Μερικές ζωές μοιάζουν με γεωγραφικούς χάρτες, τις κοιτάς και βλέπεις γραμμές που ξεκινούν από τη μια άκρη της Μεσογείου και καταλήγουν στην άλλη. Σχεδόν πάντα, σε τέτοιους «χάρτες», υπάρχει ένα λιμάνι -τα λιμάνια έχουν έναν περίεργο τρόπο να διαμορφώνουν τους ανθρώπους. Εκεί, μαθαίνεις νωρίς ότι ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από την πόλη σου και πως καμία ιστορία δεν μένει για πάντα στο ίδιο μέρος.
Σε ένα τέτοιο λιμάνι αρχίζει, πριν από δύο γενιές, η διαδρομή της οικογένειας Μπενγκούζι, στη Βεγγάζη της Λιβύης. Η ιστορία του Μωχάμεντ ξεκινά από τον παππού του, τον Ρίζεπ, και τον πόλεμο κατά της φασιστικής κατοχής στη Λιβύη. Στα μέσα του προηγούμενου αιώνα ο παππούς της οικογένειας βρίσκεται νέος στον πόλεμο του Ελ Αλαμέιν. Εκείνη την εποχή η Λιβύη βρίσκεται ακόμη κάτω από ιταλική κατοχή και πολλοί Λίβυοι περνούν στην Αίγυπτο για να πολεμήσουν στο πλευρό των Συμμάχων.
«Αν δείτε έναν Γερμανό στρατιώτη, να του επιτεθείτε δέκα Λίβυοι», ήταν η αγγλική διαταγή προς τους Λίβυους στρατιώτες. Η διαταγή έκλεινε με μια φράση που ο παππούς διηγήθηκε στον γιο του και εκείνος αργότερα στον εγγονό Μωχάμεντ: «Αρκεί όμως ένας από εσάς για να αφοπλίσει δέκα Ιταλούς στρατιώτες». Όταν ο πόλεμος τελειώνει και η Λιβύη αποκτά την ανεξαρτησία της, ο παππούς επιστρέφει στη Βεγγάζη και ανοίγει ένα μικρό καφενείο κοντά στο λιμάνι, σε μια λαϊκή γειτονιά που ονομάζεται Αλ Μπίρκα.

Ο παππούς Ρίζεπ στη Βεγγάζη. Από τη γενιά που έζησε τον πόλεμο και μεγάλωσε με τις ιστορίες των λιμανιών.
Από τα τραπέζια του περνούν ναυτικοί, εργάτες και ταξιδιώτες. Εκεί, ανάμεσα σε καράβια που έρχονται και φεύγουν και σε ιστορίες που αλλάζουν χέρια σαν τα τσιγάρα, μεγαλώνει και ο μεγαλύτερος γιος του, ο Ιμχέμεντ. Γνωρίζει από μικρός τη ζωή του λιμανιού. Δουλεύει ακόμη παιδί, καταγράφοντας ναυτικούς που κατεβαίνουν στην πόλη. Για ένα πιτσιρίκι στη Βεγγάζη εκείνης της εποχής αυτό είναι σαν να ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο πρωτότοκος γιος θα ζήσει δύο γεγονότα που θα αλλάξουν τη μοίρα του και τη μοίρα ολόκληρης της χώρας. Το 1968 ο παππούς πεθαίνει στην Αίγυπτο, όπου είχε μεταφερθεί για νοσηλεία. Έναν χρόνο αργότερα, το 1969, ο Μουαμάρ Καντάφι καταλαμβάνει την εξουσία. «Ο πατέρας μου», μου λέει ο Μωχάμεντ, «υποστήριζε τον παναραβισμό και τον σοσιαλισμό και θαύμαζε τον Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ. Απεχθανόταν τους βασιλιάδες του αραβικού κόσμου και ως νέος υποστήριξε την επανάσταση που εκθρόνισε τον βασιλιά Ίντρις της Λιβύης».
