Το ραντεβού ήταν στο εστιατόριο Forellenhof, στην περιοχή Heidenkreis, εκλογική περιφέρεια του Λαρς Κλινγκμπάιλ. Ο αντικαγκελάριος, υπουργός Οικονομικών και αρχηγός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) προσκάλεσε τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς σε δείπνο στα τέλη Απριλίου. Στιγμές χαλάρωσης μετά από μια δύσκολη πρώτη χρονιά συγκυβέρνησης των χριστιανικών κομμάτων CDU/CSU με το SPD. Μόλις λίγες ώρες νωρίτερα είχαν ανακοινωθεί τα βασικά σημεία του μεγαλύτερου πακέτου μέτρων λιτότητας για το δημόσιο σύστημα Υγείας των τελευταίων περίπου 20 ετών στη Γερμανία.
Δίπλα στη λιμνούλα με τις πέστροφες, οι δύο πολιτικοί δείχνουν χαλαροί. Μια πρόποση για τα εμπόδια των πρώτων μεταρρυθμίσεων και κυρίως μια ειλικρινής συζήτηση για το τι λειτουργεί, αλλά κυρίως τι δεν λειτουργεί στον συνασπισμό.
Στο βίντεο που κυκλοφόρησε στο Instagram, η εικόνα εκπέμπει ηρεμία. Το μήνυμα; Αρμονία, αισιοδοξία. Αλλά απατά γιατί έρχεται σε αντίθεση με το βαρύ κλίμα αβεβαιότητας και απαισιοδοξίας λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας. Και αναδύει ένα βαθύτερο αγωνιώδες ερώτημα: Προς τα πού βαδίζει η χώρα; Τι απέγινε το γερμανικό οικονομικό θαύμα του Λούντβιχ Ερχαρντ, υπουργού Οικονομικών (1949-63) της Δυτικής Γερμανίας ο οποίος ηγήθηκε του μεταπολεμικού οικονομικού θαύματος της χώρας; Τι απέγινε η Γερμανία που επί δεκαετίες αποτελούσε την ατμομηχανή της Ευρώπης;
Ο «ασθενής της Ευρώπης»;
«Η Γερμανία έχει περάσει από πολλές διακυμάνσεις μετά το οικονομικό θαύμα που ξεκίνησε πριν από περίπου 75 χρόνια» υπενθυμίζει στο «Βήμα» ο καθηγητής Αλέξανδρος Κρητικός, οικονομολόγος, επικεφαλής του ερευνητικού τμήματος στο Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW) στο Βερολίνο, ένα από τα σημαντικότερα ινστιτούτα της Γερμανίας.
«Αυτό το θαύμα αμφισβητήθηκε για πρώτη φορά αρχές του 2000, ήδη τότε η χώρα χαρακτηριζόταν ως ο ασθενής της Ευρώπης. Βέβαια το 2003 η κυβέρνηση του Σοσιαλδημοκράτη Γκέρχαρντ Σρέντερ προχώρησε σε ριζικές μεταρρυθμίσεις και τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές που συνέβαλαν στο να οδηγηθεί η χώρα σε μια νέα περίοδο οικονομικής ευημερίας. Δεν θα τη χαρακτήριζα βέβαια ως δεύτερο οικονομικό θαύμα, αλλά σίγουρα επρόκειτο για περίοδο με ιδιαίτερα ευνοϊκές οικονομικές εξελίξεις».

Αλέξανδρος Κρητικός
Από τότε μέχρι την αρχή της πανδημίας, οι Γερμανοί βίωναν συνεχή, περιορισμένη αλλά αξιοσημείωτη ανάκαμψη. «Από τότε η χώρα παρέμεινε στάσιμη και πρέπει να διαπιστώσουμε ότι σήμερα η Γερμανία απειλείται και πάλι να γίνει “ο ασθενής της Ευρώπης”» μας λέει ο, ελληνικής καταγωγής, γερμανός οικονομολόγος.
Τον κίνδυνο έχουν επισημάνει από καιρό και άλλοι επιφανείς οικονομολόγοι. Οπως ο Κλέμενς Φιστ, πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (ifo) και διευθυντής του Κέντρου Οικονομικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (LMU), που προειδοποιεί ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό αλλά διαρθρωτικό και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο. Αλλοι, ίσως κάπως αισιόδοξοι, αποφεύγουν τη λέξη «ασθενής» για τους τυχόν συνειρμούς που προκαλεί και περιγράφουν την περίοδο ως μια μακρά φάση χαμηλής ανάπτυξης και δομικής στασιμότητας που απαιτεί μεταρρυθμίσεις.
