Οι περισσότερες ανασκοπήσεις, αλλά και τα περισσότερα στοιχεία από ρεπορτάζ της εποχής σχετικά με τα όσα προηγήθηκαν της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία συντείνουν στο ότι το 2021,  ήταν η χρονιά που η ρωσοουκρανική κρίση πέρασε από τη χρόνια, «ελεγχόμενη» – παγωμένη ένταση των Συμφωνιών του Μινσκ σε μια κλιμάκωση με διακριτά στάδια, στρατιωτική πίεση, επαναλαμβανόμενες δοκιμές των αντοχών της Δύσης, αλλαγή των ισορροπιών στη Μαύρη Θάλασσα μέσω έντασης και τέλος, ένα πολιτικό τελεσίγραφο με τη μορφή «εγγυήσεων ασφαλείας» που η Μόσχα δημοσιοποίησε επίσημα.

Ο παράγοντας «προεδρία Τζο Μπάιντεν»

Κλειδί για τις εξελίξεις του 2021 ήταν η ανάληψη των καθηκόντων του Τζο Μπάιντεν, ο οποίος σε μια από τις πρώτες του κινήσεις προσπάθησε από τη μια να ρίξει τους τόνους και από την άλλη να αναζωγονήσει κάπως τις ρωσοαμερικανικές σχέσεις και να δεσμεύσει την Ρωσία. Ο λόγος για την υπογραφή της πενταετούς παράτασης της συνθήκης New START, που κράτησε σε ισχύ τους περιορισμούς στα στρατηγικά πυρηνικά έως το 2026.

Όμως ο Μπάιντεν εμφανιζόταν να κραδαίνει και το κνούτο πέρα από το καρότο. Ο Αμερικανός πρόεδρος έσπευσε να υιοθετήσει μια πιο διευρυμένη και πιο «ανταποδοτική» λογική ως προς τις κυρώσεις οι οποίες πλέον συνδέθηκαν και με «επιβλαβείς δραστηριότητες» της Ρωσίας.

Βέβαια όπως ακόμα και σήμερα, έτσι και τότε, η Μόσχα δεν εμφανιζόταν να «ιδρώνει» ιδιαίτερα από τις κυρώσεις, την επιβολή τους ή το ενδεχόμενο επιβολής τους.

Παρά ταύτα, η αλλαγή στο τιμόνι των ΗΠΑ, ήταν μάλλον ένας από τους παράγοντες που ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εκτίμησε ότι θα μπορούσε να έχει σημαντικό κόστος για τον ίδιο και την πολιτική που ακολουθούσε μέχρι τότε απέναντι στην Ουκρανία.

Ο Πούτιν «πλημμυρίζει» την μεθόριο με την Ουκρανία με στρατό

Έτσι την άνοιξη εκείνης της χρονιάς, πιθανότατα συνυπολογίζοντας την αλλαγή στην Ουάσινγκτον, ο Πούτιν αποφάσισε να προχωρήσει σε μια επίδειξη δύναμης  και να αναπτύξει ισχυρές δυνάμεις στα σύνορα με την Ουκρανία, θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα προς τα έξω, αλλά και να δοκιμάσει και την ετοιμότητα των ρωσικών στρατευμάτων για μια πραγματική εισβολή.

Η κρίση ως αποτέλεσμα αυτού πέρασε τον Απρίλιο σε μια νέα φάση, αφού πλέον με περίπου 100.000 στρατιώτες ανεπτυγμένους δίπλα στα σύνορα με την Ουκρανία, σήμανε συναγερμός τόσο στο Κιέβο, όσο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά και την Ουάσινγκτον. Αναλύσεις που χαρτογραφούσαν την κινητικότητα εκείνης της περιόδου σημείωναν ότι απλά και μόνο η διάταξη των δυνάμεων (όχι η σύσταση τους) ήταν αρκετή ώστε να αποτελεί αξιόπιστη απειλή.

