Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η κυβέρνηση επαίρεται για τη βελτίωση πλήθους οικονομικών δεικτών, ο προπαγανδιστικός της μηχανισμός μιλά για αύξηση εισοδημάτων, υποχώρηση της ανεργίας, απομείωση φόρων, ενίσχυση της ανάπτυξης και μαζί εκθειάζει την κατακτηθείσα, όπως διαφημίζει, επί των ημερών της δημοσιονομική υγεία, προβάλλοντας τόσο τα υπερπλεονάσματα των προϋπολογισμών όσο και την απομείωση του χρέους.

Οι αριθμοί ευημερούν, όπως θα έλεγε κάποιος από το μακρινό παρελθόν, αλλά ο λαός πένεται, καθώς δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ οικονομικής και κοινωνικής προόδου.

Τα στοιχεία Eurostat για τη φτώχεια στην Ελλάδα, όπως και εκείνα του Ελληνικού Δικτύου για την αντιμετώπισή της,  είναι αποκαρδιωτικά. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για το 2025 περίπου το 26,9% του πληθυσμού της χώρας, κοντά στα 2.740.000 άτομα, αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Η Ελλάδα κατατάσσεται στην προτελευταία θέση, μεταξύ των χωρών της Ευρώπης, λίγο πάνω από τη Βουλγαρία και με τη Ρουμανία να καταγράφει πλέον καλύτερες επιδόσεις. Το τραγικό είναι ότι το 14,9% του πληθυσμού στη χώρα μας βιώνει σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις, η παιδική φτώχεια είναι υψηλή, στο 22,4%, οι ενοικιαστές αντιμετωπίζουν κατά 32,2% υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας και ένα 60% του πληθυσμού δηλώνει δυσκολία να καλύψει τις ανάγκες του.

Ολα τα στοιχεία βεβαιώνουν ότι σημαντικά τμήματα της κοινωνίας παραμένουν παγιδευμένα σε κύκλο ανέχειας και μεγάλης δυσκολίας, ο οποίος, παρά την όποια πρόοδο, τροφοδοτείται από τους χαμηλούς μισθούς, από την απόσταση που χωρίζει τις εισοδηματικές αυξήσεις από εκείνες των τιμών βασικών ειδών διατροφής και βεβαίως από την ενεργειακή ανασφάλεια των τελευταίων πολλών ετών.

Επιπλέον το αποτύπωμα της φτώχειας επιδεινώνεται από τις περιφερειακές ανισότητες, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, τη δημογραφική γήρανση, τις επικρατούσες συνθήκες οικιστικής ανασφάλειας, παρατεταμένου άγχους, εντεινόμενων προβλημάτων ψυχικής υγείας, αλλά και από την ευαλωτότητα που προκύπτει για κατοίκους υποβαθμιζόμενων αγροτικών περιοχών, ηλικιωμένους, μονογονεϊκές οικογένειες και πρόσφυγες.

Δεν χωρεί πια αμφιβολία ότι το εφαρμοζόμενο επί πολλά χρόνια σχήμα περιοριστικής οικονομικής πολιτικής, σταθερό από το 2008 και εντεύθεν, είναι μονομερές ως προς τους στόχους, φροντίζει κατά βάση τη δημοσιονομική υγεία και την κερδοφορία των επιχειρήσεων, παρά οτιδήποτε άλλο. Με αποτέλεσμα να επιτείνει τις ανισότητες και να κλονίζει την κοινωνική συνοχή.

Το κυρίαρχο και μονοδρομικό τουλάχιστον την τελευταία επταετία ιδεολόγημα, που θέλει όλες τις πολιτικές να διευκολύνουν τη δημιουργία νέου πλούτου, αλλά να αφήνουν την αναδιανομή του στις δυνάμεις της αγοράς ή ακόμη χειρότερα στην καλοσύνη των εύπορων και των πλουσίων, τείνει να εξαντλεί τις όποιες δυνατότητές του.

Οσο περνούν τα χρόνια τα κοινωνικά ρήγματα πολλαπλασιάζονται, ενώ πλήθος παραγόντων και συνθηκών αφήνει σημαντικά τμήματα της κοινωνίας εκτός, αυξάνοντας τις ζώνες ανέχειας και φτώχειας.

Ο ελληνικός λαός διακρίνει το έλλειμμα, αντιλαμβάνεται το κενό και τοποθετείται αναλόγως. Η οικονομική πολιτική δεν ενθουσιάζει κανέναν πια πέρα από το 25% των βολεμένων και τακτοποιημένων, που υπερασπίζονται τη δική τους ευημερία και αδιαφορούν για τη δύσκολη ζωή των άλλων. Δεν είναι τυχαίο ότι στις λαϊκές ζώνες οι πολίτες νοσταλγούν τη δεκαετία του ’80 και φωνάζουν πως αναζητούν «έναν Ανδρέα να ξαναγεμίσει το τραπέζι…».  Με τη διαφορά όμως ότι δεν τον βρίσκουν, ή καλύτερα δεν υπάρχει στο τρέχον, θορυβώδες πλην αναξιόπιστο, πολιτικό περιβάλλον.