Ο κύβος ερρίφθη. Καρυστιανού και Τσίπρας ανακοίνωσαν επισήμως ότι προχωρούν στην ίδρυση νέων κομμάτων.
Η πρώτη το κοινοποίησε μέσω social media, δημιουργώντας και σχετική ιστοσελίδα. Λογικό. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ευνοούν πρωτοβουλίες «αντισυστημικού» χαρακτήρα.
Ο δεύτερος επέλεξε μια τηλεοπτική συνέντευξη προσδιορίζοντας, εκτός απροόπτου, την επίσημη ίδρυση σε ειδική εκδήλωση το Σεπτέμβριο. Επίσης λογικό. Ως πρώην πρωθυπουργός κινείται επικοινωνιακά πιο «συστημικά».
Και οι δύο έδωσαν σαφές πολιτικό στίγμα.
Το εγχείρημα Καρυστιανού έχει χαρακτήρα πολυσυλλεκτικό. Βάσει της εισαγωγικής διακήρυξης, απευθύνεται σε όλους τους πολίτες, από άνεργους έως επιχειρηματίες, χωρίς «διαχωρισμούς και διακρίσεις» καθώς δεν τους «χωράει μια ταμπέλα». Κοινός παρονομαστής, όπως αναφέρεται, είναι το αίτημα για «δικαιοσύνη» που επιχειρεί να επεκταθεί σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου, αλλά στην πράξη ταυτίζεται με τα Τέμπη. Όπως άλλωστε υποδηλώνουν και οι φωτογραφίες από τις σχετικές διαδηλώσεις στην ιστοσελίδα του νέου φορέα.
Επί της ουσίας, απορρίπτει τη διάκριση Αριστερά-Δεξιά και επενδύει στο δίπολο «συστημισμός-αντισυστημισμός», στοχεύοντας το αντισυστημικό ακροατήριο. Σύμφωνα με έρευνες της Pulse (11/3; 2/4), η απήχηση της είναι μεγαλύτερη σε όσους δεν αυτο-προσδιορίζονται ιδεολογικά και σήμερα δηλώνουν αναποφάσιστοι ή επιλέγουν «Άλλο κόμμα», καθώς και σε ψηφοφόρους «αντισυστημικών» κομμάτων όπως η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση.
Ο Τσίπρας, αντίθετα, διαθέτει συγκεκριμένο ιδεολογικό στίγμα: τοποθετείται στην Αριστερά καλύπτοντας τον χώρο από τη ριζοσπαστική Αριστερά έως την πολιτική οικολογία και τη σοσιαλδημοκρατία. Στόχος του, όπως δηλώνει, είναι η συγκρότηση ενός φορέα που θα σταθεί απέναντι στο Μητσοτάκη προτείνοντας μια αξιόπιστη εναλλακτική. Η δεξαμενή στην οποία απευθύνεται συμπίπτει εν πολλοίς με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2023. Όσοι τον αντιμετωπίζουν θετικά ή με ενδιαφέρον αυτό-προσδιορίζονται κυρίως ως κεντροαριστεροί και αριστεροί που σήμερα μοιράζονται μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, «συριζογενών» σχηματισμών, δευτερευόντως του ΠαΣοΚ, καθώς και όσων επιλέγουν «Άλλο κόμμα».
Παρά τις διαφορές, ωστόσο, τα δύο νέα εγχειρήματα έχουν και δύο βασικές ομοιότητες.
Πρώτον, έντονα αρχηγικό και προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Στην ιστοσελίδα του κόμματος, δεσπόζει η εικόνα της Καρυστιανού ως ένα πρόσωπο που στέκεται απέναντι στη «διαφθορά» και «τις σκοτεινές πλευρές» ενός «πελατειακού» συστήματος, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Σε όρους λαϊκισμού, φιλοδοξεί έτσι να εκπροσωπήσει τους «απλούς» πολίτες απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που απορρίπτει στο σύνολο του.
Ο Τσίπρας, από την πλευρά του, αποκλείει τη συνεργασία με εν ενεργεία βουλευτές και ζητά στήριξη χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Ταυτόχρονα επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από την υπόλοιπη αντιπολίτευση αξιοποιώντας το κυβερνητικό του παρελθόν. Επιθυμεί έτσι να μετατρέψει το μειονέκτημα της κυβερνητικής φθοράς σε συγκριτικό πλεονέκτημα κυβερνητικής εμπειρίας. Αξιοποιώντας το έλλειμμα ανταγωνισμού απέναντι στον Πρωθυπουργό, στο πεδίο της «καταλληλότητας για την πρωθυπουργία», επιδιώκει να δομήσει μια νέα εικόνα «πρωθυπουργησιμότητας», στα μάτια κυρίως του κοινού που τον εμπιστεύθηκε στο παρελθόν. Εξ ου και στο ίδιο πλαίσιο, υπερασπίζεται με μικρές δόσεις αυτοκριτικής το κυβερνητικό του έργο επιδιώκοντας ευθεία σύγκριση με την περίοδο Μητσοτάκη.
Η δεύτερη ομοιότητα μεταξύ Καρυστιανού και Τσίπρα αφορά στο ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται. Εν μέρει η εκλογική τους δεξαμενή συμπίπτει. Βάσει της Pulse, το 30% όσων βλέπουν θετικά το εγχείρημα Καρυστιανού βλέπουν συγχρόνως θετικά και τον Τσίπρα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ τους συνεπώς, θα είναι άμεσος και ισχυρός. Παράλληλα θα ενταθεί και με τους άλλους «παίκτες» της αντιπολίτευσης. Τόσο στο κεντροαριστερό ακροατήριο (ΠαΣοΚ, Πλεύση Ελευθερίας), όσο και το αντισυστημικό (Πλεύση Ελευθερίας, Ελληνική Λύση). Ο περαιτέρω κατακερματισμός της αντιπολίτευσης επομένως, μοιάζει αναπόφευκτος.
* Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.