Η Λιβύη γίνεται σοσιαλιστική και το λιμάνι περνά σε κρατικές εταιρείες. Ο πατέρας του Μωχάμεντ, χωρίς να έχει σπουδάσει ναυτιλιακά, συνεχίζει να εργάζεται εκεί και σταδιακά ανεβαίνει στην ιεραρχία μιας κρατικής λιβυκής ναυτιλιακής εταιρείας. Μαθαίνει το επάγγελμα στην πράξη, με τον τρόπο που το μαθαίνουν οι άνθρωποι στα λιμάνια, παρατηρώντας, ρωτώντας και δουλεύοντας.
Από το λιμάνι της Βεγγάζης στην Αθήνα
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ταξιδεύει συχνά στην Αθήνα. Η πτήση Βεγγάζη–Αθήνα κρατά λιγότερο από μία ώρα και για πολλούς νέους της ανατολικής Λιβύης η ελληνική πρωτεύουσα είναι τότε μια μικρή πύλη προς τον κόσμο. «Ο πατέρας μου είχε μια λόξα με την Ελλάδα», λέει ο Μωχάμεντ. «Από όσα έμαθα από φίλους του, αυτή την τρέλα την κουβαλούσε από παιδί. Αγαπούσε πολύ τη θάλασσα, τα βαπόρια και τη ναυτιλία. Αυτό ίσως εξηγεί και λίγο αυτή τη λόξα».
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Λιβύη αρχίζει να αλλάζει. Ο Καντάφι μπαίνει σε μια περίοδο αυταρχισμού που μεταμορφώνει το καθεστώς. «Ο αδελφός-ηγέτης είχε αρχίσει να την ακούει για τα καλά από την εξουσία», λέει ο Μωχάμεντ. «Κρεμάλες σε απευθείας μετάδοση από το γήπεδο μπάσκετ της Βεγγάζης και μια ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα παντού». Ο πατέρας του αφήνει πίσω του αυτή την πραγματικότητα. Μετά από χρόνια αναμονής παίρνει τη μετάθεση που ζητούσε και ανοίγει το γραφείο μιας κρατικής λιβυκής ναυτιλιακής εταιρείας στην Αθήνα.

Ο Μωχάμεντ Μπενγκούζι, γεννημένος στην Αθήνα το 1985, μεγάλωσε ανάμεσα στη λιβυκή μνήμη της οικογένειάς του και την ελληνική πραγματικότητα.
Φτάνει μαζί με τη γυναίκα του στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1981. Λίγα χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1985, γεννιέται στην Αθήνα ο τρίτος γιος της οικογένειας, ο Μωχάμεντ Μπενγκούζι. «Με ονόμασε Μωχάμεντ-Σάλεχ. Μου έδωσε το όνομα ενός καλού του φίλου, ο οποίος δολοφονήθηκε από πράκτορες του Καντάφι στη Μιχαλακοπούλου λίγο προτού γεννηθώ. Ήταν η εποχή που ο δικτάτορας κυνηγούσε τα “αδέσποτα σκυλιά”, όπως αποκαλούσε όσους ζούσαν εκτός Λιβύης, αντιφρονούντες και μη». Στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο σημειώθηκαν αρκετές τέτοιες δολοφονίες, οι περισσότερες από τις οποίες δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ.
Η ζωή στην Ελλάδα
«Ο πατέρας μου εκπλήρωσε το όνειρό του ζώντας στην Ελλάδα που αγαπούσε από μικρός. Ήρθε στις 31 Αυγούστου 1981 και έμεινε εδώ για το υπόλοιπο της ζωής του. Ζούσε και εργαζόταν πάντα δίπλα στη θάλασσα. Πειραιάς, Καλαμάκι, Γλυφάδα. Του άρεσαν τα ντοκιμαντέρ, το ποδόσφαιρο και η ιστορία, οι ταινίες του Θανάση Βέγγου, ενώ λάτρευε τη μπάλα που έπαιζε ο Τάσος Μητρόπουλος».
