Περισσότερα ερωτήματα παρά πειστικές απαντήσεις
Γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης
Η 1η Ιανουαρίου ως απαρχή ενός νέου ετήσιου ημερολογιακού κύκλου δεν έχει το ευθύγραμμο παρελθόν που η σύγχρονη τακτική επανάληψή της υπαινίσσεται. Χρονολογείται μεν από τα ρωμαϊκά χρόνια, ωστόσο σε πολλές περιοχές της Ευρώπης υπέστη τη διακοπή του χριστιανικού ημερολογίου το οποίο πρόκρινε ως πρώτη μέρα του έτους την εορτή του Ευαγγελισμού στις 25 Μαρτίου.
Αν και άρχισε να επικρατεί πάλι σταδιακά από τον 16ο αιώνα, θύλακες απόκλισης παρέμειναν σε ισχύ: η Δημοκρατία της Βενετίας έμεινε πιστή στην 1η Μαρτίου ως την κατάργησή της με τη ναπολεόντεια κατάκτηση το 1797· η Ρωσία τηρούσε την 1η Σεπτεμβρίου, ημερομηνία έναρξης του εκκλησιαστικού έτους, ως Πρωτοχρονιά μέχρι τη σχετική μεταρρύθμιση του Μεγάλου Πέτρου το 1700.
Κατά μία έννοια η σημερινή σύγκλιση στην 1η Ιανουαρίου ακόμη και από κουλτούρες όπως η κινεζική, η οποία διαθέτει το δικό της παραδοσιακό ημερολόγιο (η κινεζική Πρωτοχρονιά αποτελεί κινητή εορτή σε διαφορετική ημέρα κάθε χρόνο, μεταξύ τέλους Ιανουαρίου και τέλους Φεβρουαρίου), είναι ένας χαρακτηριστικός δείκτης της πολιτισμικής όψης της παγκοσμιοποίησης – του τρόπου με τον οποίο η διεύρυνση της επικοινωνίας, των οικονομικών συναλλαγών, της ανταλλαγής ιδεών δημιουργεί συνθήκες ώσμωσης, διαμορφώνει κοινά πεδία ανθρώπινων δραστηριοτήτων.
Η επανέναρξη της αρίθμησης υποδηλώνει την έννοια της ανανέωσης, άρα της αισιοδοξίας για το μέλλον. Στην πράξη, ωστόσο, δεν συνιστά παρά τεχνητή διακοπή – μια στιγμιαία παύση της πραγματικότητας, όπως όλοι οι εορτασμοί. Ο παλιός χρόνος κληροδοτεί στον νέο τα επιτεύγματα, τις εκκρεμότητες, τις αμαρτίες του.
Το 2026 θα συνεχίσει ακριβώς από το σημείο που τερματίζει το 2025. Με έναν κόσμο πολιτικά κατακερματισμένο που αρχίζει να συνειδητοποιεί τις βαθιές μεταβολές του 21ου αιώνα. Με τη διαφαινόμενη επιστροφή του πολέμου ως συνέχισης της πολιτικής με άλλα μέσα όπως υποδεικνύει η περίπτωση της ρωσικής επιθετικότητας.
Με τη βαθμιαία μετακίνηση των ισορροπιών του δυτικού πολιτικού φάσματος προς την Ακρα Δεξιά έπειτα από την οικονομική κρίση του 2008. Με την αυξανόμενη επιρροή της κινεζικής υπερδύναμης. Με την αίσθηση μιας Ευρώπης που πλέει κόντρα στον καιρό, με ισχυρούς αντίθετους ανέμους στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Το 2026 έρχεται χωρίς το μέλλον του να είναι προδιαγεγραμμένο, αλλά με πολύ περισσότερα κρίσιμα ερωτήματα παρά πειστικές απαντήσεις.
Πάει ο παλιός ο χρόνος;
Γράφει η Ιωάννα Λαλιώτου

«Καλή Χρονιά!» ευχόμαστε συνέχεια τέτοιες μέρες. Και κάθε τέτοια ευχή μας, ρητά ή υπόρρητα, εμπεριέχει τις επιθυμίες, τους φόβους και τις ελπίδες μας για το μέλλον, για τον νέο χρόνο που έρχεται!
