ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Edith Piaf: Ο Έλληνας σύζυγός της κατηγορήθηκε ως χρυσοθήρας – Η διαθήκη που έκλεισε τα στόματα

Edith Piaf: Ο Έλληνας σύζυγός της κατηγορήθηκε ως χρυσοθήρας – Η διαθήκη που έκλεισε τα στόματα 1
Getty Images/ Ideal Image

Ο τελευταίος σύζυγος της Edith Piaf ήταν ο Έλληνας Théo Sarapo (Θεοφάνης Λαμπούκας), σχεδόν 20 χρόνια νεότερός της. Εκείνη τον αποκαλούσε χαϊδευτικά «Theo Sagapo» και τον παντρεύτηκε σε μια ελληνο-ορθόδοξη τελετή, λίγο πριν το θάνατό της.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Υπάρχουν ιστορίες που, όσο κι αν έχουν ειπωθεί, επιμένουν να επιστρέφουν με μια παράξενη βαρύτητα, σαν να διεκδικούν εκ νέου την ερμηνεία τους. Η σχέση της Edith Piaf με τον νεαρό Έλληνα σύζυγό της, Θεοφάνη Λαμπούκα -γνωστό στον κόσμο ως Théo Sarapo- ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία: μια αφήγηση που ξεκίνησε ως κουτσομπολιό, παγιώθηκε ως σκάνδαλο και κατέληξε, αργά και σχεδόν απρόθυμα, να αναγνωρίζεται ως κάτι βαθύτερο, πιο ανθεκτικό, σχεδόν ανησυχητικά καθαρό. Σήμερα, η ιστορία αυτή καταγράφεται συχνά ως μια από τις πλέον δραματικές εκφάνσεις αφοσίωσης στον χώρο της μουσικής· μια αφήγηση που μοιάζει να έχει ταξινομηθεί κάτω από τις μεγάλες, «καθαρές» ιστορίες έρωτα. Ωστόσο, η ουσία της δεν εξαντλείται στην τραγικότητα ούτε στην εύκολη εξιδανίκευση. Το βάρος της βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα σε ό,τι ειπώθηκε τότε και σε ό,τι τεκμηριώθηκε εκ των υστέρων. Σε εκείνη τη ρωγμή όπου οι πρόχειρες βεβαιότητες εκτίθενται.

Παρίσι, αρχές της δεκαετίας του ’60. Η πόλη διατηρεί ακόμη την αύρα της μεταπολεμικής αναγέννησης, αλλά η ίδια η Piaf βρίσκεται ήδη στη δύση της προσωπικής της διαδρομής. Το σώμα της, καταπονημένο από χρόνια υπερβολής, ασθένειας και αδιάκοπης έκθεσης, έχει αρχίσει να καταρρέει με τρόπο αμείλικτο. Διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις, έντονοι πόνοι, μια φωνή που άλλοτε μπορούσε να διαπεράσει το πλήθος σαν εξομολόγηση και τώρα παλεύει να σταθεί όρθια. Η εικόνα της, άλλοτε συνυφασμένη με την ίδια την έννοια του παρισινού πάθους, μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι πιο εύθραυστο και φασματικό.

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται εκείνος. Ένας νεαρός άνδρας, σχεδόν είκοσι χρόνια μικρότερός της, παιδί μεταναστών από την Ελλάδα, με παρελθόν κομμωτή και φιλοδοξίες που ακροβατούν ανάμεσα στην υποκριτική και το τραγούδι. Το καλλιτεχνικό του όνομα είναι Théo Sarapo, το πραγματικό του, Θεοφάνης Λαμπούκας. Το ψευδώνυμό του, το είχε δώσει η Piaf και πρόκειται για λογοπαίγνιο: το ελληνινό «σ' αγαπώ» είναι ομόηχο με το "Sarapo" όταν το «R» προφέρεται με γαλλική προφορά. Παντρεύτηκαν σε ελληνο-ορθόδοξη εκκλησία λιγότερο από έναν χρόνο μετά τη γνωριμία τους, όταν εκείνος ήταν 26 και εκείνη 46 ετών. Δυστυχώς, η κατάσταση της υγείας της δεν τους επέτρεψε να πάνε μήνα του μέλιτος.

Η αντίδραση υπήρξε άμεση και σχεδόν προβλέψιμη. Ο γαλλικός Τύπος, με την αδηφαγία που χαρακτηρίζει τις στιγμές παρακμής των μεγάλων ειδώλων, έσπευσε να αποδώσει ρόλους: εκείνη, η εξαντλημένη ντίβα που βαδίζει προς το τέλος· εκείνος, ο νεαρός οπορτουνιστής που αναζητά την εύκολη άνοδο μέσα από τον γάμο. Οι τίτλοι δεν άφηναν πολλά περιθώρια αμφιβολίας ως προς το πλαίσιο μέσα στο οποίο όφειλε να διαβαστεί η ιστορία. Ο Sarapo παρουσιάστηκε ως χρυσοθήρας και ζιγκολό, μια φιγούρα αρχετυπική, που επανέρχεται κάθε φορά που η ηλικία, η δύναμη και το χρήμα συναντώνται με τρόπους που ενοχλούν τις κοινωνικές συμβάσεις. Και πράγματι, η μεγάλη ντίβα του γαλλικού πενταγράμμου τον ανέδειξε, του έδωσε ευκαιρίες και ενώθηκε μαζί του και επί σκηνής, με το ντουέτο "À quoi ça sert l'amour ?". Μαζί περιόδευσαν ανά την Ευρώπη και σχεδίασαν να συνεχίσουν την περιοδεία τους στις ΗΠΑ, όμως η υγεία της Piaf δεν το επέτρεψε.

