Σαν τον ήρωα του Μολιέρου τον Monsieur Jourdain από τον «Αρχοντοχωριάτη» του, σαράντα χρόνια τώρα κάνω δημοσιογραφία «χωρίς να το ξέρω». Εντυπωσιάζομαι από κάτι τόσο αυτονόητο, απλώς και μόνο επειδή μου παρουσιάζεται ως «είδηση» ενώ δεν είναι.
Αυτό που συμβαίνει (πόλεμος, φτώχεια, διαφθορά, έγκλημα), είχε συμβεί, γιατί ποτέ δεν πραγματοποιείται ολόκληρο το συμβάν. Κι όταν το πραγματώνουμε, συμβάλλουμε στη γέννησή του από την αρχή.
Και επειδή μόνον από το ύψος του θανάτου μπορούμε να δούμε την ματαιότητά του αλλά και την δική μας ματαιοδοξία – ή την ματαίωση- μόνον δηλαδή, όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με το «ωμέγα», αυτήν την καταστατική αρχή της ζωής και τελευταίο γράμμα της αλφαβήτας μας, τότε και η μολιερική δημοσιογραφία μας γίνεται «είδηση»: εμπειρία του βίου ως εμπειρία του εμβίου που είμαστε.
Έτσι η σχέση «περιγραφής» και «συμβάντος » (δημοσιογραφία) δεν είναι δεδομένη ούτε περιορίζεται στην ανάλυση ή το ρεπορτάζ, ούτε ανάγεται σε ένα επικοινωνιακό εύρημα (ένα πρωτοσέλιδο, φερειπείν) αλλά αποτελεί μια δυνατότητα που εξ αρχής εμφανίζεται ανολοκλήρωτη, πέρα από τους «κανόνες» της δημοσιογραφίας. Και αυτό συμβαίνει γιατί η λεγόμενη «κανονιστικότητα» της δημοσίευσης ή της πολιτικής, έπεται μια που οι κανόνες παράγονται με τρόπο εμμενή.
Να γιατί δικαιούμαι να δημοσιεύσω το Γράμμα που έλαβα από την Ευγενία Βάγια για ό,τι μας συμβαίνει:
«Ήταν οι καιροί της κρίσης όταν φορτωθήκαμε χωρίς δεύτερη σκέψη την ενοχή του δευτεροκλασάτου στον οποίο δεν πρέπουν ίσα δικαιώματα εφόσον αδυνατεί να ανταποκριθεί σε ίσες (οικονομικές) υποχρεώσεις. Και επειδή θα απαιτούνταν αρκετές γενιές πολιτικής καλοσύνης και οικουμενικής αιθρίας προκειμένου να δαμάσουμε με σκληρή δουλειά το υποτελές γονίδιο, φλερτάραμε για λίγο με μια λύση αρκούντως ναζιστική ώστε να συνάδει με την εποχή, αρκούντως μαρτυρική ώστε να μας εξασφαλίζει μεταθανάτια μνεία και αρκούντως δελεαστική ώστε να μην χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας: κάποιοι υποκύψαμε στην μελαγχολική γλυκύτητα ενός αργού χορού του Ζαλόγγου, με τον γκρεμό να απέχει μερικές δεκαετίες. Ίσως η στείρωση να ήταν μια κάποια λύση! Ας ζήσουμε όσο ζήσουμε, όπως εμείς νομίζουμε, σαν μια άρνηση μέσα σε παρένθεση. Και, όταν σβήσουμε οριστικά, άτεκνοι αλλά και αδούλωτοι μέσα στη λησμονιά της Δύσης, ας έρθουν στην όμορφη χώρα μας αυτοί που τη δικαιούνται γιατί είναι πιο ξανθοί, πιο ψηλοί, πιο εργατικοί, πιο μεθοδικοί, λογικοί, έξυπνοι, αλέρτοι, αβέρτοι. Εμείς είμαστε πλασμένοι από τον σκούρο ηδονικό πηλό του ανατολίτη, είμαστε αρνητές της βιαστικής προόδου.
Για να μην τα πολυλογώ, η ως άνω ιδέα παραήταν ρομαντική οπότε αναγκαστήκαμε να συνεχίσουμε την τεκνοποιία και την υπερεντατική δουλεία παριστάνοντας ότι κοντεύουμε και όπου να ‘ναι φθάνουμε να μοιάσουμε της Δύσης ενώ, κλείνοντας το μάτι ο ένας στον άλλον, τάχα το παλεύαμε και παραμέναμε η μούργα της σύστασής μας: ελληναράδες που γαυγίζουν (και) αγγλιστί… Επιπλέον, προκειμένου να γίνουμε πιστευτοί στα αφεντικά υπερβάλαμε σε πιθηκισμό και ζήλο, καταλήγοντας φανατικοί ενάντιοι του εαυτού μας και των λαών που μας μοιάζουν. Προδότες της κληρονομιάς και του φυσικού μας, τσιράκια των πρωτοκλασάτων εποίκων της Μέσης Ανατολής που μισούν θανάσιμα τους υποδεέστερους γείτονες. Ούτε που διαισθανθήκαμε σε τι ψυχική αθλιότητα φθάνεις καταστρέφοντας ως άλλος, ως ψευδής εαυτός, τον αληθινό σου.
Οι εκάστοτε επιλογές θέλουν μερικά χρονάκια για να δείξουν. Μετά τη γενοκτονία των Παλαιστινίων, μετά και το χτύπημα στο Ιράν, ένα κακό προαίσθημα: ανατολίτες ήταν οι παλαιοί άνθρωποι. Που ίσως και να σημαίνει απλώς, άνθρωποι. Πολύτιμοι άνθρωποι, που αφανίζονται από προσώπου γης ! Κι εμείς; Εμείς ζούμε στο ενδιάμεσο κενό, παραπαίοντας ανάμεσα στους απάνθρωπους και τους παλιάνθρωπους».
Υ.Γ.
Πώς αλλιώς θα προκαλούσα τον αναγνώστη να (με) διαβάσει χωρίς το «γράμμα» αυτό,επίτηδες στό τέλος του κειμένου μου;
Ψυχικά κινήματα με διαφέρουν,όχι διανοητικά.






