Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Λόρεν Γουάισμπεργκερ, που εκδόθηκε το 2003 με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, καθώς η συγγραφέας υπήρξε βοηθός της εμβληματικής αρχισυντάκτριας της Vogue, Άννα Γουίντορ, το The Devil Wears Prada προέκυψε το 2006 ως μια ανάλαφρη αλλά πανέξυπνη κομεντί πάνω στην κουλτούρα της υψηλής μόδας και τον χώρο των εντύπων μόδας, που τότε ήταν στο απόγειο τους ρυθμίζοντας πολιτισμικές τάσεις, καριέρες στη σόουμπιζ και το παγκοσμιοποιημένο lifestyle.

Η λάμψη ενός υπέροχου κόσμου

Το στόρι αρκετά αμερικανικό και χολιγουντιανό. Φορώντας ένα απλό μπλε πουλόβερ και μια καρό φούστα σε γκρι-μπλε τόνους, η νεαρή Άντρεα, απόφοιτη πανεπιστημιακών σπουδών δημοσιογραφίας «προσγειώνεται» με τη χάρη της ανυποψίαστης πρωτάρας ως μαθητευόμενη βοηθός στο γραφείο της Μιράντα Πρίσλεϊ, της σιδηράς, απαιτητικής διευθύντριας του μεγάλου περιοδικού μόδας Runaway.

Σύντομα θα πρέπει να διαλέξει καριέρα και δρόμο στη ζωή: απόλυτη αφοσίωση στη δουλειά και τις εξωφρενικές απαιτήσεις της αφεντικίνας της με αντάλλαγμα μια ζωή με λούσα, πρόσβαση στα μεγάλα σαλόνια των οίκων της υψηλής ραπτικής και θεόρατες απολαβές ή μια διαφορετική προσέγγιση του επαγγέλματος και προτεραιότητα στην προσωπική ζωή;

The Decil Wears Prada, 2006

Πετυχαίνοντας μια χρυσή ισορροπία ανάμεσα στη σάτιρα αυτού του λαχταριστού κόσμου και τον θαυμασμό προς την γοητευτική του επιρροή, με ένα σφιχτό, γρήγορο σενάριο με ατάκες-φωτιά αλλά και ανθρωπιά στους χαρακτήρες, η ταινία έγινε γρήγορα πολύ αγαπητή και εξελίχθηκε σε ένα διαχρονικό φαινόμενο της ποπ κουλτούρας.

20 χρόνια 

Κοιτώντας την με την απόσταση των 20 χρόνων από την ημερομηνία που πρωτοβγήκε στις αίθουσες, η φρεσκάδα και η ενέργεια των ανερχόμενων τότε Αν Χάθαγουεϊ και Έμιλι Μπλαντ ως ανταγωνιστικού «εργασιακού» ντουέτου απέναντι στη χαμηλόφωνα εξουσιαστική αλλά καθόλου μονοδιάστατη Μέριλ Στριπ, παραμένει ό,τι πιο πρωτοποριακό θα εντοπίσει κανείς σε τετ-α-τετ ερμηνείες εντός του σύμπαντος μιας χολιγουντιανής κομεντί. Ακόμα και σήμερα.

Συνυπολογίζοντας και τον Στάνλεϊ Τούτσι στον ρόλο του αυτοσαρκαζόμενου «Πυγμαλίωνα»- καλλιτεχνικού διευθυντή του Runway, είναι αδύνατον να περάσει στο «ντούκου» ότι οι χαρακτήρες αποπνέουν μία κάποια ζεστασιά, άρα ο μονοδιάστατος αριβισμός αποκλείται ούτως ή άλλως από το πλαίσιο της ταινίας.

Αν Χάθαγουεϊ και Στάνλεϊ Τούτσι

Αυτή ήταν και είναι η μεγάλη επιτυχία του The Devil Wears Prada: αποφεύγοντας τη γελοιοποίηση του κόσμου της μόδας και με κινηματογραφική αποτελεσματικότητα στηριγμένη κυρίως στον γρήγορο ρυθμό, την υπόγεια κριτική και τις φινετσάτες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, καταγράφει μια μεταιχμιακή κατάσταση – τη μετάβαση σε μια νέα εργασιακή ηθική στα μέσα των 00s, πριν η έννοια του «burnout» γίνει ο κανόνας. Είναι η εποχή όπου επαγγελματική επιτυχία σημαίνει ξεκάθαρα πλήρη αφοσίωση, προσωπικές θυσίες και συχνά απώλεια ηθικής πυξίδας – κάτι που στη δημοσιογραφική πιάτσα δεν ήταν και δεν είναι καθόλου άγνωστο.