Ο Μωχάμεντ μεγαλώνει κι αυτός δίπλα στη θάλασσα και μοιράζεται με τον πατέρα του την αγάπη γι’ αυτήν. Την Ελλάδα και τη γλώσσα της, τις ανακαλύπτει μέσα από μια γειτόνισσά του, την κυρία Λίτσα. «Την κυρία Λίτσα πρέπει να την αναφέρω», λέει. «Ήταν η πρώτη μου δασκάλα, ο άνθρωπος που μου γνώρισε την ελληνική γλώσσα. Το σπίτι της ήταν η πρώτη μου επαφή με την Ελλάδα. Τα φαγητά της, οι πρώτες μυρωδιές, το στολισμένο καράβι τα Χριστούγεννα. Ήταν ένας υπέροχος, χαμογελαστός άνθρωπος που μύριζε πάντα θάλασσα». Θυμάται ακόμη κάθε γωνιά του σπιτιού της. «Ακόμη και τη γεύση του παγωτού που έφτιαχνε τα καλοκαίρια», λέει.
«Στο σπίτι της κ. Λίτσας υπήρχαν άπειρες κασέτες της σειράς Τρεις Χάριτες, έγραφε κάθε επεισόδιο στο βίντεό της και τις φυλούσε σε ένα ντουλάπι. Για κάποιον περίεργο λόγο αυτή η σειρά άρεσε πολύ στη γιαγιά μου, η οποία βέβαια δεν ήξερε ούτε λέξη ελληνικά. Κάθε φορά που ερχόταν στην Ελλάδα, μου ζητούσε να δανείζομαι μια κασέτα και να της μεταφράζω τι έλεγαν οι Τρεις Χάριτες. Ήταν η πρώτη μου επαφή με τον χώρο της μετάφρασης και μάλλον και με τον σουρεαλισμό. Να διαβάζω έμαθα από τις πινακίδες των δρόμων. Να γράφω άργησα πολύ περισσότερο. Ίσως ήταν τύχη, ίσως ένα πείσμα που δούλευε σιωπηλά μέσα μου».

Ο Μωχάμεντ Μπενγκούζι στο γραφείο του με το μυθιστόρημά του «Το τελευταίο καρναβάλι του Χουάν Ρομάν Ντομένικο» (εκδ. Πνοή). Στα ελληνικά, μια γλώσσα που έμαθε στο δρόμο, άρχισε να γράφει μετά τα 25.
Ο «Μώχα» των τριών κόσμων
Για χρόνια τα ελληνικά είναι απλώς η γλώσσα της καθημερινότητας. Τη μιλά, τη ζει, αλλά δεν τη γράφει. Η γραφή θα έρθει πολύ αργότερα, μετά τα 25 του. Σαν να ανακάλυψε τη γλώσσα για δεύτερη φορά. Στο μεταξύ ο κόσμος γύρω του αλλάζει γρήγορα. Όταν ξεσπά η Αραβική Άνοιξη, ο Μωχάμεντ βρίσκεται κοντά στα γεγονότα όχι μόνο ως άνθρωπος με ρίζες στη Λιβύη αλλά και ως δημοσιογράφος. Παρακολουθεί από κοντά μια εξέγερση, έναν πόλεμο και την κατάρρευση ενός καθεστώτος.
Εργάζεται ως δημοσιογράφος και διερμηνέας, καλύπτοντας εξελίξεις στον ελληνικό Τύπο και συνεργαζόμενος με διεθνή μέσα. Ταξιδεύει στη Λιβύη και την Τυνησία, δουλεύει σε τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και συμμετέχει στην έρευνα για ντοκιμαντέρ όπως το Yusuf’s Song και το The Cost of Dying in Greece του Vice Greece. Παράλληλα, η εμπειρία του από τις μεταναστευτικές ροές τον φέρνει σε επαφή με έναν άλλο κόσμο. Στη Λέσβο εργάζεται ως διαπολιτισμικός μεσολαβητής στο κέντρο φιλοξενίας προσφύγων στο Καρά Τεπέ και ως διερμηνέας σε νοσοκομεία της Αττικής.

