Είναι 26 χρόνων και έχει μια δεκαετία στο θέατρο. Ο Γιάννης Τσουμαράκης, αριστούχος της Δραματικής του Εθνικού, Θεατρικό Βραβείο Χορν 2025, δουλεύει πολύ και έχει ήδη ξεχωρίσει. Από την περασμένη σεζόν μέχρι σήμερα έπαιξε σε τέσσερις παραστάσεις («Κασέτα», «Blue Train», «Αντιγόνη», «Οιδίποδας»), συμμετέχει στη σειρά «Εχω παιδιά» (Mega) και τώρα ετοιμάζεται για την «Αstoria» (Παλλάς). Και έπεται συνέχεια: Ιων,στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου (Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου).

Τι θα δούμε στην «Αstoria»;

«Είναι μια μουσικο-θεατρική παράσταση που εκτυλίσσεται τον Μεσοπόλεμο στη Νέα Υόρκη. Παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από μια κοπέλα που πηγαίνει εκεί για να παντρευτεί. Σαν ένα παζλ κομματιών μνήμης. Μικρές ιστορίες ανθρώπων ανοίγουν ολόκληρη τη βεντάλια της νεοελληνικής ιστορίας. Κάπως έτσι λειτουργεί το θέατρο για μένα, ειδικά όταν αφορά σε μια ιστορική περίοδο: Υπενθύμιση στη μνήμη του θεατή».

Ο ρόλος σας;

«Ερμηνεύω ένα αγόρι (Στέφανος Καλδής). Ο πατέρας του σκοτώθηκε στη Μικρασιατική Καταστροφή – ο ίδιος αναγκάστηκε να γίνει αγρότης. Μεταναστεύει για να βρει την τύχη του. Ολοι είναι ήρωες, σχηματικά μιλώντας, ζουν “δίπλα στον υπόνομο” και πρέπει να βρουν τρόπο επιβίωσης. Οπότε θα κάνουν και τη “βρώμικη” δουλειά – θα μπλέξουν με τη μαφία, θα λερώσουν τα χέρια τους. Αυτό δεν έχει να κάνει με εθνικότητες, και το έργο, εμμέσως πλην σαφώς, θίγει αυτό το θέμα. Μπορεί η “Αstoria” να έχει πολλή μουσική, εντυπωσιακά σκηνικά, αλλά ο πυρήνας παραμένει βαθιά πολιτικός. Οπως κι όλα στο θέατρο. Στην παράσταση ο καθένας είναι σαν να περιγράφει ένα κεφάλαιο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο ρόλος μου φέρει το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής μαζί με την ιστορία της μετανάστευσης – πώς μπήκε στα εργατικά συνδικάτα, πώς πολιτικοποιήθηκε, πώς εξελίχθηκε και η προσωπική του ιστορία. Εχω μπει στη συνθήκη μιας ωραίας έρευνας, διαβάζω, βλέπω ντοκιμαντέρ, ταινίες, ακούω ρεμπέτικα…».

Ετσι δουλεύετε πάντα;

«Ο ηθοποιός για μένα οφείλει να ποτίζει τον κήπο της φαντασίας του. Δεν μπορείς να τα περιμένεις όλα από τον σκηνοθέτη, τον συγγραφέα. Σου δίνουν τη συνθήκη, ένα ωραίο υλικό, σε οργανώνουν, μπορεί και να σε εμπνέουν. Αλλά εγώ σαν ηθοποιός πρέπει να φτιάξω το δικό μου σύμπαν – να προτείνω, να συνεργαστώ, να επικοινωνήσω, να συγκινηθώ, να βρω ένα κίνητρο. Το θέατρο, ειδικά σε αυτή την παράσταση, με συγκινεί γιατί μας θυμίζει πόσο κοντή μνήμη έχουμε ως λαός. Πόσες αναγωγές μπορούμε να κάνουμε με το σήμερα, που, για κάποιον λόγο, δεν τις κάνουμε».

Αναφέρεστε στη μετανάστευση;

«Εμείς οι Ελληνες έχουμε στο DNA μας τη μετανάστευση, την προσφυγιά, τον ξεριζωμό. Είναι παραπάνω από καταφανείς οι αναγωγές που μπορούμε να κάνουμε σε σχέση με το Ellis Island: push-backs, Πύλος, Χίος, κέντρα προσφύγων, συνθήκες διαβίωσης – πώς τους αντιμετωπίζουμε. Μέχρι πρόσφατα έμενα στον Αγιο Παντελεήμονα, σε μια πολυκατοικία με μετανάστες – έμεναν δέκα-δέκα. Βλέπω φωτογραφίες των Ελλήνων τότε στην Αμερική και ήταν ακριβώς έτσι. Κι όμως επιλέγουμε αν και πότε θα τα θυμηθούμε».

 

Μια παράσταση μπορεί να ταρακουνήσει;

«Το εύχομαι. Αυτό είναι που μου δίνει το κίνητρο ν’ ανέβω στη σκηνή. Σχεδόν καθημερινά αναρωτιέμαι γιατί το κάνω».

Πώς οδηγηθήκατε στο θέατρο;

«Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που το αγαπούσε πολύ, η μητέρα είναι θεατρολόγος. Πήγα στο Καλλιτεχνικό Σχολείο Γέρακα, έκανα μουσική από το δημοτικό (κλασικό πιάνο – ακορντεόν). Πιστεύω ότι η μουσική είναι ο πιο άμεσος τρόπος να συνδεθείς με τα αισθήματά σου – και το θέατρο για μένα είναι μουσική, ρυθμός. Επιπλέον πάντα με συγκινούσε ότι από σκηνής κάποιος άλλος έλεγε όσα σκεφτόμουν και δεν τολμούσα να πω. Θυμάμαι είχα χάσει τον παππού μου όταν είδα τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο στο “Ντα”. Οπότε σκέφτεσαι ότι αυτός ο πόνος έχει όμορφα λόγια, λυτρωτικά».

Εχει αγωνία η δουλειά σας;  

«Φυσικά. Αλλά έχω υπάρξει τυχερός. Οι προτάσεις που μου έχουν έρθει με αφορούν. Πέρυσι έπαιξα για πρώτη φορά στην Επίδαυρο με τον Ούλριχ Ράσε, ήμουν στον “Οιδίποδα” του Ρόμπερτ Αϊκ, έχω συνεργαστεί με το Εθνικό. Μια όμορφη ροή ως τώρα. Αλλά πολυτέλεια επιλογής δεν έχω. Η ανασφάλεια είναι ό,τι πιο ψυχοφθόρο, αντιδημιουργικό μπορείς να βιώσεις ως καλλιτέχνης – δεν σ’ αφήνει να ηρεμήσεις ποτέ».

Βραβείο Χορν 2025, σημαίνει…

«Πέραν της χαράς και της συγκίνησης, ήρθε σε μια στιγμή που είχα ανάγκη να μου πει κάποιος “καλά πας, πίστεψε σ’ αυτό, προχώρα”».

Απόρριψη. Πώς τη βιώνετε;

«Παίρνω προσωπικά την απόρριψη, όταν πρόκειται για δουλειά ή σκηνοθέτη που με ενδιαφέρει πολύ. Κλονίζεται η αυτοπεποίθησή μου, η πίστη μου σε μένα – μετά τα ξαναβρίσκω. Τρέχω σε casting. Από τις 50 οντισιόν-κάστινγκ που έχω πάει, με έχουν πάρει στα 5. Η απόρριψη είναι κοντά σε αυτό που κάνουμε, γι’ αυτό οφείλουμε να την αγκαλιάσουμε, να την αποδεχθούμε».

 

Σας φοβίζει η εποχή μας; Τι θα πεις, πώς θα μιλήσεις…

«Μου προκαλεί ένα μικρό πάγωμα. Από τη μια όσα συμβαίνουν στον κόσμο, από την άλλη το πολιτικώς ορθό. Νιώθω ανασφάλεια, αναρωτιέμαι αν πρέπει ή όχι να πάρω θέση. Αλλά δεν θέλω και να αδρανήσω. Εκεί, ευτυχώς, έρχεται η δουλειά μου, οπότε μπορώ να μιλήσω πιο ουσιαστικά για όσα με αφορούν. Μου δίνει μια λύτρωση σε σχέση με αυτά που βιώνω. Υπάρχει, βέβαια, και η θετική πλευρά. Δεδομένου του ότι η γλώσσα ορίζει τη σκέψη, δεν πειράζει που τώρα βιώνουμε αυτή την άβολη αλλαγή. Κάθε ριζική αλλαγή που αφορά θεμελιώδη κοινωνικά ή γλωσσικά ζητήματα, φλερτάρει με την υπερβολή – θα έρθει η ισορροπία. Ζούμε σε μια εποχή που οι αντιλήψεις για κοινωνικά ή έμφυλα ζητήματα αρχίζουν σιγά-σιγά να αλλάζουν. Εξελίσσονται, έτσι πρέπει. Δεν πειράζει που επιτέλους πρέπει να προσέχουμε και τι λέμε».

«Εχω παιδιά» στο Mega. Δεν κάνετε συχνά κωμωδία;

«Οντως, αλλά τη λατρεύω. Είναι ο πιο απενοχοποιημένος τρόπος να πεις στον άλλον “κοίτα πώς είσαι”. Στο “Εχω παιδιά” μέσα από το κωμικό πρίσμα σχολιάζεται η παθογένεια της κοινωνίας. Ο ρόλος μου καυτηριάζει ένα κομμάτι της γενιάς Z, που θεωρώ ότι έχει πολλά προβλήματα: Μένει στην εικόνα, στις ταμπέλες, ενώ μότο της είναι να μη βάζει ταμπέλες. Στην κωμωδία αντιμετωπίζω τον ρόλο μου με το απόλυτό του δράμα. Στο δράμα με την απόλυτη κωμωδία. “Να παίζεις το αντίθετο” μας έλεγαν στη σχολή, κόντρα στο αναμενόμενο, το τετριμμένο, το κλισέ. Οχι για να το κάνεις, αλλά γιατί θα σου ανοίξει μια άλλη πόρτα».