Κώδωνας κινδύνου
Αλλά ποιες μεταρρυθμίσεις; O κ. Κρητικός εντοπίζει κατ’ αρχήν τρεις βασικές αδυναμίες. «Η πρώτη είναι η υπερβολική γραφειοκρατία, η δεύτερη η τεράστια δημογραφική πρόκληση. Και, τέλος, αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με διαρθρωτικές αλλαγές, όπως ψηφιοποίηση και τεχνική νοημοσύνη, που αποτελούν μεγάλες προκλήσεις για τη γερμανική οικονομία. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις παρέλειψαν να επενδύσουν εκεί. Θα είχαμε τώρα περισσότερα κρατικά έσοδα που θα τα διαθέταμε για τον σκοπό αυτόν αντί να πηγαίνουν αποκλειστικά σε καταναλωτικές δαπάνες». Το σύνολο των γερμανών οικονομολόγων κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και προειδοποιεί ότι το κλασικό μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στις εξαγωγές έχει φθάσει στα όριά του. Δεν υπάρχει εκπομπή λόγου στη γερμανική τηλεόραση που να μη θέτει την πολιτική ηγεσία της χώρας προ των ευθυνών της.
Ο Ολιβερ Ζάντερ, επικεφαλής του εργοδοτικού συνδικάτου στον κλάδο μεταλλουργίας και ηλεκτρολογίας Gesamtmetall, διοχέτευσε πρόσφατα την οργή του στην εφημερίδα «Bild». «Από το 2019 η Γερμανία βιώνει δραματική αποβιομηχάνιση, μόνο στον κλάδο μας χάνονται 10.000 θέσεις εργασίας κάθε μήνα. Το κόστος – φόροι, κοινωνικές εισφορές, τιμές ενέργειας – είναι υπερβολικά υψηλό, πνιγόμαστε στη γραφειοκρατία. Γι’ αυτό δε γίνονται σημαντικές επενδύσεις σε νέα εργοστάσια. Αρα η επιβολή και άλλων επιβαρύνσεων είναι απολύτως ανεύθυνη».
Περιμένοντας τις μεταρρυθμίσεις
Στόχος των πυρών, η κυβέρνηση Μερτς. Τέτοιες ημέρες πριν από έναν χρόνο ανέλαβε τη διακυβέρνηση μέσα σε κλίμα συγκρατημένης ευφορίας αλλά υπερβολικών προσδοκιών. «Η κυβέρνηση ξεκίνησε με μεγάλο ενθουσιασμό και με τη διακήρυξη ότι πήραμε το μήνυμα, πρέπει να κάνουμε μεταρρυθμίσεις» επισημαίνει ο κ. Κρητικός. «Ο Μερτς, από όσο γνωρίζω, έχει γράψει δύο βιβλία για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν στη Γερμανία. Από τότε έχουμε δει μια σειρά από εξαγγελίες: ένα “καλοκαίρι μεταρρυθμίσεων”, ένα “φθινόπωρο μεταρρυθμίσεων”, νομίζω ότι ένας “χειμώνας μεταρρυθμίσεων” δεν ήρθε ποτέ, αλλά τώρα ανακοινώθηκε μια “άνοιξη μεταρρυθμίσεων” Ωστόσο, πρέπει να πούμε με μεγάλη απογοήτευση ότι ο “πυροβολισμός” – όπως είχε ειπωθεί – που υποτίθεται ότι ακούστηκε πριν από έναν χρόνο τελικά δεν είχε αποτέλεσμα».
Η απογοήτευση καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις. Μόνο ένα 15% των Γερμανών είναι ικανοποιημένο με το μέχρι τώρα έργο του καγκελάριου, σε αντίθεση με το 83%. Ακόμη και μεταξύ των υποστηρικτών των χριστιανικών κομμάτων, η πλειοψηφία δυσανασχετεί. Το βαρόμετρο τάσεων δεν είχε καταγράψει ποτέ τόσο χαμηλά ποσοστά αποδοχής για τον προκάτοχό του, τον Όλαφ Σολτς, όσο αυτά που καταγράφονται σήμερα για τον Μερτς.
Οπως πριν από 75 χρόνια
Η κατάσταση της οικονομίας είναι τόσο οριακή και οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων για το μείγμα πολιτικής είναι τόσο ορατές που τελευταίως εκφράστηκαν ανησυχίες για διάλυση της κυβέρνησης πριν εξαντλήσει την τετραετία. Για τον κ. Κρητικό δεν αποτελεί λύση. «Η κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να ξεκινήσει τις μεταρρυθμίσεις, όσο δυσάρεστες κι αν είναι» μας λέει. «Οι μεταρρυθμίσεις προχωρούν περισσότερο όταν τα πράγματα είναι δύσκολα, έτσι ήταν πάντα».
Υπάρχει όμως πραγματική βούληση; Είναι έτοιμη η κυβέρνηση για τολμηρές τομές; Είναι έτοιμη η γερμανική κοινωνία να συγκρουστεί με τον κακό εαυτό της, να κάνει θυσίες, όπως είχε ζητηθεί από τους Έλληνες, και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα; Για να γίνει αυτό, πρέπει να γυρίσει το ρολόι 75 χρόνια πίσω, να ξαναθυμηθεί η χώρα το γερμανικό θαύμα και να αναζητήσει έναν σύγχρονο Λούντβιχ Έρχαρντ, που να ξέρει από τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακή διακυβέρνηση και να αγαπά χωρίς κομματικά βαρίδια τη Γερμανία.