Προσπάθειες αποκλιμάκωσης από Μπάιντεν και συνάντηση με Πούτιν

Η ανάπτυξη αυτή των δυνάμεων ώθησε τον Μπάιντεν να προχωρήσει σε σειρά τηλεφωνημάτων, αρχικά με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον οποίο ξεκαθάρισε ότι η Ουκρανία χαίρει της «αταλάντευτης στήριξης των ΗΠΑ» όσον αφορά στο ζήτημα της κυριαρχίας της και της εδαφικής της ακεραιότητας και στην συνέχεια στον ίδιο τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο Μπάιντεν σύμφωνα με όσα είχαν γίνει γνωστά, ζήτησε από τον πρόεδρο της Ρωσίας να αποκλιμακώσει και του πρότεινε μια στην Γενεύη για να συζητήσουν τις ρωσοαμερικανικές σχέσεις.

Το τηλεφώνημα αυτό, καθώς και ένα ακόμα που είχε με την Άνγκελα Μέρκελ εκείνη την περίοδο ο Ρώσος πρόεδρος (αλλά και μια συνάντηση με την γερμανίδα τον Αύγουστο) -κατά το οποίο συζήτησαν για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων στο Μινσκ (χωρίς να συμφωνούν πως θα συμβεί αυτό) – ακολούθησε η απομάκρυνση των ρωσικών στρατευμάτων από το μέτωπο. Μετά ήρθε και η συνάντηση με τον Τζο Μπάντεν στη Γενεύη το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς. Τα αποτελέσματα της συνάντηση ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα, καθώς σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά οι δύο πλευρές συζήτησαν για θέματα όπως η κυβερνοασφάλεια, ενώ το ζήτημα της Ουκρανίας έμεινε ουσιαστικά εντελώς εκτός του τραπεζιού.

Η διεθνής απομόνωση της Ρωσίας και το δοκίμιο Πούτιν

Η μετατόπιση του Μπάντεν -σε σχέση με την πρώτη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ- προς την κατεύθυνση της σύσφιξης των σχέσεων με τους ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, αλλά και άλλων, με την ταυτόχρονη άσκηση πίεσης προς τις φιλικά προσκείμενες χώρες της Ρωσίας, όπως η Κίνα και το Ιράν, σήμαινε ότι τα περιθώρια της Μόσχας να επιβάλλει ουσιαστικά μέσω της διπλωματίας τις δικές της κόκκινες γραμμές και την άποψη της για το πως πρέπει να εφαρμοστούν οι συμφωνίες του Μινσκ, στένευαν. Η επικέντρωση του Μπάιντεν στο διμερές πλαίσιο ενέτεινε την αίσθηση της διεθνούς απομόνωσης της Ρωσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο ο Ρώσος πρόεδρος κυκλοφόρησε ένα ιστορικό δοκίμιο με την υπογραφή του που ουσιαστικά παρουσίαζε την Ουκρανία ως ένα ιστορικό κομμάτι της Ρωσίας και εν γένει έστρωνε το ιστορικό- μεγαλοϊδεατικό έδαφος για έναν πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας. Το βιβλίο αυτό πράγματι τράβηξε το ενδιαφέρον των Δυτικών αναλυτών, αλλά και των επιτελείων που έσπευσαν να αντιληφθούν την στόχευση του και να ανεβάζουν περαιτέρω το επίπεδο συναγερμού σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι στην Ουκρανία.

Η «Θαλασσινή αύρα» φέρνει ρωσική κλιμάκωση

Στη συνέχεια, μέσα στο καλοκαίρι η επίδειξη ισχύος ήρθε από την πλευρά της Δύσης, με τις ασκήσεις Sea Breeze (σ.σ. Θαλασσινή Αύρα)  στην Μαύρη Θάλασσα. Σε αυτές συμμετείχαν από κοινού πολυεθνικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ και την συμμετοχή της Ουκρανίας. Η αντίδραση της Μόσχας ήταν εκ των πραγμάτων σφοδρή καθώς προχώρησε σε δικές της ασκήσεις επίσης στην Μαύρη Θάλασσα σε αρκετές περιπτώσεις με την χρήση πραγματικών πυρών, αλλά και σε άλλες κινήσεις όπως επί παραδείγματι παρενοχλήσεις ΝΑΤΟϊκών πλοίων με αεροσκάφη και στην ανάπτυξη ακόμα και S-400.