Αζντάμπια, Λιβύη, Μάρτιος 2011. Λίγα χιλιόμετρα από το μέτωπο του πολέμου, πολίτες-δημοσιογράφοι και αντικαθεστωτικοί παρακολουθούν τις επιθέσεις των δυνάμεων του Καντάφι. Πρώτος από αριστερά ο Μωχάμεντ Μπενγκούζι. Credit: Iason Athanasiadis/Ιάσων Αθανασιάδης
Εκεί συναντά ιστορίες που μοιάζουν να κουβαλούν ολόκληρες γεωγραφίες μέσα τους: πολέμους, φυγές, ελπίδες. Ίσως γι’ αυτό η λογοτεχνία έρχεται σχεδόν φυσικά σε αυτόν. Μετά τη συλλογή διηγημάτων «Φράκταλ», ο Μωχάμεντ Μπενγκούζι επιστρέφει με το μυθιστόρημα «Το τελευταίο καρναβάλι του Χουάν Ρομάν Ντομένικο» (εκδ. Πνοή). Ένα βιβλίο που κινείται ανάμεσα στον μαγικό και τον κοινωνικό ρεαλισμό, όπως ακριβώς κινούνται και οι δικές του εμπειρίες ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους.
Η κεντρική ηρωίδα, η Ρεβέκκα Ξενάκη, επιστρέφει στην Ελλάδα έπειτα από τριάντα χρόνια ζωής στη Λατινική Αμερική. Ετοιμοθάνατη, κουβαλά μαζί της τις μνήμες ενός άλλου κόσμου αλλά και τον μεγάλο έρωτα της ζωής της: έναν παπαγάλο που δεν σταματά να μιλά. Από εκεί και πέρα το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται σαν ένα ιδιότυπο καρναβάλι, όπου άνθρωποι και ζώα, πραγματικότητα και φαντασία, μνήμη και παρόν μπλέκονται συνεχώς μεταξύ τους.
Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου, ο ήλιος μοιάζει να διασχίζει ολόκληρο τον κόσμο προτού φτάσει στην Ελλάδα: «Το επόμενο πρωί ο ήλιος επέστρεψε απ’ το καθημερινό ταξίδι του στην Ιαπωνία. Έλουσε την Περσία και τον Αραβικό Κόλπο στη διαδρομή του προς το Αιγαίο. Ξεκουράστηκε στον ελλαδικό χώρο βαστώντας τις ηλιαχτίδες του στον Ταΰγετο».
Είναι ένα ύφος που θυμίζει τον μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Στο βιβλίο του Μωχάμεντ Μπενγκούζι, όμως, η μαγεία δεν λειτουργεί ως απλό λογοτεχνικό τέχνασμα. Είναι ένας τρόπος να μιλήσει για έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα είναι ήδη αρκετά παράξενη από μόνη της. Κάπως έτσι η διαδρομή ενός παιδιού που έμαθε ελληνικά από μια γειτόνισσα που μύριζε θάλασσα καταλήγει, χρόνια αργότερα, σε ένα μυθιστόρημα όπου συναντιούνται τρεις διαφορετικοί κόσμοι. Η Μεσόγειος, η Λατινική Αμερική και η αραβική μνήμη.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας του «Μώχα», ότι ένας άνθρωπος που έμαθε ελληνικά διαβάζοντας τις πινακίδες των δρόμων κατέληξε να γράφει λογοτεχνία σε αυτή τη γλώσσα. Σαν να απέδειξε, με τον πιο απλό τρόπο, ότι οι γλώσσες μοιάζουν τελικά με λιμάνια και πως κάθε ιστορία, αργά ή γρήγορα, βρίσκει τον δρόμο της προς τη θάλασσα.
Info βιβλίου
Το τελευταίο καρναβάλι του Χουάν Ρομάν Ντομένικο, Εκδόσεις Πνοή