Μπορούμε λοιπόν στον 21ο αιώνα ακόμα να φανταζόμαστε το μέλλον; Ή μάλλον, μπορούμε ακόμα να φανταζόμαστε ένα μέλλον διαφορετικό από το παρελθόν και το παρόν; Σήμερα, το μέλλον μοιάζει με μια έννοια που ανήκει στο παρελθόν, μια έννοια του προηγούμενου αιώνα.
Ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας της επιστήμης, του πολέμου και της ελπίδας για ειρήνη, της τεχνολογίας, του τρόμου αλλά και της προσδοκίας της ανάπτυξης και της δικαιοσύνης. Ηταν ο αιώνας της επιστημονικής φαντασίας, του λογοτεχνικού και κινηματογραφικού φουτουριστικού οραματισμού, της τεχνολογικής και της πολιτισμικής πρωτοπορίας.
Παρήγαγε μάλιστα τόσες εικόνες και αντιλήψεις για το μέλλον που σχεδόν προκατέλαβε τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε και αποτυπώνουμε τις αντιλήψεις μας για τα μελλούμενα ακόμη και σήμερα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις μέρες μας οι περισσότερες τεχνο-πολιτισμικές απόπειρες οραματισμού του δικού μας μέλλοντος φαντάζουν συχνά ως μέτριες παραλλαγές της θεματολογίας του σχετικού οραματισμού του προηγούμενου αιώνα. Σαν το μέλλον να έχει κάπως «παλιώσει» και να ανακυκλώνεται, σα να έχει γίνει κάπως μπανάλ!
Γιατί όμως; Πώς διαμορφώνεται το παρόν μας στον 21ο αιώνα και πώς τα παροντικά βιώματα επηρεάζουν τελικά και τον οραματισμό μας για το μέλλον; Συμπληρώνουμε πια το πρώτο τέταρτο του αιώνα, μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από το βίωμα των πολυκρίσεων: Δίδυμοι Πύργοι και τρομοκρατία, πόλεμοι στη Μέση Ανατολή, χρηματοοικονομική κρίση, μνημονιακή λιτότητα, προσφυγική κρίση και μεταναστευτικό, πανδημία Covid-19, κλιματικές καταστροφές και βιο-παραγωγικές κρίσεις (στη χώρα μας η περίπτωση των πλημμυρών της Θεσσαλίας και η ευλογιά), νέος μιλιταρισμός και ReArm Europe.
Οι αλλεπάλληλες αλλά και διαρκώς επικαλυπτόμενες πολυκρίσεις αποτελούν ίσως το ισχυρότερο βίωμα του 21ου αιώνα, σε τέτοιο βαθμό που η διαρκής κρίση να φαντάζει πια σήμερα – ιδιαίτερα στους νεότερους ανθρώπους – ως μια νέα μορφή κανονικότητας.
Μπορούμε να σκεφτούμε τον κόσμο το 2026 εκτός του πλαισίου των πολυκρίσεων; Μάλλον όχι! Η αντίληψή μας για το άμεσο μέλλον δεν εμπεριέχει κάποιο ενδεχόμενο ή κάποια προσδοκία «θεραπείας» ή υπέρβασης των πολυκρίσεων της εποχής μας. Αυτόν τον ρόλο έπαιξε παλαιότερα η τεχνολογία.
Για παράδειγμα, ο φουτουριστικός οραματισμός του 20ού αιώνα εστίασε στην τεχνολογία και στις δυνατότητες που αυτή έδινε για την ανάδυση ενός διαφορετικού κόσμου στο μέλλον.
