Η σύγκρουση στο Ιράν φαίνεται πως δεν αναδιαμορφώνει μόνο τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς στη Μέση Ανατολή, αλλά επιταχύνει και τη διεύρυνση του ρήγματος στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Αυτό που αρχικά εκδηλώθηκε ως επιφυλακτικότητα των Ευρωπαίων απέναντι σε μια στρατιωτική επιχείρηση για την οποία δεν ερωτήθηκαν, δείχνει πλέον να εξελίσσεται σε ανοιχτή πολιτική και στρατηγική απόκλιση από την Ουάσιγκτον.

Η σχέση των ΗΠΑ με τους παραδοσιακούς τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ δοκιμάζεται όχι μόνο από τις επιλογές στο πεδίο, αλλά και από τη ρητορική του Αμερικανού προέδρου.

Η Ουάσιγκτον πιέζει

Ο Ντόναλντ Τραμπ, εδώ και περισσότερο από έναν μήνα, κλιμακώνει την κριτική του προς τους Ευρωπαίους, κατηγορώντας τους για έλλειψη στήριξης και απροθυμία να αναλάβουν στρατιωτικό ρίσκο. Σε δημόσιες παρεμβάσεις του, τους χαρακτήρισε «δειλούς», καλώντας τους να «πάρουν το δικό τους πετρέλαιο» από τα Στενά του Ορμούζ.

Πρόσφατα, σύμφωνα με τους Financial Times, απείλησε ακόμη και με διακοπή της στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία, επιχειρώντας να πιέσει τους ευρωπαίους συμμάχους να ενταχθούν σε έναν «συνασπισμό προθύμων» για το άνοιγμα των Στενών.

Παράλληλα, επανέφερε —έστω και υπαινικτικά— το ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, αφήνοντας να αιωρείται η αμφιβολία για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να εγγυάται την ασφάλεια των συμμάχων της.

Ευρωπαϊκή ανυπακοή

Από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή αντίδραση, αν και προσεκτική στη διατύπωση, αποδεικνύεται πιο ουσιαστική σε επίπεδο πράξεων.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα «ευρωπαϊκής ανυπακοής», όπως το χαρακτηρίζουν οι New York Times, αποτελεί η Αυστρία, η οποία απέρριψε αίτημα των ΗΠΑ για χρήση του εναέριου χώρου της από στρατιωτικές πτήσεις που σχετίζονται με τον πόλεμο κατά του Ιράν.

«Δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση με την πολιτική χάους του Τραμπ και τον πόλεμό του, που θα μας φέρει την επόμενη ενεργειακή κρίση», έγραψε ο αντικαγκελάριος της Αυστρίας Άντι Μπάμπλερ σε ανάρτησή του. «Η ουδετερότητα είναι ένα πολύτιμο πλεονέκτημα της χώρας μας. Όχι στον πόλεμο».

Η Ισπανία ήταν η πρώτη που έκλεισε τον εναέριο χώρο της για αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη που κατευθύνονταν προς το Ισραήλ και εμπλέκονται στη σύγκρουση, η Ιταλία απέρριψε αίτημα για χρήση βάσης στη Σικελία, ενώ η Γαλλία έθεσε αυστηρούς όρους ακόμη και για μη επιχειρησιακές προσγειώσεις. Το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και πιο διαλλακτικό, περιόρισε τη συνεργασία του σε «αμυντικές» αποστολές, αφού αρχικά είχε αρνηθεί τη χρήση δύο βάσεών του.

Οι αποφάσεις αυτές αντανακλούν μια βαθύτερη διαφωνία ως προς τη νομιμότητα, τη στρατηγική και τις συνέπειες του πολέμου. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η επιχείρηση δεν έχει την έγκριση των Ηνωμένων Εθνών, ούτε εντάσσεται σε σαφές πλαίσιο αυτοάμυνας — ενώ, κρίσιμα, δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαβούλευσης εντός του ΝΑΤΟ.

Η διάσταση αυτή αναδεικνύεται ακόμη πιο έντονα στις πολιτικές τοποθετήσεις κορυφαίων ηγετών.

Από την έναρξη της σύγκρουσης, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει υιοθετήσει μια από τις πιο ξεκάθαρες και αιχμηρές γραμμές αντίθεσης, απορρίπτοντας όχι μόνο τη στρατιωτική εμπλοκή, αλλά και τη διευκόλυνση της αμερικανικής επιχείρησης.

Αντίστοιχα, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο ηχηρούς επικριτές της αμερικανικής στάσης, εγκαταλείποντας τη μέχρι πρότινος ισορροπημένη προσέγγιση απέναντι στον Τραμπ. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του —με αιχμές για ασυνέπεια, έλλειψη σοβαρότητας και υπονόμευση του ΝΑΤΟ— αποτυπώνουν μια ευρύτερη ευρωπαϊκή δυσφορία που πλέον εκφράζεται πιο ανοιχτά, όπως σημειώνουν οι NYTimes.

Αναμενόμενα, τόσο ο Σάντσεθ όσο και ο Μακρόν έγιναν αποδέκτες επιθετικών και χλευαστικών σχολίων από τον Τραμπ.

Η Ιταλία, της οποίας η κυβέρνηση θεωρείται πολιτικά κοντά στον Αμερικανό πρόεδρο, με την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι να διατηρεί στενή σχέση μαζί του, επέλεξε επίσης να κινηθεί με γνώμονα το διεθνές δίκαιο και τις ευρωπαϊκές ισορροπίες, χωρίς ωστόσο να υιοθετεί αιχμηρή ρητορική.

Ακόμη και χώρες που διατηρούν πιο προσεκτική στάση —όπως η Πολωνία ή τα κράτη της Βαλτικής— εμφανίζονται απρόθυμες να αποδυναμώσουν την άμυνά τους στην Ευρώπη, αρνούμενες να μεταφέρουν κρίσιμα συστήματα, όπως οι συστοιχίες Patriot, στη Μέση Ανατολή.

Η «γραμμή» της Ευρώπης για το Ορμούζ

Το αποτέλεσμα μέχρι στιγμής είναι μια εικόνα Ευρώπης που δεν συγκρούεται ανοιχτά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ταυτόχρονα δεν ευθυγραμμίζεται — και κυρίως, δεν ακολουθεί.

Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνεται έντονα και στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, μιας κρίσιμης ενεργειακής αρτηρίας. Ενώ ο Τραμπ πιέζει για άμεση δράση, ακόμη και για στρατιωτική κατάληψη του περάσματος, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή ροή ενέργειας, οι Ευρωπαίοι επιμένουν σε μια πιο συγκρατημένη, αμυντική προσέγγιση, συνδέοντας οποιαδήποτε εμπλοκή με την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης.

Η πρωτοβουλία ευρωπαϊκών χωρών για τη συγκρότηση πολυεθνικού σχήματος προστασίας της ναυσιπλοΐας μετά το τέλος των εχθροπραξιών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής διαφοροποίησης.