Κάτι για όλες τις γενιές, ειδικά για την Gen X

Η ιστορία προσφέρει στοιχεία ταύτισης σε διαφορετικές γενιές θεατών αποδίδοντας την ατμόσφαιρα της χρονικής περιόδου χωρίς να κατακρίνει τα πρότυπα των εργαζομένων με τα οποία καταπιάνεται: γραμμένη από μια 25χρονη συγγραφέα συνομιλεί με την εμπειρία διαφορετικών στρωμάτων της Gen X και των Millennials – και αυτών που κάνουν τα πρώτα τους εργασιακά βήματα αλλά και των παλαιότερων σαν τον Νάιτζελ του Στάνλεϊ Τούτσι, που έχουν ήδη καθιερωθεί επαγγελματικά με περαιτέρω φιλοδοξίες. Ακόμα και με τους σημερινούς Boomers σαν την Μιράντα της Μέριλ Στριπ, που κρατούν τα ηνία με σιδερένια πυγμή.

Ειδικά για την Gen X, που αποτελεί και τον βασικό εργασιακό πυρήνα της ταινίας, καθώς η ιστορία βγαίνει από την καρδιά μιας νέας γυναίκας αυτής της γενιάς, το The Devil Wears Prada δεν χάνει τη μαγεία του, γιατί παραμένει «καρφωμένο» ανάμεσα στο αθώο θάμπωμα ενός νέου φαντασμαγορικού κόσμου, το «γαργάλημα» της φιλοδοξίας και την ωρίμανση της επαγγελματικής εξέλιξης.

Έτσι αβίαστα και ανάλαφρα η ταινία του Ντέιβιντ Φράνκελ θα προσφέρει πάντα ένα μικρό ιστορικό – για ορισμένους από εμάς ακόμα και νοσταλγικό – παράθυρο όχι στον γυαλιστερό κόσμο της Νέας Υόρκης, αλλά στον παλμό και το μεράκι των ανθρώπων των εντύπων που διαμόρφωναν τάσεις και ισορροπίες πριν την άνοδο των μέσων κοινωνικών δικτύωσης, των influencers, των de-influencers και των trendsetters στο φάσμα του ψηφιακού μετασχηματισμού των media.

Η ιδεολογική κατασκευή της γυναικείας επιτυχίας

Ιδωμένο από μια άλλη πλευρά, The Devil Wears Prada ανήκει σε μια εποχή όπου η εργασιακή κουλτούρα παρουσιαζόταν μέσα από ένα συγκεκριμένο αφήγημα: το «women on top», η γυναίκα που τα καταφέρνει όλα, που επιβιώνει και ανεβαίνει σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, με το τίμημα να θεωρείται σχεδόν δεδομένο. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, υπήρχε μια πιο σιωπηλή ιδεολογική κατασκευή. Η επιτυχία περνούσε μέσα από την εξάντληση, η αφοσίωση ταυτιζόταν με την απόλυτη διαθεσιμότητα και η σκληρότητα παρουσιαζόταν ως αναγκαίο εργαλείο ηγεσίας.

Αν Χάθαγουεϊ, Μέριλ Στριπ και Έμιλι Μπλαντ στο πρώτο κεφάλαιο του «Ο διάβολος φοράει Prada»

Αξίζει να θυμόμαστε ότι η ταινία κυκλοφόρησε το 2006, ακριβώς στο κατώφλι της «girl boss» εποχής. Πρόκειται για μια πολιτισμική αφήγηση που αναδύεται έντονα στα τέλη των 2000s και κυρίως τη δεκαετία του 2010, όπου η επαγγελματική επιτυχία των γυναικών προβάλλεται ως απόλυτος στόχος, συχνά μέσα από ένα επιφανειακά ενδυναμωτικό περίβλημα.