Ωστόσο, η καθημερινότητα που εκτυλισσόταν μακριά από τις στήλες των εφημερίδων δεν ταίριαζε εύκολα σε αυτό το σχήμα. Εκεί, η εικόνα ήταν λιγότερο θεαματική και περισσότερο επίμονη. Ο Sarapo παρέμενε δίπλα της, όχι με τον τρόπο του ανθρώπου που περιμένει μια μελλοντική ανταμοιβή, αλλά με την επιμονή κάποιου που έχει ήδη επιλέξει το πεδίο της ζωής του. Τη σήκωνε όταν δεν μπορούσε να περπατήσει, της έδινε φαγητό όταν η ίδια δεν είχε τη δύναμη να κρατήσει κουτάλι, την οδηγούσε έξω για λίγες στιγμές καθαρού αέρα, σαν να προσπαθούσε να ανακόψει, έστω προσωρινά, την αναπόφευκτη πορεία των πραγμάτων.

Η απομόνωση που συνοδεύει συχνά την πτώση των μεγάλων μορφών άρχισε να γίνεται αισθητή. Άνθρωποι που είχαν επωφεληθεί από τη γενναιοδωρία και τη λάμψη της Piaf απομακρύνονταν, είτε από αμηχανία είτε από κόπωση είτε από μια πιο ωμή μορφή ιδιοτέλειας. Ο νεαρός Έλληνας, εκείνος που υποτίθεται ότι είχε εισέλθει σε αυτή τη ζωή για λόγους συμφέροντος, παρέμενε. Και αυτή η παραμονή, επαναλαμβανόμενη καθημερινά, άρχισε να αποκτά το βάρος ενός σιωπηλού αντεπιχειρήματος.

Στις 10 Οκτωβρίου 1963, η Edith Piaf αφήνει την τελευταία της πνοή, σε ηλικία μόλις 47 ετών, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο του ήπατος. Λίγο πριν, έχει βυθιστεί σε κώμα. Δίπλα της βρισκόταν ο Sarapo. Τα τελευταία της λόγια, όπως καταγράφονται, συμπυκνώνουν μια κοσμοθεωρία σχεδόν αυστηρή: «Ό,τι κάνεις σε αυτή τη ζωή, πρέπει να το πληρώνεις». Μια φράση που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να ακουστεί ως ηθικό αξίωμα, εδώ αποκτά έναν τόνο σχεδόν προφητικό.

Η στιγμή της διαθήκης, που σε τέτοιες περιπτώσεις λειτουργεί ως κορύφωση της δραματουργίας, δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Αντί για την εικόνα μιας μεγάλης περιουσίας που αλλάζει χέρια, αποκαλύπτεται ένα βάρος: χρέη συσσωρευμένα από χρόνια ιατρικών εξόδων, από πράξεις γενναιοδωρίας προς φίλους, από μια ζωή που δαπανούσε χωρίς να μετρά. Φυσικά κι ο Sarapo γνώριζε για τα χρέη αυτά και είχε επιλέξει να παραμείνει και να τα τακτοποιήσει, σαν μια τελευταία πράξη φροντίδας προς την αγαπημένη του.

Λόγω των χρεών της σταρ, του γίνεται έξωση από το διαμέρισμά τους στη Λεωφόρο Λαν την ημέρα των Χριστουγέννων του 1963. Ο Sarapo εμπνεύστηκε από αυτήν την εμπειρία και ηχογράφησε το τραγούδι «La maison qui ne chante plus» (δηλαδή «το σπίτι που δεν τραγουδά πια»), το οποίο έγινε επιτυχία. Τα χρέη αγγίζουν τα 7 εκατομμύρια φράγκα και ο νεαρός περνά τα επόμενα χρόνια προσπαθώντας να τα εξοφλήσει, μέσα από συναυλίες και ηχογραφήσεις που διατηρούν ζωντανό το όνομα της Piaf.

Το τέλος έρχεται το 1970, με τρόπο αιφνίδιο και τραγικό. Ένα τροχαίο δυστύχημα τερματίζει τη ζωή του σε ηλικία 34 ετών. Η τελευταία του επιθυμία εκπληρώνεται και θάβεται στο κοιμητήριο Père Lachaise, στον ίδιο τάφο με την Piaf, στα πόδια της. Η επιγραφή πάνω στον κοινό τους τάφο μεταφράζεται ως «Η αγάπη τα κατακτά όλα». Η εικόνα αυτή, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υπερβολικά συμβολική, αποκτά τελικά μια ιδιότυπη λιτότητα. Δύο ζωές που συναντήθηκαν σε μια χρονική στιγμή άνιση, σφραγίζονται με μια πράξη εγγύτητας που δεν επιδέχεται περαιτέρω ερμηνεία.


Decluttering: hype ή σωτηρία;

Είναι το decluttering απλώς μια τάση ή πρόκειται τελικά για ένα εργαλείο που μπορεί να σου αλλάξει την καθημερινότητα;


READ MORE

Cookies