Σήμερα, η τεχνολογία δεν παίζει αυτόν τον ρόλο. Ακόμη και οι πιο δημοφιλείς προσδοκίες σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη δεν αφορούν την αλλαγή του κόσμου, αλλά αντίθετα την επιτάχυνση των διαδικασιών που καθορίζουν το παρόν μας: δηλαδή, τη γρήγορη επέλαση και κατάκτηση του μέλλοντος από το παρόν. Είναι σαν ο «παλιός ο χρόνος» όχι μόνο να μη θέλει να φύγει, αλλά και να απεργάζεται σχέδια κατάκτησης και κυριαρχίας επί του νέου!
Οι πολυκρίσεις λοιπόν αποτελούν τη νέα κανονικότητά μας: είναι μάλλον αδύνατο να σκεφτούμε το 2026 εκτός των κύκλων επανάληψης των κρίσεων του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα. Επίσης, ο οραματισμός μας για ένα διαφορετικό μέλλον δεν μπορεί να βρει αναφορά σε κάποιον εξωτερικό παράγοντα που θα παίζει τον ρόλο του καταλύτη των εξελίξεων, όπως ήταν για παράδειγμα το «τζίνι» της τεχνολογίας στο παρελθόν.
Ισως, το ενδεχόμενο ενός διαφορετικού μέλλοντος, ενός πραγματικά «νέου χρόνου» δεν μπορεί παρά να ενυπάρχει ήδη εντός της κοινωνίας.
Και ίσως να αποτυπώνεται στις ανάγκες, τα προβλήματα, τα δεινά και τις δυνατότητες μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας που ενώ φαινομενικά δεν συμμετέχουν ενεργά στις πολιτικές διεργασίες, εντούτοις η ζωή τους επηρεάζεται κατά κύριο λόγο από την κανονικότητα των πολυκρίσεων, και μάλιστα όχι θετικά.
Μπορούμε σήμερα να οραματιστούμε μορφές πολιτικής και πολύτροπης διακυβέρνησης που θα άρουν την κανονικότητα των πολυκρίσεων; Μπορούμε δηλαδή να μεταβούμε από τις πολιτικές επίτευξης προκαθορισμένων στόχων (της μπαναλιτέ του μέλλοντος), στην πολιτική εντοπισμού των αναδυόμενων ανθρώπινων αναγκών που θα επανακαθορίσουν τελικά τους στόχους έτσι ώστε αυτοί να είναι μέλλον και όχι διαιώνιση των προβλημάτων του παρόντος; Υπάρχουν πολιτικές που οδηγούν εκτός των κυκλικών επαναλήψεων των πολυκρίσεων;
Και υπάρχει περίπτωση να δούμε τέτοιες εξελίξεις εντός του 2026; Δεν γνωρίζουμε, αλλά ενδέχεται! Εξάλλου, το μόνο μέλλον που δεν είναι μια επανάληψη παλαιότερων ιστορικών οραματισμών, είναι εκείνο που αφορά τη δυνητική ενδεχομενικότητα μιας πραγματικότητας που δεν υπάρχει ακόμα, όπως ίσως θα έλεγε ο φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ. Καλή Χρονιά!
Η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Η εξέλιξη του διεθνούς συστήματος
Γράφει ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου

Από τη σκοπιά του διεθνούς καταμερισμού ισχύος, το διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται από ασύμμετρο διπολισμό. Αυτό είναι εμφανές ιδίως από τη σκοπιά της οικονομικής ισχύος, δηλαδή του ΑΕΠ, καθώς οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Κίνας προεξέχουν όλων των άλλων.
Από τη σκοπιά της στρατιωτικής ισχύος ωστόσο συνεχίζουν να προεξέχουν οι ΗΠΑ, αν και λιγότερο από ό,τι στην αρχή του 21ου αιώνα. Το σημερινό διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αποκέντρωση, με διάφορες ομάδες κρατών να επιδιώκουν συγκρουόμενους ή τουλάχιστον ανταγωνιστικούς σκοπούς.