Η κατάσταση όσον αφορά στην κλιμάκωση της έντασης έγινε ακόμα πιο επικίνδυνη από το φθινόπωρο με αναφορές για νέα συγκέντρωση ρωσικών δυνάμεων κοντά στην Ουκρανία. Οι κινήσεις αυτές, καθώς και όλες οι προηγούμενες όπως αποκαλύπτεται από πρόσφατα ρεπορτάζ δεν είχαν περάσει απαρατήρητες από τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και της ΕΕ, που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για μια ενδεχόμενη εισβολή, η οποία όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο πιθανή. Δημοσίως αξιωματούχοι χαρακτήριζαν τις αποφάσεις της Μόσχας πλέον ως «απερίσκεπτες και προκλητικές», δηλώσεις που υπογράμμιζαν και το επίπεδο της ανησυχίας που επικρατούσε.

Οι ρωσικές απαιτήσεις και οι «εγγυήσεις ασφαλείας» ως τελεσίγραφο

Σε αυτό ακριβώς το κλίμα έντασης που όχι μόνο δεν αποκλιμακωνόταν αλλά παρέμενε σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο η Μόσχα αποφάσισε πως είχε πλέον την δυνατότητα να διατυπώσει και σχετικές απαιτήσεις. Έτσι στις 17 Δεκεμβρίου του 2021, λίγο πριν τα Χριστούγεννα (στα δυτικά μέσα τότε η κίνηση αυτή προκάλεσε ένα σχετικό μούδιασμα) δημοσίευσε κείμενα στα οποία έκανε γνωστές τις απαιτήσεις για τις «εγγυήσεις ασφαλείας» που ζητούσε από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ σχετικά με την Ουκρανία και άφηνε να εννοηθεί ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει ικανοποίηση τους θα μπορούσε να αναλάβει στρατιωτική δράση.

Η βασική απαίτηση που σε σημαντικό βαθμό απηχούσε και τις απόψεις Πούτιν όπως τις περιέγραψε στο ιστορικό του δοκίμιο, ήταν να σταματήσει αυτό που περιγραφόταν ως επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς και να υπάρξουν ρητές δεσμεύσεις ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στην Βορειοατλαντική Συμμαχία, όπως είναι ο διακηρυγμένος στόχος του νέου ουκρανικού συντάγματος του 2019.

Το τελεσίγραφο ήταν διατυπωμένο σύμφωνα με τους αναλυτές με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτό ή να αποτελέσει έστω μια βάση συζήτησης. Η Ρωσία έμοιαζε πλέον αποφασισμένη για ανάληψη στρατιωτικής δράσης, με βασικό στόχο όχι να καταλάβει τα ουκρανικά εδάφη, αλλά να αμφισβητήσει συνολικά το καθεστώς ασφαλείας της Δύσης για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Χάος και εισβολή

Οι επόμενοι μήνες ήταν στην κυριολεξία χαοτικοί καθώς, σχεδόν καθημερινά από τον Ιανουάριο μέχρι και τα μέσα Φεβρουαρίου υπήρχαν συνεχείς εκτιμήσεις σχετικά με την ημερομηνία της εισβολής, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις συνέχιζαν να συγκεντρώνονται και η πίεση και με άλλα μέσα να αυξάνεται.

Στις αρχές του Φλεβάρη η αμερικανική ηγεσία εμφανίστηκε σύμφωνα με αναφορές έτοιμη να συζητήσει το ενδεχόμενο να κάνει δεκτό το αίτημα της Ρωσίας για δέσμευση σχετικά με την μη ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Δεν έχει γίνει γνωστό βέβαια αν αυτό το συζήτησε με τον Πούτιν κι αν υπήρχε πλέον αυτή η πρόταση στο τραπέζι εκείνη την χρονική στιγμή. Κατά τα φαινόμενα η απόφαση της Ρωσίας είχε ήδη ληφθεί.