινή είναι πια η πεποίθηση ότι ο χρηματοδοτημένος και υποστηριζόμενος από το Ιράν «Αξονας της Αντίστασης» έδρασε τότε με σκοπό ακριβώς να καταστρέψει τις «Συμφωνίες του Αβραάμ».
Και τώρα, στη δεύτερη θητεία Τραμπ, το σχέδιο επανήλθε. Το περασμένο καλοκαίρι, στη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου, ΗΠΑ και Ισραήλ επιχείρησαν να εξουδετερώσουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και λίγους μήνες αργότερα επανήλθαν με δριμύτερα χτυπήματα προκειμένου να αποδυναμωθεί το Ιράν και να πάψει να αποτελεί απειλή για το Ισραήλ και να ανοίξει ξανά ο δρόμος ειρηνικής συνύπαρξης με τους Αραβες. Και πάλι κεντρικό ρόλο στην έναρξη του πολέμου είχε ο γαμπρός του Τραμπ. Σύμφωνα με δηλώσεις του αμερικανού προέδρου, η συμμετοχή των ΗΠΑ στηρίχθηκε στο προαίσθημα του γαμπρού του ότι οι Ιρανοί θα επιτεθούν πρώτοι και έτσι έσπευσε να κινηθεί πριν προλάβουν. Με τη διαφορά ότι υποεκτιμήθηκαν οι δυνατότητες αντίδρασης των Ιρανών και δημιουργίας συνθηκών παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης. Πλέον ο πόλεμος διευρύνθηκε, συμπεριέλαβε και τον κύκλο των χωρών του Κόλπου, που κατά το σχέδιο υποτίθεται ότι θα πρωταγωνιστούσαν στην αναδιαμόρφωση της περιοχής.
Μπορεί ο πρωθυπουργός του Ισραήλ να υπερασπίζεται τα αποτελέσματα των βομβαρδισμών, να δηλώνει ότι το Ιράν δεν είναι ίδιο πια και, αντιθέτως, το κύρος της χώρας του ως υπερδύναμης να ενισχύθηκε περισσότερο από ποτέ, αποκτώντας τη δύναμη να αποκρούει τις όποιες απειλές και να διασφαλίζει το μέλλον του, αλλά το μίσος εκτοξεύθηκε και πάλι στα ύψη στην περιοχή και τίποτε δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα οικοδομηθεί μια νέα ισορροπία μακράς διαρκείας. Ούτε βεβαίως η απαγκίστρωση των Αμερικανών από την περιοχή κατέστη ευχερέστερη. Και αυτή ακόμη η λήξη του πολέμου φαντάζει πια δύσκολη και επισφαλής. Τώρα, πώς θα αντιμετωπιστεί ο κινεζικός ανταγωνισμός σε τέτοιες συνθήκες είναι μια άλλη υπόθεση. Να σημειωθεί ότι σε τούτες τις μέρες του πολέμου η Κίνα ανακοίνωσε ότι ανοίγει την αγορά της σε προϊόντα προερχόμενα από 100 χώρες της Αφρικής, μηδενίζοντας τους δασμούς από την 1η Μαΐου.