Οι μεγάλες ομάδες είναι α) η Δύση, που όμως γίνεται λιγότερο κυρίαρχη και συμπαγής από ό,τι παλαιότερα, β) τα αντι-δυτικά κράτη, δηλαδή η Κίνα, η Ρωσία, η Βόρεια Κορέα και το Ιράν, που τα ενώνει μόνο η αντίθεσή τους προς την επικυριαρχία της φιλελεύθερης Δύσης, και γ) ο λεγόμενος παγκόσμιος Νότος, η συνέχεια δηλαδή των παλαιών αδέσμευτων, με κράτη που έχουν σημαντικές σχέσεις τόσο με τη Δύση, όσο και με την αντι-δυτική ομάδα.
Οι διαφορές μεταξύ τους φάνηκαν στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας. Η Δύση και ειδικά η Ευρώπη ερμήνευσε τον πόλεμο σαν επανάληψη του 1939 και υποστήριξε σθεναρά την Ουκρανία, ώστε να ανακόψει τον ρωσικό αυτοκρατορικό επεκτατισμό.
Το αντι-δυτικό μπλοκ συμπαραστάθηκε στη Ρωσία είτε με στρατεύματα (Βόρεια Κορέα), είτε με οπλικά συστήματα (Ιράν και Βόρεια Κορέα), είτε οικονομικά (Κίνα). Ο δε παγκόσμιος Νότος αρνήθηκε να ταυτισθεί με μία από τις άλλες δύο ομάδες και σε γενικές γραμμές αρνήθηκε να ακολουθήσει τη Δύση στις κυρώσεις της κατά της Ρωσίας, διατήρησε όμως και καλές σχέσεις μαζί της.
Πρόσφατες εξελίξεις στον τρόπο πολέμου, όπως φάνηκαν στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας και άλλες συρράξεις, τείνουν να επηρεάζουν το διεθνές σύστημα αποκεντρωτικά, δίνοντας σε ασθενέστερα κράτη καλύτερες προοπτικές να αντιστέκονται στις επιβουλές ισχυρότερων δυνάμεων.
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά πρόσφατες εξελίξεις στις μη εμπόλεμες μεθόδους διεθνών αντιπαραθέσεων, όπως κυβερνοεπιθέσεις και επιχειρήσεις πολιτικού επηρεασμού μέσω των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης.
Η ανθρωπότητα έχει πλέον αστικοποιηθεί. Το 1960 ζούσε σε πόλεις μονάχα το ένα πέμπτο της ανθρωπότητας, ενώ σήμερα έχει ξεπεράσει το μισό. Το αποτέλεσμα είναι οι πόλεμοι να επικεντρώνονται σε αστικές μάχες. Το αστικό περιβάλλον μάχης είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για την άμυνα.
Στη μάχη της Μοσούλης το 2016-2017, για παράδειγμα, το αμυνόμενο ISIS είχε 5.000 με 8.000 μαχητές, ενώ οι επιτιθέμενοι είχαν 100.000 οπλίτες και την υποστήριξη της αμερικανικής αεροπορίας. Παρά τη μεγάλη ασυμμετρία υπέρ των επιτιθέμενων, το ISIS αντιστάθηκε για 252 ημέρες.
Επιπλέον, λόγω της ανάπτυξης των μεθόδων ανίχνευσης στόχων μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών και άλλων μέσων, το σύγχρονο πεδίο μάχης έχει γίνει σχεδόν διαφανές – η ομίχλη του πολέμου έχει γίνει λιγότερο πυκνή. Ιδιαίτερα εύκολη είναι η ανίχνευση κάθε κίνησης στο επιχειρησιακό πεδίο.
Αυτό ευνοεί την άμυνα, καθώς η επίθεση απαιτεί κίνηση. Ο παράγοντας αυτός εξηγεί την ικανότητα της Ουκρανίας να συνεχίζει να αντιστέκεται ενάντια στις ρωσικές επιθέσεις έπειτα από τέσσερα χρόνια από την αρχή του πολέμου, παρότι έχει πολύ μικρότερο πληθυσμό από τη Ρωσία.
Ειδικότερα, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας αλλά και στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αποτελούν οπλικό σύστημα χαμηλού κόστους, που μπορεί να εξουδετερωθεί συχνά μόνο με πολύ ακριβότερα αντιαεροπορικά συστήματα.