Η ταινία τοποθετεί την Άντι μέσα σε αυτό το πλαίσιο και, στο τέλος, μοιάζει να την «επαναφέρει» όταν εκείνη απομακρύνεται από τη Μιράντα και τον κόσμο της μόδας. Η διαδρομή της διαβάζεται σαν προειδοποίηση. Όσο πλησιάζεις την επιτυχία, τόσο κινδυνεύεις να χάσεις τον εαυτό σου, να γίνεις σαν τη γυναίκα που αρχικά σε τρόμαζε. Η Μιράντα, με τη σειρά της, λειτουργεί ως σύμβολο αυτής της λογικής, ως μια γυναίκα που κατέχει εξουσία, αλλά παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως συναισθηματικά απογυμνωμένη, απομονωμένη από την προσωπική της ζωή και στα πρόθυρα ενός διαζυγίου εξαιτίας της υπερβολικής αφιέρωσής της στη δουλειά της.

Με τα χρόνια, αυτό το αφήγημα άρχισε να μετακινείται. Η Μιράντα έμεινε στην ποπ κουλτούρα ως iconic κινηματογραφική περσόνα, σύμβολο δύναμης, στυλ και απόλυτου ελέγχου. Οι ατάκες της μέχρι και σήμερα αποτελούν memes και η επιστροφή της στη μεγάλη οθόνη θα είναι σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Στη σημερινή ανάγνωση, όμως, η εικόνα της αποκτά πιο σύνθετες αποχρώσεις. Η αυστηρότητα και η πίεση που ασκεί στους γύρω της δεν διαβάζονται πια μόνο ως «αυθεντία», αλλά και ως μορφή τοξικής εργασιακής συμπεριφοράς που κάποτε κανονικοποιούνταν ως μέρος του παιχνιδιού.

Η Μέριλ Στριπ ως Μιράντα Πρίσλεϊ στο «Ο διάβολος φοράει Prada» το 2006.

Αντίστοιχα, αλλάζει και ο τρόπος που βλέπουμε την ίδια την Άντι. Η «τιμωρία» της στο φινάλε -η αποχώρηση από τη δουλειά, η ρήξη με τη σχέση της, η επιστροφή σε μια πιο ήσυχη εκδοχή της ζωής της- μοιάζει σήμερα λιγότερο με happy end και περισσότερο ενδεικτική ενός παλαιότερου τρόπου σκέψης, όπου η επαγγελματική φιλοδοξία μιας γυναίκας έπρεπε κάπου να εξισορροπηθεί ή να περιοριστεί.

Gen Z και «όρια»

Στο μεταξύ, το corporate αφήγημα που πλαισίωνε τέτοιες ιστορίες έχει χάσει μεγάλο μέρος της πειθούς του. Η ιδέα ότι η κακοποίηση, η υπερεργασία και η συναισθηματική αποστασιοποίηση αποτελούν απαραίτητο στάδιο «επιτυχίας» δεν αντιμετωπίζεται πλέον με τον ίδιο τρόπο. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Gen Z αγαπάει όσο καμία άλλη γενιά τα «όρια»: όρια μεταξύ δουλειάς και προσωπικής ζωής, όρια μεταξύ επαγγελματικών και φιλικών σχέσεων, κλπ. Το βλέμμα έχει αλλάξει και μαζί του έχει αλλάξει και η ανοχή μας σε τέτοιες συμπεριφορές.

Δεν είναι πως σήμερα, στην μετά-#Metoo εποχή, έχουν εξαφανιστεί ως δια μαγείας τα τοξικά αφεντικά. Ούτε πως δεν υπάρχουν εργαζόμενοι και εργαζόμενες που, είτε για λόγους επιβίωσης είτε για λόγους φιλοδοξίας, καλούνται -όπως η Andy- να αντέξουν τέτοιες συνθήκες. Αυτό που φαίνεται να αλλάζει σταδιακά είναι ο τρόπος που αυτές οι συμπεριφορές παρουσιάζονται και δικαιολογούνται. Ο εξωραϊσμός τους ως «δυναμική ηγεσία» ή «απαιτητικό περιβάλλον υψηλών προδιαγραφών» δεν είναι πια και τόσο glamorous.

Έτσι, ο κόσμος του The Devil Wears Prada παραμένει relevant, αλλά όχι σταθερός. Μετακινείται μαζί με τον τρόπο που μεταβάλλεται η αντίληψη για την εργασία, την εξουσία και το τι θεωρείται αποδεκτό μέσα σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον.