Στις βασικές παραμέτρους νοσηρότητας και θνησιμότητας στις χώρες της ΕΕ, τις οποίες κατέχουν οι παράγοντες κινδύνου του τρόπου ζωής, όπως η χρήση καπνού και συναφών προϊόντων, η επιβλαβής κατανάλωση αλκοόλ, η κακή διατροφή, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας και η παχυσαρκία, αναφέρεται η έκθεση «Health at a Glance 2024» του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο 2024.
Η χώρα μας βρίσκεται ψηλά σε σχετικούς δείκτες και ιδιαίτερα εκείνους που αφορούν την παχυσαρκία και το κάπνισμα, ωστόσο η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά στη λίστα και καταλαμβάνει την τελευταία θέση αναφορικά με την κατανάλωση αλκοόλ.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 2021 περίπου 1,1 εκατ. θάνατοι στην ΕΕ, που ισοδυναμούν σχεδόν με το 21% όλων των θανάτων που καταγράφηκαν εκείνη τη χρονιά, αποδίδονταν στον συνδυασμένο αντίκτυπο του καπνίσματος, της υπερβολικής χρήσης αλκοόλ και του υψηλού δείκτη μάζας σώματος (υπερβαρότητα – παχυσαρκία).
Παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για τον περιορισμό των ανθυγιεινών συμπεριφορών, οι παράγοντες κινδύνου είναι αρκετά διαδεδομένοι σε ολόκληρη την ΕΕ. Το 2022, το 18% των ενηλίκων ήταν συστηματικοί καπνιστές, ενώ ο ένας στους πέντε ενηλίκους ανέφερε μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ σε μηνιαία βάση. Επιπλέον, περισσότεροι από τους μισούς εφήβους κατανάλωναν ανεπαρκείς ποσότητες φρούτων και λαχανικών, ενώ μόνο το 15% πληρούσε τα συνιστώμενα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) επίπεδα σωματικής δραστηριότητας.
Η κακή διατροφή και η σωματική αδράνεια έχουν συμβάλει στον αυξανόμενο επιπολασμό της υπερβαρότητας και της παχυσαρκίας μεταξύ των εφήβων και των ενηλίκων στην ΕΕ. Το 2022, πάνω από 20% των 15χρονων ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, με τα ποσοστά να ξεπερνούν το 25% στη Μάλτα, στην Ελλάδα και στη Ρουμανία.
Οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, με τα ποσοστά παχυσαρκίας των εφήβων να είναι πάνω από 60%, υψηλότερα μεταξύ εκείνων που προέρχονται από οικογένειες χαμηλής ευημερίας σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους με υψηλή ευημερία. Μεταξύ των ενηλίκων, πάνω από τους μισούς ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι το 2022, με διαφορά 14 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ εκείνων με χαμηλού και υψηλού επιπέδου εκπαίδευση.
Συστηματικοί καπνιστές
Η κατανάλωση καπνού παραμένει η κύρια αιτία θνησιμότητας που μπορεί να προληφθεί στην ΕΕ, με αποτέλεσμα σχεδόν 500.000 θανάτους το 2021. Είναι βασικός παράγοντας κινδύνου για αρκετές καρδιαγγειακές και αναπνευστικές ασθένειες, ωστόσο, συμβάλλει επίσης σημαντικά σε διάφορους τύπους καρκίνου, με πιο αξιοσημείωτο τον καρκίνο του πνεύμονα που αντιπροσώπευε σχεδόν το 20% όλων των θανάτων από καρκίνο στην ΕΕ το συγκεκριμένο έτος.
Οι βλαβερές συνέπειες της χρήσης του καπνού εκτείνονται πέρα από το άτομο, επιβαρύνοντας σημαντικά τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και την κοινωνία, με το κόστος των ασθενειών που οφείλονται στο κάπνισμα να υπολογίζεται στο 2,5% του ετήσιου ΑΕΠ της Ευρώπης.
Το 2022, κατά μέσο όρο το 18,4% των ενηλίκων κάπνιζε καθημερινά σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Το ποσοστό των καθημερινών καπνιστών κυμαινόταν από 25% ή περισσότερο στη Βουλγαρία, στην Ελλάδα, στην Ουγγαρία και στη Γαλλία και έως κάτω από 12% στη Δανία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία. Οι άνδρες κάπνιζαν σταθερά περισσότερο από τις γυναίκες σε όλα τα κράτη-μέλη, με μέσο όρο 22,3% έναντι 14,8%.
Τελευταίοι στην κατανάλωση αλκοόλ
Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ αποτελεί μείζονα ανησυχία για τη δημόσια υγεία στην ΕΕ, συμβάλλοντας σημαντικά στην πρόωρη θνησιμότητα και αναπηρία. Αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα για διάφορες χρόνιες ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών παθήσεων, της κίρρωσης του ήπατος και αρκετών τύπων καρκίνου.
Η μοντελοποίηση του ΟΟΣΑ εκτιμά ότι μεταξύ 2020 και 2050 η κατανάλωση αλκοόλ που υπερβαίνει το ένα ποτό την ημέρα για τις γυναίκες και το ενάμισι ποτό την ημέρα για τους άνδρες θα οδηγήσει σε περισσότερους από 125.000 πρόωρους θανάτους ετησίως στην ΕΕ. Μεταξύ 2020 και 2050 ο αντίκτυπος της κατανάλωσης αλκοόλ στη θνησιμότητα αναμένεται να μειώσει το μέσο προσδόκιμο ζωής στην ΕΕ κατά ένα έτος, σε σύγκριση με αυτό που θα ήταν χωρίς τέτοια κατανάλωση. Η οικονομική επιβάρυνση της κατανάλωσης αλκοόλ είναι επίσης μεγάλη, με τις εκτιμήσεις για τις χώρες της ΕΕ (για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία) να κυμαίνονται μεταξύ 0,4% και 1,5% του ΑΕΠ.
Τα επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των χωρών της ΕΕ, με σημαντικές διαφορές στα πρότυπα κατανάλωσης. Μετρούμενη μέσω δεδομένων πωλήσεων, η συνολική κατανάλωση αλκοόλ ήταν κατά μέσο όρο 10 λίτρα ανά ενήλικο στις χώρες της ΕΕ το 2022. Η Λετονία και η Ισπανία ανέφεραν την υψηλότερη κατανάλωση με σχεδόν 12 λίτρα ανά άτομο, ενώ ακολουθούσαν η Ρουμανία, η Αυστρία και η Τσεχία. Η Ελλάδα είχε το χαμηλότερο επίπεδο κατανάλωσης με μόλις 6,3 λίτρα κατά κεφαλήν, ακολουθούμενη από τη Σουηδία, τη Φινλανδία και την Ιταλία.
Σημαντική μείωση
Η μέση κατανάλωση αλκοόλ στην ΕΕ σημείωσε μέτρια μείωση 0,3 λίτρων (-3%) μεταξύ 2010 και 2022. Ωστόσο, έχουν σημειωθεί αξιοσημείωτες αλλαγές σε αρκετές χώρες, με εννέα χώρες της ΕΕ να αναφέρουν μείωση τουλάχιστον 10% στη μέση κατά κεφαλήν κατανάλωσή τους, έχοντας επιτύχει τον στόχο από το ευρωπαϊκό πλαίσιο δράσης για το αλκοόλ 2022-25 για σχετική μείωση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης αλκοόλ κατά 10% έως το 2025 σε σύγκριση με το 2010 (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, 2022).
Σε λίτρα κατά κεφαλήν, η Λιθουανία κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση, μειούμενη κατά σχεδόν 2,5 λίτρα (-17%) μεταξύ 2010 και 2022, αντικατοπτρίζοντας την εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων ελέγχου του αλκοόλ το 2018 (OECD/European Observatory on Health Systems and Policies, 2023).
Η Ελλάδα, η Φινλανδία και η Κροατία παρουσίασαν επίσης σημαντικές μειώσεις, με 24%, 22% και 16% αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα επίπεδά τους το 2010. Αντίθετα, πέντε χώρες της ΕΕ ανέφεραν αύξηση τουλάχιστον 10% στην κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ την ίδια περίοδο. Οι πιο αξιοσημείωτες αυξήσεις παρατηρήθηκαν στη Λετονία, στην Ισπανία και στη Ρουμανία, οι οποίες είχαν μέσα επίπεδα κατανάλωσης κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ το 2010, αλλά ξεπέρασαν τον μέσο όρο της ΕΕ έως το 2022.