Για να εξουδετερώσει αυτή την ασυμμετρία, το Ισραήλ αναπτύσσει το αντιαεροπορικό σύστημα Iron Beam, με το οποίο το κόστος απόκρουσης μέσω ακτίνων λέιζερ ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους ή άλλου ιπτάμενου συστήματος θα είναι μόνο 50.000 δολάρια.
Ο κυβερνοχώρος αποτελεί επίσης πεδίο, όπου μπορούν σχετικά αδύναμα κράτη να εξαπολύουν σοβαρές επιθέσεις εναντίον ισχυρότερων κρατών. Βέβαια, τα αναπτυγμένα κράτη επενδύουν διαρκώς στην επικαιροποίηση των συστημάτων κυβερνοασφάλειάς τους.
Σε τέτοιες αντιπαραθέσεις πάντως δεν μετράει τόσο η γενική οικονομική ισχύς των κρατών, όσο η ειδικευμένη τεχνογνωσία που δεν προϋποθέτει μεγάλους πόρους σε σχέση με την παραδοσιακή στρατιωτική ισχύ. Το ίδιο ισχύει και για επιχειρήσεις πολιτικού επηρεασμού μέσω των δικτύων κοινωνικής δικτύωσης, όπως αυτές της Ρωσίας για τον επηρεασμό των αμερικανικών εκλογών του 2016.
Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρος του ΕΣ του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ).
Τεστ αντοχής για την Ευρώπη
Γράφει η Ρεβέκκα Γ. Παιδή
Το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε παρατεταμένη μετάβαση. Η αβεβαιότητα, η συναλλακτικότητα, η διεθνής πόλωση, η εργαλειοποιημένη αλληλεξάρτηση και η προσωπική διπλωματία αντικαθιστούν σταδιακά τις σταθερές της φιλελεύθερης τάξης. Τα ευρωπαϊκά κράτη βρίσκονται υπό πίεση από εξωτερικούς δρώντες και αντιμέτωπα εσωτερικά με την κόπωση των πολιτών τους.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση καλείται να πορευτεί σε έναν ανοίκειο κόσμο. Τα εργαλεία που τη στήριξαν στο παρελθόν είτε δεν είναι πια διαθέσιμα είτε δεν αρκούν. Το βαθύτερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι απαντήσεις που οι Ευρωπαίοι διαθέτουν για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις δεν λειτουργούν συμπληρωματικά. Συχνά συγκρούονται και βάζουν την Ευρώπη στη γωνία. Το 2026 προμηνύεται ως χρονιά κατά την οποία αυτή η σύγκρουση απαντήσεων θα υποβάλει τους Ευρωπαίους σε ένα διαρκές τεστ αντοχής.
Η Ευρώπη καλείται να κινηθεί σε έναν πιο συναλλακτικό κόσμο, χωρίς να εγκαταλείψει τους κανόνες, τους θεσμούς, το διεθνές δίκαιο, την πολυμέρεια και την ελευθερία που αποτέλεσαν διαχρονικά βασικές πηγές της επιτυχίας και της επιρροής της.
Οσο περισσότερο, όμως, υιοθετεί συναλλακτικές πρακτικές για να παραμείνει παρούσα και αποτελεσματική, τόσο περισσότερο υποσκάπτει την τάξη στην οποία στηρίχθηκε και το θεμέλιο της ευρωπαϊκής επιρροής.
Αντίστοιχη σύγκρουση καταγράφεται στο πεδίο της ασφάλειας. Η στρατηγική αυτονομία παραμένει κεντρικός στόχος, αλλά η πραγματικότητα της εξάρτησης σε ζητήματα άμυνας, τεχνολογίας και ενέργειας περιορίζει την εμβέλειά της. Τα ευρωπαϊκά κράτη καλούνται ν’ αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης – σε αποτροπή, εξοπλισμούς, συνεισφορά στην ευρωατλαντική συμμαχία – χωρίς να αποκτούν αντίστοιχη ελευθερία κινήσεων.
Η ενίσχυση της αυτονομίας συνεπάγεται θυσίες που δεν είναι όλα τα κράτη έτοιμα ή ικανά να κάνουν. Οι ανισορροπίες στο εσωτερικό της Ενωσης εντείνονται και την καθιστούν ιδανικό πεδίο για τακτικές διαίρει και βασίλευε από αντιπάλους.
Η σύγκρουση αυτή γίνεται ακόμη πιο ορατή στο κοινωνικό πεδίο. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών και η ανάληψη νέων διεθνών υποχρεώσεων συμπίπτουν με κοινωνίες που δοκιμάζονται από οικονομική ανασφάλεια και παρατεταμένη κόπωση από τις αλλεπάλληλες κρίσεις. Η ενίσχυση της άμυνας έρχεται σε ανταγωνισμό με προτεραιότητες του κοινωνικού κράτους.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εξωτερική πολιτική καθίσταται ευάλωτη. Η κοινωνική δυσαρέσκεια και η πολιτική πόλωση δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για εξωτερικές παρεμβάσεις και παραπληροφόρηση.
Η ενότητα των δυτικών κοινωνιών βρίσκεται στο στόχαστρο και τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής γίνονται πεδία εσωτερικής αντιπαράθεσης και εκμετάλλευσης. Παράλληλα, η διεθνής πόλωση περιορίζει τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών.
Τα ομονοούντα κράτη έχουν τον πρώτο λόγο στη στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ. Η διατήρηση ισορροπιών μεταξύ διαφορετικών πόλων ισχύος γίνεται δυσκολότερη. Οι πιέσεις για σαφή τοποθέτηση σε κρίσιμους τομείς όπως η ασφάλεια, η τεχνολογία, οι υποδομές και το εμπόριο αυξάνονται.
Την ίδια στιγμή, οι περιφερειακές κρίσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Ουκρανία απαιτούν διαρκή εγρήγορση, χωρίς εγγύηση σταθερής εξωτερικής συνδρομής. Η ανάγκη ανάληψης ευθύνης συγκρούεται με περιορισμένους πόρους, απρόθυμες ηγεσίες και κοινωνίες που δυσκολεύονται να αποδεχθούν μια μόνιμη κατάσταση έντασης.
Στο τεχνολογικό πεδίο η προμήθεια τεχνολογίας μειώνει την άμεση τρωτότητα, αλλά αυξάνει τη μακροπρόθεσμη εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό παρόχων: τεχνολογικών κολοσσών, αλλά και κρατικών δρώντων. Οι πελατειακές σχέσεις που γνωρίζουμε από τις αγορές εξοπλισμών, επανέρχονται, διευρύνονται και πολλαπλασιάζονται στον χώρο της τεχνολογίας.
Τέλος, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη σύγκρουση επιλογών ως προς τη Ρωσία. Η εστίαση στον πόλεμο στην Ουκρανία και η έως πρόσφατα σύμπτωση απόψεων με τις ΗΠΑ ανέστειλαν τη συζήτηση για το «μετά» στις σχέσεις με τη Ρωσία.
Η Ευρώπη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αποτροπής και στη διατήρηση της αρχής της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας στην Ευρώπη από τη μία, και στη διαχείριση της συνύπαρξης με τη Ρωσία από την άλλη.
Οι συγκρούσεις αυτές αποδυναμώνουν τις στρατηγικές επιλογές της Ευρώπης· διαβρώνουν εξίσου την ενότητα και την πολιτική της συνοχή. Το κρίσιμο ζητούμενο για τις Βρυξέλλες και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν είναι η αποφυγή του κόστους, αλλά η διαχείρισή του.
Το σωρευτικό κόστος των συγκρούσεων μετατρέπεται σε παράγοντα αστάθειας και ανασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να νοείται χωρίς την κοινωνία: η συνοχή και η ενότητα καθίστανται κρίσιμες συνιστώσες ισχύος της Ενωσης και των ευρωπαϊκών κρατών για να περάσει η Ευρώπη το τεστ αντοχής το 2026.
Η κυρία Ρεβέκκα Γ. Παιδή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.





